Πώς είναι να είσαι φασίστας (και να μην το ξέρεις) – Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Favorite

                Η αυτογνωσία είναι μεγάλη υπόθεση! Ίσως η σπουδαιότερη αρετή απ’όλες. Ελάχιστοι έχουμε αυτογνωσία, και ακόμη λιγότεροι έχουμε την παραμικρή διάθεση να αποκτήσουμε. Το να ξέρεις τι αγαπάς και τι μισείς, τι σε κάνει ευτυχισμένο και τι είναι τοξικό για την ψυχική σου ισορροπία, αυτή η προϋπόθεση απόλαυσης της ζωής και της συναναστροφής με τους άλλους ανθρώπους, είναι η μεγαλύτερη κατάκτηση του ώριμου ανθρώπου. Δυστυχώς, ούτε η μόρφωση, ούτε οι σπουδές, ούτε η φιλομάθεια, ούτε το λεπτό πνεύμα, ούτε η ευγένεια ούτε κανένα άλλο γνώρισμα πολιτισμού δεν προεξοφλεί την αυτογνωσία: εδώ μιλάμε για μια διαδικασία επώδυνη, συχνά τραυματική, μέσα από την οποία βγαίνει κανείς νικητής. Και, το κυριότερο, βγαίνει με ανοιχτούς ορίζοντες στον κόσμο και στους ανθρώπους.

                Ο συντηρητικός άνθρωπος μπορεί να έχει αυτογνωσία, δεν αποκλείεται. Το να είσαι συντηρητικός είναι απόρροια φόβων, αναστολών, της αγωγής που έχεις λάβει, της συνθετικής σου σκέψης-ένα σωρό παράγοντες μπορεί να εκβάλλουν στην κοινή κοίτη του συντηρητισμού, χωρίς αυτός ο χαρακτηρισμός απαραίτητα να σημαίνει στροφή προς την οπισθοδρόμηση και προς ξεπερασμένες θεωρίες ζωής και συστήματα ηθικής. Όταν, λοιπόν, διαπιστώνουμε πως  στη σύγχρονη πολιτική σκηνή παρατηρείται στροφή προς τον συντηρητισμό, δεν εννοούμε καθόλου την παραπάνω «ευγενή» εκδοχή του συντηρητισμού: αντιθέτως, εννοούμε μια σειρά από καθηλώσεις, μια σειρά από αμυντικά τείχη που υψώνονται απέναντι στον συνάνθρωπο, εννοούμε μια νοσηρή κατάσταση μεσαιωνικών επιλογών και απόλυτων κατηγοριοποιήσεων, τόσο στην ιδεολογικο/πολιτική σφαίρα, όσο και στον στίβο της καθημερινής ανθρώπινης συναναστροφής. Παρατηρούμε ότι ο νεοσυντηρητικός συμπολίτης μας επινοεί φανταστικούς κινδύνους, πάνω στους οποίους μεταθέτει τις αγωνίες και τους φόβους του για τους πραγματικούς κινδύνους: τις τεράστιες οικονομικές ανισότητες, την κάθε μορφή κοινωνικής καταπίεσης, τον πόλεμο και την οικολογική καταστροφή (δηλαδή, όλα όσα τον απειλούν στην πραγματικότητα). Ο φοβισμένος δυτικός άνθρωπος (πολίτης κοινωνιών που αποδομούνται, σταδιακά) διακηρύσσει την επιστροφή σε μια συνθήκη ασφάλειας απολύτως ουτοπική και κατασκευασμένη, στα πλαίσια της οποίας η ύπαρξή του θα έχει υψώσει τείχος ασφαλείας απέναντι σε υποτιθέμενους «εχθρούς». Αυτοί οι δήθεν επικίνδυνοι εχθροί εστιάζονται σε ομάδες/στόχους που, αντίθετα από τους ισχυρισμούς του,  είναι ήδη καταπιεσμένες ή κοινωνικά περιθωριοποιημένες. Όμως η σύνδεση αυτών των ομάδων με κάποιον υποτιθέμενο κίνδυνο/απειλή δίνει δίοδο έκφρασης στον θυμό του, ενώ συγχρόνως αποκρύπτει τις πραγματικές αιτίες της περιθωριοποίησής τους. Ο βαθμός αυτογνωσίας του νεοσυντηρητικού δυτικού ανθρώπου είναι, όπως αντιλαμβάνεστε, μηδενικός.

Ο φανταστικός «εχθρός»

                Όπως ακριβώς είχε δομηθεί και ο αντισημιτισμός στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, η στοχοποίηση κάποιων ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων είναι η προσφιλέστερη επιλογή του ακαλλιέργητου συντηρητικού, που δεν θέλει να αντικρύσει τη δική του ευθύνη για τα κακώς κείμενα, ούτε επιθυμεί να καταγγείλει τις ευθύνες της εξουσίας για την καταπίεση που νιώθει. Ανίκανος να επισημάνει τις ευθύνες της εξουσίας για τα δεινά που υφίσταται ο ίδιος, μεταθέτει την ευθύνη στις (ομοιοπαθείς προς αυτόν) ομάδες, που τις θέτει στο στόχαστρό του, με τα εξής τρία ολέθρια αποτελέσματα:

