30/11/2022

Το πρώτο μου διήγημα που βραβεύτηκε στον διαγωνισμό του «Ιανού», με θέμα το ρούχο

το ρούχο

Είναι σχεδόν μια βδομάδα που ενημερώθηκα ότι το διήγημα που έστειλα στον διαγωνισμό του «Ιανού» είναι ανάμεσα στα 48, τετρακοσίων λέξεων, διηγήματα που περιλαμβάνονται στην έκδοση με τα βραβευμένα.
Η χαρά μου είναι μεγάλη γιατί οι δικές μου τετρακόσιες λέξεις βρίσκονται ανάμεσα σε πολύ ενδιαφέροντα αναγνώσματα με θέμα το ρούχο.

Το πρώτο βραβείο απέσπασε το διήγημα «Η μαξιλαροθήκη» του Ισίδωρου Ρωσταδάκη, ένα πραγματικό διαμαντάκι γεμάτο ένταση, εικόνες και συναισθήματα.
Ο Ρωσταδάκης έχει στήσει μια ιστορία μεταξύ ενός εγγονού με τον παππού του και περιγράφει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο πώς σφραγίζεται μια σχέση. Δεν θα κάνω σπόιλερ για την υπόθεση, αλλώστε ο περιορισμός των λέξεων που επιβάλλουν οι διαγωνισμοί, δεν αφήνει τον αναγνώστη σε αγωνία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό που έχω να πω για τον συγγραφέα είναι ότι σίγουρα περιμένω να διαβάσω κι άλλα δικά του γραπτά.

Η έκδοση του βιβλίου με τίτλο «Το ρούχο», Εκδόσεις Ιανός, με τα διηγήματα που βραβεύτηκαν, 48 τον αριθμό, είναι μια καλή ευκαιρία για κάθε αναγνώστη που θέλει να ανακαλύψει γραφιάδες που πιθανώς θα γίνουν οι συγγραφείς του αύριο.

Αναγκαστικά όμως αυτό το κείμενο θα γίνει από εδώ και κάτω αυτοαναφορικό αφού με χαρά θα παρουσιάσω το δικό μου διήγημα. Είναι το πρώτο μου που διακρίνεται σε διαγωνισμό. Είχα ξανασυμμετάσχει πριν την πανδημία χωρίς όμως να πετύχω μια διάκριση, αυτό όμως δεν έκαμψε τη διάθεσή μου να παίζω με τις λέξεις.
«Το βλέμμα ήταν η αφορμή» είναι ο τίτλος που επέλεξα για την ιστορία που αποφάσισα να σχηματίσω με τις τετρακόσιες λέξεις που ήθελε ο διαγωνισμός.
Επιτρέψτε μου λοιπόν να το παραθέσω και να το θέσω στην κριτική σας.

Το βλέμμα ήταν η αφορμή

«Ο μικρός βγήκε από τη βάρκα σα χαμένος. Κοιτούσε γύρω του. Ήταν νύχτα και οι προβολείς που είχαν στηθεί στην ακτή έκαναν τα γιλέκα των διασωστών να φεγγίζουν περίεργα στα μάτια του γυμνού παιδιού. Θάλασσα έβλεπε πρώτη φορά. Μια μεγάλη μαύρη επιφάνεια που κουνιόταν απειλητική. Τώρα στην ακτή, έτρεμε. Είχε κλάψει στη γλώσσα του όταν βρέθηκε στο νερό. Τώρα κοιτούσε δεξιά αριστερά. Χαμένος. Μόνος. Βρεγμένος. Κρύωνε. Οι διασώστες τον πήραν σε μια τέντα και του φόρεσαν στεγνά ρούχα. Τα έβγαζαν από ένα κουτί που έγραφε σε μια άγνωστη γι’ αυτόν γλώσσα: Παιδικά έως 10 ετών».

