04/03/2021

Βαγγέλης Γιαννίσης: Μέσω της λογοτεχνίας καταλάβαμε πως οι Σκανδιναβικές χώρες δεν είναι ουτοπίες – Συνέντευξη

Βαγγέλης Γιαννίσης

Το Κάστρο, Η Σκιά, Το Μίσος, Ο Χορός των νεκρών: Τα 4 βιβλία που καθιέρωσαν τον Βαγγέλη Γιαννίση στην αστυνομική λογοτεχνία περιγράφουν τις περιπέτειες του επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη. Όπως και ο συγγραφέας, συνδυάζει την Ελληνική καταγωγή και το μεσογειακό ταμπεραμέντο με την Nordic σχολή αισθητικής της αστυνομικής λογοτεχνίας.
Και πριν από λίγες εβδομάδες ο Βαγγέλης Γιαννίσης που πλέον είναι περισσότερο κάτοικος Αθηνών, κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Η Γυναίκα του Ίσνταλ» (όλα τα βιβλία από τις Εκδόσεις Διόπτρα), μια ιστορία παλιά, αδιέξοδη και μυστυριώδης. Κι έτσι τον γνώρισα. Μέσα από τις γεμάτες σασπένς σελίδες του.

Ο Γιαννίσης έχει πάρει μια ιστορία που μετράει πενήντα χρόνια χωρίς να έχει καταφέρει να την εξιχνιάσει κανείς: Μια γυναίκα βρέθηκε νεκρή, σχεδόν απανθρακωμένη. Αυτοκτόνησε ή δολοφονήθηκε; Η ίδια ή ο πιθανός δολοφόνος κάλυψε για πάντα την πραγματική της ταυτότητα. Και πώς ο Γιαννίσης κατάφερε να πάρει μια ιστορία, που ξέρουμε ότι «πέφτει σε τοίχο» και την κάνει συναρπαστική;

Ο Βαγγέλης Γιαννίσης στο βιβλίο του «Η Γυναίκα του Ίσνταλ» έχει υφάνει μια σύγχρονη ιστορία αστυνομικής πλοκής με θεμέλια σε μια ιστορία που στοιχειώνει μια χώρα εδώ και πενήντα χρόνια. Αν πω ότι το βιβλίο είναι αμιγώς αστυνομικό νομίζω ότι αφήνω απ’ έξω σημαντικές πτυχές ενός κατασκοπικού θρίλερ και μιας δυνατής καταγραφής της σύγχρονης πραγματικότητας.

Αυτό καταφέρνει ο συγγραφέας της «Γυναίκας από το Ίνσταλ». Φέρνει στο προσκήνιο έναν από τους χειρότερους εφιάλτες της Ευρώπης: Τους Νεοναζί αλλά και τους πραγματικούς Ναζί, που κρύβονται ακόμη και τους οπαδούς τους που προσπαθούν να συντηρήσουν τον εφιάλτη.

Πιστός στην πρακτική μου να μην μιλάω τόσο για την υπόθεση του βιβλίου που μου έκανε εντύπωση αλλά για την αίσθηση που μου άφησε, αυτό που έχω να πω, πριν δώσω το λόγο στον ίδιο τον συγγραφέα είναι ότι «Η Γυναίκα του Ίσνταλ» είναι ένα εξαιρετικά δυνατό βιβλίο με πολλές αναγνώσεις.
Η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη που ακόμη μετράει ψηφοδέλτια και όλοι κάνουν υπολογισμούς πόσο οι ακροδεξιοί που εκλέχθηκαν μπορούν να αλλοιώσουν τις κοινωνικές κατακτήσεις της ρημαγμένης από τους Ναζί ηπείρους, κάνει το βιβλίο ακόμη πιο ανατριχιαστικά επίκαιρο.

Βαγγέλης Γιαννίσης

Η πένα του Γιαννίση δημιουργεί έναν ζοφερό κόσμο που …θα μπορούσε να είναι όπως ακριβώς τον περιγράφει!
Και τώρα σταματώ τον μονόλογο και σας καλώ να γνωρίσουμε τον ίδιο τον συγγραφέα μέσα από μια κουβέντα που κάναμε.