  1. να παραγνωρίζει την αιτιολογική σχέση φτώχειας και κοινωνικής ανισότητας (θύμα και των δύο είναι και ο ίδιος, αλλά δεν το ξέρει).
  2. να αποκλείει την αλληλεγγύη του με τις περιθωριοποιημένες ομάδες που βαφτίζει «εχθρούς» του, διευκολύνοντας έτσι τους οικονομικά ισχυρούς να διαιωνίζουν την κατάσταση που συνθλίβει τα δικαιώματα, στοιχειώδη και πολιτικά (που και ο ίδιος προ πολλού έχει χάσει, αλλά δεν θέλει να το παραδεχτεί).
  3. να επιβάλλει ως «λογική» την (πεπλανημένη) «κοινή λογική». Αυτό, βεβαίως, ελλείψει κάποιου προσωπικού πλάνου αναφοράς, ελλείψει αυτοπροσδιορισμού και αυτογνωσίας.

Δεν χρειάζεται να πλατειάσω, σε αυτό το σημείο. Όλοι ξέρουμε πως το αμέσως επόμενο στάδιο είναι να αναρτά «ταμπέλες» στους φανταστικούς εχθρούς του με ονομασίες που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως «ισλαμοαριστεριστής», ή να επιστρατεύει εκφράσεις προκατασκευασμένες, όπως  “woke agenda” και “gender ideology”: και μόνο χρησιμοποιώντας αυτές τις χαλκευμένες διατυπώσεις, άθελά του αναπαράγει την ιδεολογία που συνθλίβει και τον ίδιον. Στο θεωρητικό κατασκεύασμα της πεπλανημένης ιδεολογίας του συντηρητικού (συνήθως ακροδεξιού), ο «απειλητικός άλλος» ποτέ δεν είναι ο εαυτός του, γιατί τον εαυτό του δεν τον βλέπει.

  1. Μπορεί ως εχθρό του να λογιάζει κάθε άνθρωπο εθνικά ή πολιτισμικά ξένο προς τον ίδιο. Η περίπτωση του αντισημιτισμού εντάσσεται στη γενικότερη φοβία έναντι των «μη Χριστιανών», αλλά εμπεριέχει και την αίσθηση της απειλής από την οικονομικά ισχυρή (ήδη κατά τον Μεσοπόλεμο) κοινότητα των ισραηλιτών. Η περίπτωση του ρατσισμού κατά των μεταναστών πρέπει να αναζητηθεί στον φόβο για την απώλεια κάποιων «κεκτημένων» του (ομοιογένεια γλώσσας, υποτιθέμενη ομοιογένεια καταγωγής, διατήρηση των «εθνικών» χαρακτηριστικών, διατήρηση των θέσεων εργασίας, εισβολή ξένων ηθών, κοκ), κεκτημένων που τα παρερμηνεύει ως άξονες αναφοράς και προσωπικού προσδιορισμού.
  • Μπορεί ως εχθρό του να εκλαμβάνει κάθε «διαφορετικό», με την ευρεία έννοια του όρου. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί αν απεχθάνεται τις γυναίκες που ασπάζονται φεμινιστικά δόγματα, τις γυναίκες που προβαίνουν σε εξωγαμιαίες σχέσεις και τις γυναίκες που επιλέγουν να κάνουν άμβλωση: κρατώντας οχυρό απόρθητο το στενό ανδροκρατικό του πρίσμα, ο γυναικοφοβικός συντηρητικός θεωρεί πως δικαιούται να εκφέρει άποψη σε αυτά τα καθαρά γυναικεία ζητήματα. Ενώ, βεβαίως, δεν δικαιούται.
  • Τέλος, μπορεί να βλέπει ως εχθρό κάθε άνθρωπο που φέρει ιδιαιτερότητες ως προς την ταυτότητα του φύλου του.

                Από ψυχολογικής πλευράς οι ρατσιστικές πεποιθήσεις συνήθως έχουν να κάνουν με τη χαμηλή ψυχοσυναισθηματική ωριμότητα. Είναι γνωστό μέσα από έρευνες, ότι οι ηλικίες όπου ο άνθρωπος ανέχεται λιγότερο το διαφορετικό και του αρέσει να υιοθετεί απόλυτες και φανατικές αντιλήψεις είναι γύρω στα 5 κι έπειτα γύρω στα 7 με 8 έτη. Οι απόλυτες, ξεκάθαρες θέσεις βοηθούν το παιδί αυτών των ηλικιών να βάλει βάσεις και να χτίσει το εγώ του και τα όριά του. Βρίσκεται κυρίως σε εγωκεντρικό στάδιο ανάπτυξης. Αργότερα, όμως, όταν ολοκληρώσει ικανοποιητικά αυτό το εξελικτικό στάδιο, ως υγιής έφηβος και μετά ενήλικας, θα καλείται να αλλάζει τις σταθερές του διαρκώς. Ωστόσο, τι γίνεται όταν ο/η εν λόγω «ενήλικος»/η
ψυχοσυναισθηματικά έχει μείνει στην ηλικία των 8 ετών; Αυτός ο άνθρωπος μπορεί να είναι ένας κατά τα άλλα καλός/ή επαγγελματίας, σύντροφος, οικογενειάρχης, ανοιχτόμυαλος/η σε διάφορα άλλα δικά του/της θέματα, αλλά όταν έρχεται αντιμέτωπος με ζητήματα που αφορούν το διαφορετικό, συνήθως τα διαχειρίζεται όσο ανεπεξέργαστα και απλοϊκά το κάνει κι ένα παιδί 7 ή 8 χρόνων. Και πόσο επικίνδυνο είναι κάτι τέτοιο όταν αυτός ο/η «ενήλικος»/η κατέχει και θέση άμεσης επιρροής σε μια κοινωνία (π.χ. είναι πολιτικός, εκπαιδευτικός, απονέμει δικαιοσύνη, εργάζεται στην πρόνοια κτλ);

