20/07/2019

«Μέρες δίχως τέλος», του Σεμπάστιαν Μπάρι, Βιβλιοκριτική από τον Άγη Αθανασιάδη

Βιβλιοκριτική από τον Άγη

Μακριά από το Σλάιγκο της Ιρλανδίας, τον γενέθλιο τόπο της οικογένειας Μακνάλτι, πηγαίνει τους αναγνώστες του ο σπουδαίος Sebastian Barry (Δουβλίνο, 1955) με το τελευταίο του μυθιστόρημα “ΜΕΡΕΣ ΔΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ” (“Dayswithout end”) – (εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Μ.Αγγελίδου, σελ.294). Η αναφορά στην οικογένεια Μακνάλτι που αποτελούν τους σχεδόν μόνιμους ήρωες των ιστοριών του (πάντα εξαιρετικού) Ιρλανδού συγγραφέα, δεν είναι τυχαία, αφού ένα μέλος της, ο Τόμας Μακνάλτι είναι ο ήρωας του μυθιστορήματος που εκτυλίσσεται στην Αμερική του 19ου αιώνα.

Οι “Μέρες δίχως τέλος“, το πολυβραβευμένο αυτό βιβλίο, είναι μια ιστορία γεμάτη βία και ρεαλισμό, μια ενδελεχής ματιά στην ραχοκοκαλιά της ιστορίας ενός έθνους, αλλά και μια ρομαντική ιστορία γεμάτη έρωτα και πάθος, είναι μια ιστορία για την κατάκτηση της άγριας Δύσης, για τον Αμερικάνικο εμφύλιο πόλεμο, το Αμερικάνικο ιππικό, τους ινδιάνικους πολέμους, αλλά και μια ιστορία για την επιβίωση, την φιλία, την καλοσύνη και την απανθρωπιά, την συντροφικότητα και την προδοσία.
Ο αφηγητής Τόμας Μακνάλτι φτάνει στις Η.Π.Α. λίγα χρόνια πριν την δεκαετία του 1850, ορφανός και φυγάς από την πατρίδα του την Ιρλανδία που υποφέρει από την πείνα και την φτώχεια, μικρό παιδί, έφηβος ακόμα, και μετά από ένα επίπονο ταξίδι. Συναντάει τυχαία τον σχεδόν συνομήλικό του (λίγο μεγαλύτερο) Τζον Κόουλ, και αποφασίζουν να πορευτούν μαζί προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Θα σταθούν τυχεροί, αφού ένας ιδιοκτήτης σαλούν θα διακρίνει την ομορφιά τους και θα τους βάλει να χορεύουν κάθε βράδυ στο σαλούν του, ντυμένοι γυναίκες προς διασκέδαση των μεταλλωρύχων της περιοχής.
Ο χρόνος όμως είναι αδυσώπητος και τα δύο παιδιά μεγαλώνουν, κυρίως ο Τζον Κόουλ ψηλώνει πολύ, σε σημείο να μη μοιάζει με γυναίκα, σε αντίθεση με τον Τόμας Μακνάλτι που παραμένει κοντός και με λεπτά χαρακτηριστικά, κι έτσι η συνεργασία τους με το σαλούν τελειώνει. Τα δύο αγόρια κατατάσσονται στο ιππικό και συμμετέχουν στους “Ινδιάνικους πολέμους”, τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του στρατού για να εκδιώξει τους Ινδιάνους της Δύσης από τις περιοχές τους και να τοποθετηθούν άποικοι που μεταβαίνουν με τα καραβάνια τους εκεί. Οι δύο νεαροί, που είχαν γίνει ήδη εραστές από την εποχή του σαλούν, θα διακριθούν για το θάρρος και το πείσμα τους, ενώ θα διασώσουν και μια μικρή ορφανή Ινδιάνα, την οποία θα έχουν σαν κόρη τους. Το πρόβλημα του επαγγελματικού προσανατολισμού τους απασχολεί, αλλά σε μια πόλη ξαναβρίσκουν τον επιχειρηματία που είχε το σαλούν που δούλεψαν, και που τώρα διευθύνει, ένα θέατρο/καμπαρέ όπου λευκοί βάφονται μαύροι (τα περίφημα “μίνστρελ σόους”) και οι άνδρες παίζουν γυναικείους ρόλους, τους προτείνει λοιπόν, να εργαστούν γι’ αυτόν, κάνοντας ένα πρόγραμμα όπου θα υποδύονται ένα κανονικό ζευγάρι, ο Τζον ως άντρας και ο Τόμας ντυμένος γυναίκα, με ρούχα ειδικά ραμμένα για εκείνον. Ο Τόμας αισθάνεται πολύ άνετα μέσα στα γυναικεία ρούχα και αποφασίζει να τα φοράει και στο σπίτι που πιάνουν με τον Τζον και την μικρή ινδιάνα.


“Νιώθω άνεση όταν είμαι γυναίκα. Σφίξιμο κι ένταση όταν είμαι άντρας. Το κορμί μου σπασμένο όταν είμαι άντρας. Γερό και γιατρεμένο όταν είμαι γυναίκα. Τα βράδια αποκοιμιέμαι με ψυχή γυναίκας, και το ίδιο ξυπνάω. Δεν πιστεύω πως αυτό μπορεί ποτέ ν’ αλλάξει. Μπορεί να γεννήθηκα άντρας και μεγαλώνοντας έγινα γυναίκα. Μπορεί το αγόρι που συνάντησε ο Τζον Κόουλ να’τανε ήδη κορίτσι. Εκείνος πάντως δεν ήτανε κορίτσι. Με τίποτα. Μπορεί να’ναι πολύ κακό. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν γράφει τίποτα η Βίβλος γι’αυτή την ιστορία. Μπορεί κανείς ποτέ να μην έχει γράψει την αλήθεια της.”