Κοίταξε το κείμενο στο χαρτί. Θυμόταν το βλέμμα του παιδιού στην τέντα. Το βλέμμα δεν έχει γλώσσα. Ο τρόμος στο βλέμμα δε χρειάζεται μετάφραση.
Έκανε delete το αρχείο, κι άρχισε πάλι.
«Ο μικρούλης ναυαγός, μόνος γυμνός και τρομαγμένος κοιτούσε σα χαμένος τα φωσφοριζέ γιλέκα των διασωστών. Είχε κλάψει όσο άντεχε. Τώρα, βουβός, προσπαθούσε να καταλάβει τι έλεγαν εκείνες οι φωνές που μιλούσαν μια ακατάληπτη γλώσσα. Ένιωθε ότι δεν ήθελαν το κακό του. Το κακό τού το είχε κάνει εκείνο το απέραντο μαύρο πράγμα που ήταν η θάλασσα. Δεν την είχε ξαναδεί μέχρι που μπήκε με τους γονείς του στη βάρκα. Μετά η βάρκα αναποδογύρισε, κι έμεινε μόνος να κλαίει και να ζητάει τη μαμά του. Τώρα τον έντυναν με ζεστά ρούχα που τα ψαχούλευαν σε ένα μεγάλο κουτί. Η παγωνιά μέσα του συνέχιζε να τον διαπερνά…»

Το βλέμμα του παιδιού στην τέντα των διασωστών τον είχε στοιχειώσει. Ήταν ένα βλέμμα νεκρού. Οι διασώστες, τον έτριβαν και του φορούσαν τα καθαρά, τα ζεστά, τα καινούργια, τα ξένα ρούχα. Το παιδί ήταν τρομαγμένο. Δεν μπορούσε ούτε να ντραπεί από τη γύμνια του. Δεν ήξερε ακόμη ότι μόνο ξένα χέρια θα τον άγγιζαν στο εξής και όχι πάντα για καλό. Ήταν ο μόνος επιζών από τη νυχτερινή καραβιά που ήρθε από απέναντι».

Τόσα χρόνια στο ρεπορτάζ είχε δει πολλά. Βλέμμα όμως, όπως του πιτσιρικά πρώτη φορά.
Έμεινε ικανοποιημένος από το δεύτερο κείμενο.

Από τη δουλειά του δεν ήταν ικανοποιημένος. Μήνες ζητούσε να κάνει ένα ρεπορτάζ για τις καραβιές του θανάτου. «Έλα άσε τις ευαισθησίες» άκουγε. Και τώρα του ανέθεσαν να γράψει για τον πιτσιρικά, τον μοναδικό, τον γυμνό επιζώντα.
«Τώρα, που πουλάει» – υπάκουσε στην οδηγία και έγραψε. 
Σκεφτόταν το γυμνό παιδί και ένιωσε να πνίγεται, από τα «παλτά» που του έδιναν οδηγίες.
Παραιτήθηκε το άλλο πρωί κι ένιωσε ότι έβγαλε από πάνω του ένα βαρύ παλτό.

Γιάννης Καφάτος

Υ.Γ. Λόγω της δουλειάς μου έχω δει, πολλές φορές, το όνομά μου τυπωμένο σε περιοδικά και εφημερίδα αλλά και την φάτσα μου στην τηλεόραση. Η χαρά μου όταν είδα το όνομά μου τυπωμένο σε αυτόν τον συλλογικό τόμο είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη!


mm
About Γιάννης Καφάτος 2029 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες πήρε όμως πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

2 Comments on Το πρώτο μου διήγημα που βραβεύτηκε στον διαγωνισμό του «Ιανού», με θέμα το ρούχο

  1. Μπράβο Γιάννη Καφάτο!
    Η ενασχόλησή σου με τα βιβλία και η οπτική σου ματιά στα γεγονότα, σε έφεραν στο επίπεδο των σκέψεων, της συγγραφής και της διάκρισης! Εξάλλου, είναι κοινώς ομολογούμενο πως το βλέμμα από μόνο του, εστιάζεται σε ό,τι ενδιαφέρει τη σκέψη και τις ευαισθησίες που έχουμε αποθηκεύσει μέσα στο χρόνο.Χαιρόμαστε για την τιμητική βράβευση και ευχόμαστε καλό δρόμο σε ό,τι κι αν κάνεις. Νότης-Βάσω-Χάρης-Ροδή, κλπ…

1 Trackbacks & Pingbacks

  1. Ισίδωρος Ρωσταδάκης: Μια «μαξιλαροθήκη» γεμάτη συναίσθημα, εικόνες και προσδοκίες για αξιοσημείωτες μελλοντικές δουλειές - viewtag.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*