Η απατηλή ταυτότητα του «φυσιολογικού»

                Η ψυχαναλυτική θεωρία έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη για την αιτία κάθε μορφής επιθετικότητας. Όταν δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να αναλάβουμε την ευθύνη για την δική μας κατάσταση ή τη ζωή μας, τη μεταθέτουμε στους άλλους. Ο T. Szasz είχε πεί εύστοχα: Ο αποδιοπομπαίος τράγος δεν είναι ένα πραγματικό πρόσωπο αλλά ένας τύπος ή  μια «μεταβιβαστική φιγούρα» στην οποία προβάλλει ο παρατηρητής τους δικούς του φόβους (ή ελπίδες). Όλα έχουν να κάνουν με τον βαθμό ομοιότητας που φέρει ο άλλος άνθρωπος συγκρινόμενος με εμένα. Αλλά για σκεφτείτε με πόσους μικρούς τρόπους μπορεί να διαφέρει κανείς από τους άλλους: μπορεί να διαφέρει ως προς τον τρόπο σκέψης, ως προς τις απόψεις, ως προς τις πεποιθήσεις, ως προς το συναίσθημα, ως προς τη συμπεριφορά, ή να διαθέτει ένα στοιχείο χαρακτήρα που δεν το γνωρίζουμε και μας ξενίζει όταν εκδηλώνεται (π.χ. μιαν ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση non correct, που δεν ταιριάζει με τον μέσο όρο).

                Η ρατσιστική ιδεολογία πολλές φορές χρησιμοποιεί τη φυσική πραγματικότητα και τους φυσικούς νόμους ως δικαιολογία για την εκμετάλλευση, την κακομεταχείριση και τον υποβιβασμό ανθρώπων ή ομάδων ανθρώπων. Κάποιες, δηλαδή, κληρονομικές ή φυσικές ιδιαιτερότητες (χρώμα δέρματος, ύψος) θεωρούνται ως ακαταμάχητα επιχειρήματα για την κατηγοριοποίηση ανθρώπων και λαών σε μία κλίμακα-ιεραρχία όπου στο ανώτερο βάθρο βρίσκονται οι “φυσιολογικοί”, οι “όμοιοι” και στο κατώτερο οι “άλλοι”, οι “διαφορετικοί”. Όταν κάποιος που ανήκει σε μια στερεοτυπικά απειλούμενη ομάδα (π.χ. είναι μετανάστης, ή ομοφυλόφιλος) κάνει κάτι που επιβεβαιώνει το στερεότυπο (π.χ. κλοπή ή ελευθεριάζον σεξ), τότε το στερεότυπο ενισχύεται. Αντίθετα, όταν κάτι δεν ταιριάζει με το στερεότυπο (π.χ. ένας Αλβανός βρίσκει χρήματα και τα επιστρέφει ή ένας ανοικτά ομοφυλόφιλος γίνεται αρχηγός του κόμματος της Αντιπολίτευσης), τείνουμε να το αγνοούμε και να το αποδίδουμε σε τρίτα χαρακτηριστικά (εξαίρεση, υπάρχουν και καλοί Αλβανοί, υπάρχουν και «νορμάλ» γκέι, κοκ).

                Η απειλή που νιώθει ο «φυσιολογικός» προκύπτει από τα πρότυπα της υγείας και της χρησιμότητας, στα οποία υποβάλλεται καθένας μας-και σε κάθε φάση της ζωής του. ∆ιαδικασίες επικυριαρχίας διενεργούνται από πειθαρχικά ιδρύματα, όπως τα σχολεία ή τον στρατό αλλά κυρίως από τη φυλακή, το νοσοκομείο ή την ψυχιατρική κλινική, διότι ο άνθρωπος διαμορφώνεται σε αυτά σε συνεχή αναφορά προς την αποτελεσματικότητα. Ο Foucault αποδίδει έναν εξαιρετικό ρόλο στη διαδικασία της πειθάρχησης. Σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο η πειθάρχηση λειτουργεί πέρα από κάθε λογική. Σε αυτό το σημείο, σύμφωνα με τον Foucault, εμφανίζεται το γνώρισμα που τη συνδέει με τον ρατσισμό, επειδή ακριβώς υπάρχουν αυτά τα υποτιθέμενα, φυσικά, βιολογικά γνωρίσματα, καθώς και η προκύπτουσα αποτελεσματικότητα, που οδηγούν τελικά στον ρατσισμό ως ένα ιεραρχικό σύστημα ταξινόμησης που συνδέεται άρρηκτα με τη λογική του καπιταλισμού. Ρατσιστικές ιδέες, έτσι, εντάσσονται απόλυτα στη συνήθη πολιτική σύγχρονων φιλελεύθερων κοινωνιών (βλ. Τραμπ, Πούτιν, Ορμπάν, Ερντογάν, Λεπέν, κοκ). Η σημειολογία που χαρακτηρίζει τα φαινόμενα ρατσιστικών αντιδράσεων, έγκειται στα εξής: στηλίτευση και αρνητική κριτική, ψυχολογική βία, κακόβουλες ενέργειες, σωματική βία και, εν συνόλω, προσβολή της προσωπικότητας και παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Σεξισμός και έμφυλες ταυτότητες

