24/09/2021

«Η Λεωφόρος» του Trevanian, Βιβλιοκριτική από τον Άγη Αθανασιάδη

Trevanian

Ένα από τα ωραιότερα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει ο βιβλιόφιλος αναγνώστης, είναι όταν ανακαλύπτει καλούς (ή και εξαίρετους) συγγραφείς για τους οποίους δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτα, δεν είχε δει καμία αναφορά στο όνομά τους. Διαβάζοντας αυτούς τους “άγνωστους” (για σένα) συγγραφείς, είναι σαν να ανακαλύπτεις ένα νέο κόσμο, κάτι πολύτιμο και θέλεις να μάθεις όσο γίνεται περισσότερα γι’ αυτόν. Η περίπτωση του Trevanian, είναι μια από αυτές τις “αποκαλύψεις”. Ο Αμερικανός συγγραφέας που έγινε γνωστός με αυτό το ψευδώνυμο, ήταν ο πανεπιστημιακός, RodneyWilliam Whitaker (Νέα Υόρκη 1931 – Δυτική Αγγλία 2005), ο οποίος εξέδωσε 8 μυθιστορήματα ως Τρεβάνιαν με τεράστια εμπορική επιτυχία καθώς τα περισσότερα από αυτά πούλησαν εκατομμύρια αντίτυπα (θεωρούμενα ως “βιβλία-αεροδρομίου“), ενώ χρησιμοποίησε και άλλα ψευδώνυμα σε βιβλία του χωρίς όμως την ίδια επιτυχία. Το πρώτο βιβλίο του Τρεβάνιαν που εκδόθηκε στα ελληνικά είναι “Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ” (“The Main”) – (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Κλ. Παπαμιχαήλ, επιμ. Λ. Καλοσπύρος, σελ. 437), ένα ελεγειακό νουάρ μυθιστόρημα με έξοχη ατμόσφαιρα και έναν ακαταμάχητο λογοτεχνικό ήρωα.

“Η λέξη Λεωφόρος αναφέρεται σ’ ένα δρόμο και ταυτόχρονα μια ολόκληρη περιοχή. Με την πιο στενή της έννοια, η Λεωφόρος είναι το Μπουλβάρ Σαιν Λωράν, κάποτε η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο γαλλικό και το αγγλικό Μοντρεάλ, ενώ ο ίδιος ο δρόμος είναι, στην ουσία του και στον τρόπο που αρθρώνεται , γαλλικός. Ένας δρόμος εξαθλιωμένος και θορυβώδης, με μικρομάγαζα και χαμηλά ενοίκια, ήταν φυσικό να αποτελέσει την πρώτη στάση για τα κύματα των μεταναστών που εισέρεαν στον Καναδά, και με την άφιξή τους η “Λεωφόρος” διεύρυνε την έννοιά της ώστε να συμπεριλάβει αλληλοεξαρτώμενα δίκτυα από σοκάκια προς τα δυτικά και τα ανατολικά της ραχοκοκαλιάς του Σαιν Λωράν. Κάθε νέα εθνότητα έμπαινε στη Λεωφόρο σαστισμένη, φοβισμένη, γεμάτη ελπίδα. Κάθε νέα ομάδα σχημάτιζε ένα σφιχτό κλοιό για να προστατευτεί απ’ την καχυποψία και την προκατάληψη και συγκεντρωνόταν σε πολιτισμικά γκέτο των οποίων η έκταση περιοριζόταν σε κάποια οικοδομικά τετράγωνα.Βρήκαν δουλειές, άνοιξαν μαγαζιά, απέκτησαν παιδιά· άλλοι πέτυχαν κι άλλοι απέτυχαν· και, με τη σειρά τους, αντιμετώπιζαν το επόμενο κύμα μεταναστών με καχυποψία και προκατάληψη.Τα όρια ανάμεσα στο γαλλικό και στο αγγλικό Μόντρεαλ απλώθηκαν σε μια ουδέτερη ζώνη, όπου καμιά γλώσσα δεν υπερτερούσε, και με τον καιρό η Λεωφόρος έγινε ένα τρίτο νήμα στον ιστό της πόλης, μια ξεχωριστή ζώνη από ανάμικτους πολιτισμούς που ωστόσο δεν συγχωνεύονταν. Οι μετανάστες που πρόκοψαν, καθώς και τα περισσότερα παιδιά, μετακόμισαν στο αγγλόφωνο δυτικό Μόντρεαλ. Μα οι γέροι έμειναν, εκείνο που είχαν ξοδέψει τον κόπο και τα χρήματά τους για τη μόρφωση των παιδιών που τώρα ντρέπονται λίγο γι’ αυτούς. Οι γέροι έμειναν· κι οι αποτυχημένοι· κι οι χαμένοι.”