Η ιδιότυπη οικογένεια, ζει ευτυχισμένα και σχετικά ανέμελα στην μικρή πόλη, μέχρι την κήρυξη του εμφύλιου. Τα δύο αγόρια (ακόμα πολύ νέοι) θα καταταχτούν στο σύνταγμα του παλιού τους αξιωματικού και θα ξαναβρούν τους συντρόφους εκείνων των χρόνων. Ο εμφύλιος όμως θα κρατήσει χρόνια και η βία κλιμακώνεται όσο βαδίζει προς το τέλος του – οι εικόνες του πολέμου μέσα από την γραφή του Μπάρι είναι εκπληκτικές -, ο Τόμας και ο Τζον θα πληγωθούν, θα επιβιώσουν μέσα στην τρέλα που επικρατεί και όταν πια θα νομίζουν ότι τα πράγματα ηρέμησαν και μπορούν να ξαναζήσουν ευτυχισμένοι, παλιές πληγές θα ξανανοίξουν και νέα προβλήματα θα ανακύψουν.


“Δεν είναι δύσκολο να πεθάνεις για την πατρίδα σου. Ο ευκολότερος θάνατος απ’ όλους είναι. Κι ο Θεός το ξέρει αυτό. Ο πιτσιρικάς ο Σεθ ΜακΚάρθι ήρθε από το Μιζούρι για να γίνει τυμπανιστής στο στρατό των Ομοσπονδιακών, και τι κέρδισε; Ήρθε μια μπάλα ομοσπονδιακού κανονιού και του πήρε το κεφάλι. Τον βρήκαμε την άλλη μέρα το πρωί, όταν σαρώσαμε το λιβάδι ψάχνοντας χαρτιά και τέτοια να τα στείλουμε στις οικογένειες των σκοτωμένων. Ανάμεσά τους κι ο Σεθ, με το τύμπανο ακόμα περασμένο στο παιδικό του στήθος. Χωρίς κεφάλι. Δεν ήταν ο μόνος, δεν ήταν το χειρότερο θέαμα που αντίκρυσαν τα μάτια μας μετά το χαμό. Το χειρότερο ήταν τα καρβουνιασμένα κουφάρια.”

Το υπέροχο αφηγηματικό ύφος του Μπάρι, είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής αυτού του εκπληκτικού μυθιστορήματος που έχει όλα όσα μπορεί να ζητήσει ένας αναγνώστης! Φοβερό ρυθμό, ανάπτυξη χαρακτήρων (θα μπορούσε κάποιος να το πει και “μυθιστόρημα ενηλικίωσης”), ζωντανούς διαλόγους, τρισδιάστατους ήρωες, χιούμορ ακόμα και στις δραματικότερες σκηνές. Η μοναδική συγγραφική ικανότητα του συγγραφέα καθηλώνει ακόμα και τον πιο αποστασιοποιημένο αναγνώστη, όταν αφήνει τη ματιά του μέσα σε σελίδες άκρατης βίας και αιματοκυλίσματος να περιπλανηθεί στα λιβάδια και στα τοπία μιας χώρας ωραίας και άσχημης, απέραντης και ατελείωτης χαρίζοντας μοναδικές εναλλαγές εικόνων και συναισθημάτων.
Βέβαια στην καρδιά αυτού του μυθιστορήματος βρίσκεται η ερωτική ιστορία των δύο νέων. Δοσμένη με ευαισθησία και απαράμιλλη οικονομία λόγου, περνάει φυσικά και σχεδόν ανεπαίσθητα για τον αναγνώστη, το θέμα της παρενδυσίας και της ιδιόμορφης οικογένειας που μπορεί κάποιους να ξενίσει αλλά είναι τόσο αφοπλιστικός ο τρόπος που περιγράφεται που δεν μπορείς να αντισταθείς στην γοητεία αυτής της σχέσης.
Υπαινικτικότητα (κάτι που χαρακτηρίζει όλα τα μυθιστορήματα του Μπάρι) και λυρισμός που εντυπωσιάζει, καθώς εισέρχεται δημιουργικά μέσα σε εικόνες γεμάτες βία, και πολύ αίμα, στο “Μέρες δίχως τέλος“, αλλά και κινηματογραφικός ρυθμός (δεν μπορείς να μη σκεφτείς μεγάλα γουέστερν), όπως και μουσικότητα σε ένα βιβλίο που μπορεί να μην είναι το καλύτερο του Sebastian Barry, αλλά είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα, που εισέρχεται βαθιά μέσα σου και δεν μπορείς να το λησμονήσεις εύκολα.
Βαθμολογία 84 / 100

Άγης Αθανασιάδης

(Συνολικές Επισκέψεις 24, 1 επισκέψεις σήμερα)
KING GIZZARD & THE LIZARD WIZARD «BOOGIEMAN SAM», το τραγούδι του Σαββάτου (Video)
Τζούλιαν Ασάνζ: Γι' αυτό το βίντεο δεν θα τον συγχωρήσουν ποτέ οι ΗΠΑ (Video)

mm
About Αγης Αθανασιάδης 86 Articles
Ο Άγης Αθανασιάδης, είναι συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου/καφέ Booktalks στο Π.Φάληρο. Βιβλιομανής σε σημείο ψυχασθένειας, διατηρεί το βιβλιοφιλικό blog Librofilo (www.librofilo.blogspot.gr) και δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς την ανάγνωση λογοτεχνίας που (μαζί με τον κινηματογράφο), αποτελεί το μεγαλύτερό του πάθος.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*