                Ο σεξισμός, δηλαδή οι διακρίσεις των ανθρώπων με κριτήριο το φύλο τους, συνοψίζεται στο σύνολο των διακρίσεων εις βάρος των γυναικών, στις υποτιμητικές συμπεριφορές προς τις γυναίκες και στον αποκλεισμό τους απ’ όσους τομείς δραστηριοτήτων αξιολογούνται ως σημαντικοί (πολιτική ζωή, ανώτερη εκπαίδευση κτλ.). Η δε επιθετική μορφή σεξισμού, ο «ανδρικός σωβινισμός», αντιμετωπίζει τις γυναίκες ως αντικείμενα της ανδρικής σεξουαλικής ηδονής. Υπενθυμίζω πως η πλειονότητα των φτωχότερων ανθρώπων του κόσμου είναι γυναίκες, οι οποίες επηρεάζονται περαιτέρω από διακρίσεις εάν ανήκουν σε μειονότητες. Όσο για τις ανεπτυγμένες χώρες, εκεί συχνά οι γυναίκες πλήττονται δυσανάλογα από εργασιακές πρακτικές που εισάγουν διακρίσεις και συχνά εξωθούνται σε άτυπους τομείς εργασίας ή στην παραοικονομία. Μέλη των ομάδων που πλήττονται από τέτοιες διακρίσεις δεν απολαμβάνουν ίση πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση ή την δικαιοσύνη, και η πρόσβαση περιορίζεται περαιτέρω για τις γυναίκες. Οι γυναίκες που είναι θύματα trafficking (εμπορίας ανθρώπων), συχνά υποφέρουν επίσης από φυλετικές διακρίσεις, διπλά υποταγμένες και ευάλωτες, και οι γυναίκες από ορισμένες φυλετικές ή εθνοτικές ομάδες μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στην εμπορία ή να αποτελούν στόχο των διακινητών (αθροιστικός ρατσισμός). Οι γυναίκες πρόσφυγες ή μετανάστριες είναι επίσης πιο ευάλωτες στη βία, στην έλλειψη εκπροσώπησης και στον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας. Στις ένοπλες συγκρούσεις, οι γυναίκες αποτελούν στόχους λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής. Βιασμοί και άλλες μορφές βίας κατά των γυναικών  έχουν χρησιμοποιηθεί συστηματικά ως όπλα πολέμου σε όλη την ανθρώπινη ιστορία.

                Εάν αντίδραση στον σεξισμό είναι ο φεμινισμός, δηλαδή η οργανωμένη κι επιχειρηματολογημένη υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών που περιλαμβάνει την κινητοποίηση για πολιτικά και νομικά δικαιώματα, για ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση και στην εργασία, για σεξουαλική αυτονομία και το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, δηλαδή της ελεύθερης επιλογής για το αν και πότε θα γίνει μια γυναίκα μητέρα., τότε κάθε φυσιολογικός άνθρωπος πρέπει να είναι φεμινιστής.  Εάν δε ο όρος «ετεροσεξισμός» αναφέρεται στην εχθρότητα των ετεροφυλόφιλων εναντίον των ομοφυλόφιλων και στις διακρίσεις που απορρέουν από αυτή την εχθρότητα κατά ανθρώπων εξαιτίας του σεξουαλικού τους προσανατολισμού, κάθε φυσιολογικός άνθρωπος πρέπει να τοποθετείται υπέρ της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.

Ετεροκανονικότητα και ομοφοβία

                Οι «ετεροκανονικότητες» στηρίζονται στην αντίληψη ότι οι παραδοσιακοί ρόλοι για τα φύλα και οι ετεροφυλοφιλικές σχέσεις είναι ο «κανόνας» και ότι κάθε άλλο είδος ποικιλομορφίας φύλου ή σεξουαλικής ποικιλομορφίας που παρεκκλίνει ή βρίσκεται εκτός του «κανόνα» είναι «μη φυσιολογικό», εσφαλμένο και ανήθικο. Περιλαμβάνει, επίσης, κοινωνικές προσδοκίες που βασίζονται στην πεποίθηση ότι όλες/-οι είναι ή θα έπρεπε να είναι ετεροφυλόφιλες/-λοι. Ειδικά η διάσταση της τρανσφοβίας εντάσσεται σε μια γενικότερη «ΛΟΑΤΚΙ-φοβία», ή απλά «ομοφοβία». Σύμφωνα με την ετεροκανονική νόρμα, η επιθυμητή πορεία ζωής για κάθε άτομο είναι εκείνη που περιλαμβάνει την εύρεση συντρόφου του «αντίθετου» φύλου στην αρχή της ενηλικίωσης, τον γάμο, την απόκτηση παιδιών και την ανάληψη παραδοσιακών έμφυλων ρόλων καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Σύμφωνα με την ετεροκανονικότητα, ο ηγεμονικός ανδρισμός είναι κάτοχος της αλήθειας και της πραγματικότητας και, ως εκ τούτου, ορίζει και το ηθικό πλαίσιο που ιεραρχεί τους ανθρώπους σε ανώτερους και κατώτερους.