Η ιστορία εκτυλίσσεται στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και η Λεωφόρος είναι, ένας πολυπολιτισμικός δρόμος στην καρδιά του Μόντρεαλ. Μαγαζάκια με μικροεμπόρους, πόρνες που κάνουν πιάτσα, τσοντάδικα και κέντρα διασκέδασης, αυτοκίνητα που κορνάρουν και τουρίστες που περιδιαβαίνουν και πέφτουν θύματα πορτοφολάδων. Ο βετεράνος αστυνόμος Λαπουάντ, ένας χήρος πενηντάρης, είναι ο “πατριάρχης” της λεωφόρου, καθώς όλη τη μέρα πηγαίνει πάνω κάτω, μιλώντας με τους μαγαζάτορες και τις πόρνες, προλαβαίνοντας μικροκλοπές και μη διστάζοντας να χειροδικήσει με τον “παλιό, καλό τρόπο” ενός μπάτσου που δεν καταλαβαίνει από κοινωνικές ευαισθησίες και δημοκρατικές συμπεριφορές. Ζει ολομόναχος, μετά τον θάνατο της αγαπημένης του συζύγου, χωρίς να αλλάξει τίποτα στο σπίτι – σε ένα σπίτι που γυρίζει μόνο για να κοιμηθεί. Στην φαντασία του, ζει ακόμα με την γυναίκα του κι έχουν παιδιά (δύο κόρες), παρότι ποτέ τους δεν κατάφεραν να τεκνοποιήσουν, ενώ δυο βράδια τη βδομάδα τα περνάει παίζοντας χαρτιά εδώ και χρόνια με φίλους του μαγαζάτορες της περιοχής.
Όταν ένας νεαρός βρίσκεται νεκρός σε έναν παράδρομο της λεωφόρου, γνωρίζουν από το εγκληματολογικό ότι ο Λαπουάντ θα ασχοληθεί θέλουν δεν θέλουν με την υπόθεση. Μαζί του θα είναι κι ένας νεαρός εκπαιδευόμενος αστυνομικός, ο Γκούτμαν που στην αρχή φρικάρει με τις μεθόδους του έμπειρου Λαπουάντ, που δεν διστάζει να μπουκάρει σε σπίτια χωρίς ένταλμα ή να ξεφτιλίζει τους νταβατζήδες της περιοχής όταν κάνουν μαγκιές, έλα όμως που αυτές οι ενέργειες λειτουργούν προς κατάπληξη του Γκούτμαν.

“…Του Γκούτμαν του φαίνεται περίεργο που ο Λαπουάντ γνωρίζει τόσα πολλά για τις ανθρώπινες αντιδράσεις και την ανθρώπινη κατάσταση και την ίδια στιγμή είναι τόσο αμόρφωτος. Αμφιβάλλει αν ο υπαστυνόμος μπορεί να εξηγήσει όρους όπως το “Εκείνο” του Φρόιντ ή η “ψυχογενής φυγή”. Κατά πάσα πιθανότητα, αναγνωρίζει τη λειτουργία αυτών των δυνάμεων και των μηχανισμών, χωρίς να ξέρει να τις ονοματίσει.”