                Οι διάφορες «ετεροκανονικότητες» αναγορεύουν τα αγόρια και τους άνδρες σε προνομιακή ομάδα και επιβάλλονται ως έμφυλες νόρμες (δηλαδή κοινωνικές κατασκευές που επαναλαμβάνονται και αναπαράγονται μέσα από αφηγήσεις, λαϊκές ρήσεις, παιδικά αναγνώσματα, σχολικά βιβλία, τραγούδια, ταινίες, ΜΜΕ, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ποπ κουλτούρα κ.α., που χτίζονται σταδιακά, ρητά και άρρητα και υπονοούνται μέσα από χιλιάδες σημεία, στάσεις, συμπεριφορές και ανταμοιβές). Οι νόρμες δεν επιτρέπουν στο άτομο να συνειδητοποιήσει την πραγματική τους καταγωγή, με αποτέλεσμα να θεωρεί τους στερεοτυπικούς έμφυλους ρόλους δική του επιλογή ή να τους αποδίδει υπερβατικά χαρακτηριστικά (δημιούργημα του θεού, της φύσης κ.άλλες αηδίες).

                Παραθέτω κάποια ερωτήματα «αντεστραμμένα», που εάν κληθεί ένας ετεροκανονικός να τα απαντήσει πιθανόν θα αντιληφθεί πόσο ομοφοβικός είναι κατά βάθος, χωρίς να το γνωρίζει:

  1. Πιστεύεις ότι η ετεροφυλοφιλία σου είναι απλά μια φάση και θα περάσει σύντομα;
  2. Είναι πιθανό η ετεροφυλοφιλία σου να πηγάζει από το υπερβολικό άγχος που σου προκαλεί η συναναστροφή με τα άτομα του ίδιου φύλου;
  3. Αν δεν έχεις κοιμηθεί με άτομο του ιδίου φύλου, πώς είσαι σίγουρος/-η ότι είσαι ετεροφυλόφιλη/-ος;
  4. Η μεγάλη πλειονότητα των παιδόφιλων είναι ετεροφυλόφιλοι. Νιώθεις ασφαλής να εκθέσεις τα παιδιά σου σε ετεροφυλόφιλους εκπαιδευτικούς;
  5. Παρά την κοινωνική υποστήριξη που λαμβάνει ο γάμος, τα ποσοστά διαζυγίου αυξάνονται ολοένα και περισσότερο. Γιατί πιστεύεις ότι υπάρχουν τόσο λίγες σταθερές σχέσεις μεταξύ ετεροφυλόφιλων ατόμων;
  6. Αν η ετεροφυλοφιλία είναι φυσιολογική, τότε γιατί τόσο μεγάλος αριθμός ατόμων με ψυχολογικά προβλήματα είναι ετεροφυλόφιλα;
  7. Πώς ελπίζεις να ολοκληρωθείς ως άτομο, όταν παρορμητικά περιορίζεις τον εαυτό σου σε έναν αποκλειστικά ετεροφυλοφιλικό τρόπο ζωής και δεν προτίθεσαι να εξερευνήσεις και να αναπτύξεις τις δυνατότητες μιας ομοφυλοφιλικής εμπειρίας;
  8. Γιατί επιμένεις να κάνεις τη σεξουαλικότητά σου τόσο προφανή και να γίνεσαι ένα δημόσιο θέαμα; Δεν μπορείς απλά να είσαι αυτό που είσαι και να το κρατήσεις για τον εαυτό σου;
  9. Έχεις ποτέ σκεφτεί την πιθανότητα, εκτός από macho, να είσαι και φασίστας και να μην το ξέρεις;

Το πρόβλημα της μη-αποδοχής διαφορετικών φύλων

                Το φύλο είναι εξαρχής κοινωνική έννοια: είναι ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες μας κατακερματίζουν σε σαφή και κατανοητά κομμάτια μια βιολογική πραγματικότητα περίπλοκη και διαβαθμισμένη. Εκ των πραγμάτων, έτσι, δεν μπορούν να αντικρύσουν αυτήν την πραγματικότητα στην ολότητά της. Αν, όπως υποστηρίζουν οι μετανεωτερικές επιστημονικές θεωρίες, το κοινωνικό φύλο δεν είναι κάτι που μας δίνεται από τη φύση, αλλά προϊόν της κοινωνίας και του πολιτισμού όπου ζούμε, δεν είναι περίεργο το ότι  το ζήτημα του φύλου έχει γίνει κεντρικό θέμα συζήτησης στον δεξιό πολιτικό λόγο (δες τις πρόσφατες δηλώσεις ηγετών σχετικά με την υποτιθέμενη ύπαρξη «μόνο δύο φύλων», παρουσιασμένη σαν να απορρέει, υποτίθεται, από την «κοινή λογική»), ενώ οι φεμινίστριες και τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, μαζί με τις μετανάστριες και τους ξένους, έχουν επιλεγεί ως στόχος του ακροδεξιού μίσους. Ο συντηρητικός πολίτης, ιδιαίτερα όταν έχει παντελή έλλειψη αυτογνωσίας και μηδενική διάθεση αυτοκριτικής, αγνοεί ότι τα χαρακτηριστικά, οι ικανότητες και οι συμπεριφορές των ανθρώπων καθορίζονται, από πολύ μικρή ηλικία, από τις πρακτικές και τις προσδοκίες του περιβάλλοντος. Έτσι, ο συντηρητικός (και ακαλλιέργητος) πολίτης ξεχνά πως κάθε μορφή ιδιαιτερότητας και «διαφορετικότητας» υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει, ανεξάρτητα από τις δικές του απόψεις, ανεξάρτητα από την «κοινή λογική» και ανεξάρτητα από τις προσπάθειες ομογενοποίησης που αποπειρώνται να καθιερώσουν τα ακροδεξιά κόμματα. Έτσι:

  1. Ξεχνά πως τα χαρακτηριστικά, οι ικανότητες και οι συμπεριφορές των αλλοδαπών (ξένων ως προς την καταγωγή, το χρώμα, την κουλτούρα, τη θρησκεία, τις συνήθειες) είναι απόρροια της αγωγής τους και, άρα, πρέπει να είναι αντικείμενο σεβασμού. Ο συντηρητικός ξενοφοβικός δεν σέβεται μεγάλη μερίδα των συνανθρώπων του.
  2. Ξεχνά πως τα χαρακτηριστικά, οι ικανότητες και οι συμπεριφορές των γυναικών (ιδιαίτερα των ισλαμικών χωρών) είναι απόρροια της ανδροκρατούμενης κουλτούρας μέσα στην οποία έχουν μεγαλώσει: οι πατριαρχικές κοινωνίες πάντα βάσιζαν την καταπίεση των γυναικών σε στερεοτυπικές αντιλήψεις για το σώμα τους και την αναπαραγωγική του λειτουργία, περιορίζοντας τις γυναίκες σε αυτήν. Ο συντηρητικός γυναικοφοβικός δεν σέβεται πάνω από το 50 τοις εκατό του πληθυσμού της Γης.
  • Ξεχνά πως τα χαρακτηριστικά, οι ικανότητες και οι συμπεριφορές των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων είναι φυσικά γνωρίσματα και όχι χαρακτηριστικά που οι ίδιοι (τάχατες) επέλεξαν για να διαφοροποιηθούν από την (κοινωνιογενή) έμφυλη ταυτότητα που αποδέχεται η «κοινή λογική». Ο ομοφοβικός/τρανσφοβικός συντηρητικός κρίνει πως έχει δικαίωμα να εκφέρει άποψη για την αντίληψη φύλου των άλλων. Ενώ δεν έχει το παραμικρό τέτοιο δικαίωμα.

Το πρόβλημα της μη-αποδοχής διαφορετικών φυλών

        Ο ιδεότυπος του σημερινού, νέου τύπου ρατσισμού, σε αντίθεση με τον παλιό βιολογικό ρατσισμό, μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά:

        α) Τη μετατόπιση του ρατσιστικού λόγου από τη «φυλή» στην «κουλτούρα». Υποκατάσταση, δηλαδή, του «επιχειρήματος» για τη λεγόμενη φυλετική καθαρότητα από αυτό της υπεράσπισης μιας «αυθεντικής» πολιτισμικής ταυτότητας.

        β) Τη μετατόπιση από την «ανισότητα» στη «διαφορά». Η παλιά υποτίμηση των «κατώτερων» («φυλών») δίνει σήμερα τη θέση της στη φοβία της ανάμειξης των πολιτισμών.

        γ) Την προσφυγή μάλλον σε «ετερόφιλες» [φιλία προς τον άλλο, τον ξένο] φόρμουλες («δικαίωμα στη διαφορά»), παρά σε «ετερόφοβες» [φόβος απέναντι στον ξένο].

        δ) Τη διατύπωση του «έμμεσου» ή «συμβολικού ρατσισμού»: ο νεο-ρατσιστικός λόγος δύσκολα συλλαμβάνεται ως «ρατσιστικός», γιατί ρίχνει όλο του το βάρος στο άρρητο, στο υπονοούμενο: οι αντισημιτιστές σήμερα παρουσιάζονται ως «αντισιωνιστές», ο αντι-μεταναστευτικός λόγος υποστασιοποιεί, καθολικεύει και δαιμονοποιεί τους «ανεπιθύμητους» ξένους. Έτσι, η αντιμεταναστευτική στάση παρουσιάζεται ως ομαλή αντίδραση μιας κοινωνίας, η οποία θεωρεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση νόμιμης άμυνας έναντι μιας «εισβολής»: η επίκληση της «εθνικής προτίμησης» («πρώτα οι εθνικά ημέτεροι πολίτες») αποτελεί τη «λογική» αποκορύφωση μιας έμμεσης αλλά πανίσχυρης πολιτικής αποκλεισμού από το εθνικό-κοινωνικό σώμα των «άλλων». Οι πολιτικές εξελίξεις που επέτρεψαν στις εκλογές του Μαΐου και Ιουνίου 2012 να εκπροσωπηθεί κοινοβουλευτικά το κόμμα της Χρυσής Αυγής που υιοθετεί έναν πρωτοφανή σε οξύτητα ρατσιστικό, ξενοφοβικό και μισαλλόδοξο πολιτικό λόγο. Πράγμα που, πέραν των άλλων, φαίνεται ότι ενθάρρυνε την εν γένει απενοχοποίηση της ρατσιστικής ρητορικής αλλά και την υιοθέτηση ανάλογων πρακτικών από διάφορες άλλες οργανωμένες ομάδες που ενεργοποιούνται επιδιώκοντας τη συναίνεση ομάδων του πληθυσμού για τη ρατσιστική δράση τους. Συχνά οι φορείς αυτής της απεχθούς ρατσιστικής πρακτικής επικαλούνται ως «άλλοθι» και «νομιμοποιητικό» επιχείρημα τη φερόμενη ως εκτεταμένη και επικίνδυνη εγκληματικότητα των μεταναστών, που υποτίθεται ότι έχει προκαλέσει ιδιαίτερη έξαρση της εν γένει βαριάς, ιδίως της βίαιης εγκληματικότητας στη χώρα.