Ο Λαπουάντ έχει όμως τα δικά του προβλήματα να διευθετήσει εκτός από τον φόνο. Τα παράπονα στον αστυνομικό διευθυντή της περιοχής για τις μεθόδους του, αυξάνονται κι εκείνος του ζητάει να παραιτηθεί σύντομα με τιμητική σύνταξη, ενώ γνωρίζει και μια νεαρή κουτσή πόρνη που την λυπάται και την φιλοξενεί σπίτι του για ένα βράδυ στην αρχή, που μετά γίνονται περισσότερα, φέρνοντας μια (ευχάριστη στην αρχή) αναστάτωση στην ρουτίνα του. Από την άλλη, προσπαθεί με τον συνεργάτη του να εξιχνιάσουν την δολοφονία που δείχνει να μην είναι τόσο τυχαία όσο έδειχνε στην αρχή, καθώς τα νέα στοιχεία που προστίθενται δείχνουν μια ιστορία αρκετά πολύπλοκη που συνδέεται με παλιότερες δολοφονίες που έγιναν στην περιοχή που ελέγχει ο Λαπουάντ.

Μυθιστόρημα που είναι επικεντρωμένο στον κεντρικό του ήρωα, τον Λαπουάντ, είναι “Η Λεωφόρος”. Ένας άνθρωπος που αντιπροσωπεύει μια παλαιότερη εποχή η οποία φτάνει στο τέλος της και αδυνατεί να προσαρμοστεί στις σύγχρονες μεθόδους, ο αστυνόμος, γνωρίζει ότι δεν έχει μέλλον σε αυτή τη δουλειά, είναι ένας μοναχικός καουμπόι, ένας ήρωας ελεγειακός που βαδίζει προς το τέλος των δοξασμένων του ημερών, που ζει μέσα στη μοναξιά και παρέα με τις αναμνήσεις του. Δίπλα του, στην όλο ζωντάνια αφήγηση του Τρεβάνιαν, ωραία σκιαγραφημένοι χαρακτήρες της ζωής της λεωφόρου, οι πόρνες, οι μαγαζάτορες, τα κλεφτρόνια, αλλά και ο νεαρός εκπαιδευόμενος Γκούτμαν με τις δικές του αγωνίες και άγχη.

“Η Λεωφόρος” δεν βασίζεται στην αστυνομική πλοκή, η οποία παρουσιάζει μεν ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι κάτι πρωτότυπο, στερώντας από αυτό το ωραίο νουάρ, την απογείωσή του. Είναι ένα βιβλίο που δίνει το βάρος του, στην ατμόσφαιρα του κεντρικού δρόμου, την λεπτομέρεια στις περιγραφές, στις σχέσεις που αναπτύσσονται εκεί, στην ανθρωπογεωγραφία της περιοχής σε συνδυασμό με το εμφανές κοινωνικό σχόλιο για τις αλλαγές με εταιρείες που χτίζουν γραφεία και σπίτια, για μια πόλη που αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς.

Χρησιμοποιώντας πολλά στοιχεία από τον κινηματογράφο (οι περιγραφές της λεωφόρου θυμίζουν πανοραμικά πλάνα και εικόνες από ταινίες του Σκορτσέζε ή το (έξοχο) τηλεοπτικό «The Deuce»), με ωραίους διαλόγους και έναν ήρωα που χαράσσεται στη μνήμη σου, “Η Λεωφόρος”, είναι ένα θαυμάσιο page-turner βιβλίο που το απολαμβάνεις και περνάς υπέροχα μαζί του. Το κυριότερο όμως είναι ότι με αυτό το μυθιστόρημα γνωρίζουμε έναν σημαντικό συγγραφέα, ανυπομονώντας για το γνωστότερο βιβλίο του, το “Shibumi” που θα μεταφραστεί κι αυτό στη γλώσσα μας.

Βαθμολογία 79 / 100

Άγης Αθανασιάδης

(Συνολικές Επισκέψεις 279, 1 επισκέψεις σήμερα)

mm
About Αγης Αθανασιάδης 107 Articles
Ο Άγης Αθανασιάδης, είναι συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου/καφέ Booktalks στο Π.Φάληρο. Βιβλιομανής σε σημείο ψυχασθένειας, διατηρεί το βιβλιοφιλικό blog Librofilo (www.librofilo.blogspot.gr) και δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς την ανάγνωση λογοτεχνίας που (μαζί με τον κινηματογράφο), αποτελεί το μεγαλύτερό του πάθος.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*