        Η καχυποψία προς τον «διαφορετικό‐άλλο», η δυσανεξία σε μιαν υπαρκτή εικόνα αταξίας και εκτεταμένης μικροπαραβατικότητας στον δημόσιο χώρο, και εντέλει η ανάπτυξη αρνητικών στερεοτύπων, εύκολα οδηγούν στην ανασφάλεια και την εγκληματοφοβία που στρέφεται κυρίως προς τους «ξένους», σαν σε μία απρόσωπη και εχθρική ομάδα, ιδίως όταν πολιτικές δυνάμεις συστηματικά καλλιεργούν προς ίδιο όφελος το συγκεκριμένο νοσηρό κλίμα. Σε αυτήν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η απόσταση ανάμεσα στην ανοχή και στην ανοικτή υποστήριξη οργανωμένων και συστηματικών ρατσιστικών πρακτικών είναι απειροελάχιστη. Ενισχύεται στη συλλογική κοινωνική συνείδηση μια αντίληψη που νομιμοποιεί τις ρατσιστικές βίαιες πρακτικές ως «αναγκαίο κακό» για την εξουδετέρωση του κινδύνου που φέρονται να αποτελούν εν γένει οι μετανάστες και αιτούμενοι άσυλο, ιδίως αυτοί που φέρουν διακριτά εθνοφυλετικά χαρακτηριστικά, μάλιστα σε συνθήκες σχετικής αποσταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος. Το αποτέλεσμα είναι μανιχαϊστικό, επικίνδυνα απλουστευτικό: ο διαχωρισμός των αλλοδαπών, που αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως ύποπτοι ή υποψήφιοι εγκληματίες και αντικείμενα καταστολής, από τα ακίνδυνα «καθαρά» στοιχεία της πόλης, που «είναι κατά τεκμήριο νομοταγή, εφόσον είναι γηγενείς πολίτες». Πρόκειται για προφανές λογικό άλμα.

Xρήσιμο «αντίστροφο» ερωτηματολόγιο προς ελληνοπρεπείς

                Η έννοια του «διαφορετικού», σε κάθε τομέα της καθημερινότητας, θα μπορούσε να εννοηθεί και ως το στοιχείο ή η κατάσταση που εμφανίζει ένα άτομο ή μια ομάδα και τα οποία εκλαμβάνονται, από έναν τρίτο, ως κάτι ξένο και ασύμφωνο με τη δική του ιδιοσυγκρασία ή διατηρεί την άποψη ότι – με τη συμπεριφορά τους – καταπατούν ένα κοινό πλέγμα αρχών και κανόνων. Το «διαφορετικό» μπορεί να αφορά θέματα εθνικότητας, θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων, μια μορφή αναπηρίας, σεξουαλικών προτιμήσεων, σωματικού βάρους, διατροφικών συνηθειών και προσωπικών επιλογών εξωτερικής εμφάνισης (π.χ. ενδυμασία, κούρεμα, τατουάζ). Στο πλαίσιο της κοινωνικοποίησης κάθε ανθρώπου θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχει μια εσωτερίκευση στην αντίληψη ότι το οτιδήποτε διαφορετικό είναι προβληματικό (ή δεν είναι καλό, είναι κακό). Το διαφορετικό είναι μη αποδεκτό και το προβληματικό είναι μη αποδεκτό. Έτσι δημιουργείται μια στάση μη αποδοχής και προς άλλους και προς τον εαυτό μας, όταν ερμηνεύεται το οτιδήποτε ως διαφορετικό. Η εσωτερίκευση αυτή μετατρέπεται σε  μηχανισμό καταπίεσης γιατί η θεώρηση του διαφορετικού δεν έχει να κάνει μόνο με το φύλο, το χρώμα, τη ράτσα, τη θρησκεία, τη σεξουαλική κατεύθυνση. Έχει να κάνει με την ουσία της ζωής μας. Έχει να κάνει με τα ποσοστά φασισμού που φέρουμε ενδιάθετα.

                Το «αντίστροφο» ερωτηματολόγιο που θα βοηθούσε έναν ετεροκανονικό να αντιληφθεί πόσο ομοφοβικός είναι, με κατάλληλη αναδιατύπωση θα μπορούσε να οδηγήσει και σε ανάλογο ερωτηματολόγιο, απευθυνόμενο προς τους φυλετικά ανήκοντες στο φιλοξενούν πολιτισμικό μόρφωμα: δηλαδή προς όσους καλούνται να αποδεχτούν τους ξένους:

  1.         Πιστεύεις πως το γεγονός ότι είσαι Έλληνας υπήκοος σου χαρίζει απόλυτη ασφάλεια; Και γιατί;
  2.         Είναι πιθανόν να δηλώνεις «Έλληνας» γιατί έτσι νιώθεις πιο ασφαλής ανάμεσα στους υπόλοιπους που προσδιορίζουν τον εαυτό τους ως «Έλληνα»;
  3.         Εάν δεν έχεις κάνει ανάλυση DNA και δεν γνωρίζεις επακριβώς την καταγωγή σου, πώς είσαι τόσο βέβαιος πως είσαι Έλληνας;
  4.         Η σχολική διδασκαλία, οι εθνικές επέτειοι, κλπ, όλα υπερτονίζουν τη σημασία και την αξία του να είναι κανείς Έλληνας. Αυτό δεν σε ανησυχεί για έλλειψη αντικειμενικής πληροφόρησης σχετικά με τα πραγματικά (ιστορικά και χαρακτηρολογικά) γνωρίσματα των Ελλήνων;
  5.         Παρ’ όλον τον συνεχή υπερτονισμό της αξίας και του σεβασμού της ανθρώπινης ζωής που ακούγεται ότι ισχύει στην Ελλάδα, τα φαινόμενα ρατσισμού όλο και αυξάνονται. Γιατί πιστεύεις ότι η ελληνική φιλοξενία είναι τόσο τρωτός και εύθραυστος θεσμός;
  6.         Αν η ανθρώπινη ποιότητα και ιδιαιτερότητα αναγνωρίζεται και γίνεται αντικείμενο σεβασμού από την ελληνική πολιτεία, τότε γιατί τόσο μεγάλος αριθμός νεοελλήνων είναι ρατσιστές και βίαιοι κατά των αλλοδαπών;
  7.         Πώς ελπίζεις να ολοκληρωθείς ως άτομο, όταν παρορμητικά περιορίζεις τον εαυτό σου σ’έναν αποκλειστικά «ελληνικό» τρόπο ζωής και αντίληψης, και δεν προτίθεσαι να εξερευνήσεις και να αναπτύξεις τις δυνατότητες συναναστροφής αλλοδαπών και υιοθέτησης ενός διαφορετικού πολιτισμικού προτύπου;
  8.         Γιατί υπερτονίζεις δημοσίως και δηλώνεις υπερήφανος για το γεγονός ότι είσαι Έλληνας; Δεν μπορείς απλά να είσαι αυτό που είσαι και να το κρατήσεις για τον εαυτό σου;
  9. Έχεις σκεφτεί ποτέ την πιθανότητα, εκτός από φιλόπατρις,  να είσαι και φασίστας και να μην το ξέρεις;

Ο όρος βιολογικός φυλετισμός αναφέρεται σε ψευδοεπιστημονικές θεωρίες που υποστήριξαν τη φυλετική ανισότητα με βιολογικά επιχειρήματα και που συνδέθηκαν με τον κοινωνικό δαρβινισμό (την άκριτη μεταφορά της βιολογικής θεωρίας του Δαρβίνου στην κοινωνία), σύμφωνα με τον οποίο στην κοινωνία δικαιούται να επιβιώσει ο ισχυρότερος. Θεμελιωτής του φυλετικού ντετερμινισμού θεωρείται ο Γκομπινό (Essay on the Inequality of the Human Race, 1853-55), που έδωσε στον δυτικό κόσμο το αναγκαίο άλλοθι για τα αποικιοκρατικά και ιμπεριαλιστικά του σχέδια. Στο αποκορύφωμά της η φυλετική θεωρία και πρακτική έφτασε επί ναζισμού.

Ως κοινωνικό φύλο ή gender ορίζεται το σύνολο των χαρακτηριστικών που παραπέμπουν στην αρρενωπότητα και τη θηλυκότητα και διαχωρίζει τη μία κατάσταση από την άλλη. Γι’ αυτά τα χαρακτηριστικά λαμβάνεται υπόψη το βιολογικό φύλο (π.χ. αρσενικό, θηλυκό ή ίντερσεξ), η κοινωνική δόμηση των φύλων (ρόλοι των φύλων) ή η ταυτότητα φύλου.

Ως ταυτότητα φύλου, έμφυλη ταυτότητα ή gender identity ορίζεται η αντίληψη ενός ανθρώπου για το φύλο του (βιολογικό ή ψυχολογικό). Βιολογικά, δεν υπάρχει μια απλή διχοτομία ανάμεσα στο θηλυκό και στο αρσενικό. Κι ενώ στατιστικά βρίσκουμε δύο μεγάλες συγκεντρώσεις κοινών χαρακτηριστικών, που μπορούμε εμπειρικά να αναγνωρίζουμε ως θηλυκό και αρσενικό φύλο, κανένα χαρακτηριστικό δεν είναι αναγκαίο ή επαρκές για να προσδιορίσει το φύλο ενός ατόμου.

Νίκος Ξένιος

Ο Νίκος Ξένιος είναι καθηγητής στο Μουσικό Σχολείο Αλίμου και συγγραφέας

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top