Μετά από 4 βιβλία, πώς αφήνεις έναν ήρωα που σε έχει καθιερώσει και προχωράς;

Δεν αφήνω τον Άντερς εντελώς, πρέπει να πω. Ωστόσο, ήθελα να αφηγηθώ μία ιστορία στην οποία ο Άντερς δε χωρούσε, μιας και διαδραματίζεται όχι μόνο σε άλλη χώρα, αλλά και σε διαφορετικό χρόνο, στο παρελθόν. Αυτές τις “διακοπές”, ας πούμε τις απολαύσαμε και οι δύο: εγώ είχα την ευκαιρία να δουλέψω πάνω σε κάτι που δεν είχα ξανακάνει (δημιουργία νέων ηρώων, έρευνα για διαφορετική εποχή, συνδυασμός μυθοπλασίας και γεγονότων) κι ο Άντερς είχε περισσότερο χρόνο για να εξελιχθεί μέσα μου. Η πέμπτη ιστορία του, την οποία γράφω τώρα, θα ήταν πολύ διαφορετική αν την είχα γράψει στη θέση της Γυναίκας του Ίσνταλ.

-«Η Γυναίκα του Ίσνταλ» τι θέλει να δώσει στο αστυνομικό μυθιστόρημα;

Ένα reboot του υποείδους των αστυνομικών ιστοριών, βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα. Στην αστυνομική λογοτεχνία τι έχουμε; Ένα βασικό μοτίβο: έγκλημα, έρευνα και κάθαρση. Σε εκείνα που είναι βασισμένα σε πραγματικές ιστορίες, και δη ανεξιχνίαστες, ο συγγραφέας πρέπει επιπλέον να αποφασίσει: θα λύσει το έγκλημα (παρουσιάζοντας, ταυτόχρονα μία εξήγηση για τον λόγο που το συγκεκριμένο παραμένει στην πραγματικότητα, εκτός βιβλίου, ανεξιχνίαστο μέχρι σήμερα) ή όχι;

Η αστυνομική πλοκή είναι κοινό σε όλα τα μυθιστορήματα του είδους. Από εκεί και πέρα, τι μένει; Οι χαρακτήρες, οι πράξεις τους, ο τρόπος με τον οποίο βλέπουν τη ζωή. Αν η Γυναίκα του Ίσνταλ ξεχωρίσει, αυτό θα είναι περισσότερο για τους χαρακτήρες και τη διαχρονικότητα των όποιων μηνυμάτων δει στο βιβλίο ο αναγνώστης.

Πιστεύεις ότι το μεσογειακό σου ταμπεραμέντο έχει μπολιάσει τη «Nordic» αστυνομική λογοτεχνία  ή Nordic εμπειρία σου ως μετανάστης και δάσκαλος, εκεί έχει τιθασεύει, ακριβώς αυτό, το μεσογειακό σου ταμπεραμέντο;\

Αν και ο ίδιος δεν το βλέπω (φαντάζομαι επειδή δεν είμαι κι ο πιο αντικειμενικός κριτής, όταν μιλάω για τον εαυτό μου), όσοι με γνωρίζουν ή με διαβάζουν αναφέρουν ότι ναι, υπάρχουν δείγματα μεσογειακής γραφής στα βιβλία μου. Θα ήθελα να πιστεύω ότι έχω πάρει καλά στοιχεία και από τους δύο κόσμους.

Πώς είναι να είσαι μετανάστης σήμερα στη Βόρεια Ευρώπη; Έχεις αισθανθεί την πίεση της «διάκρισης» όσο βρισκόσουν εκεί;

Η σύντομη απάντηση είναι όχι, ωστόσο θα ήμουν ισοπεδωτικός αν έμενα απλά σε αυτή. Ήμουν μετανάστης από μία χώρα της ΕΕ, λευκός, με πανεπιστημιακή μόρφωση και με μία σχετικά νορμάλ οικονομική κατάσταση, ενώ ευτύχησα να βρω αμέσως κατοικία (όσοι έχουν περάσει από Σουηδία φαντάζομαι λένε “τον τυχεράκια!”) και σχετικά σύντομα δουλειά, ενώ δεν είχα πρόβλημα να μάθω τη γλώσσα. Θέλω να πω ότι δεν ήμουν το είδος του στερεοτυπικού μετανάστη, οπότε οι Σουηδοί δεν με έβλεπαν τόσο ως μετανάστη, αλλά ως ένα πλήρες αφομοιωμένο μέλος της κοινωνίας του.
Αν η ερώτηση πήγαινε σε κάποιον με διαφορετικό χρώμα επιδερμίδας, διαφορετική θρησκεία, επαγγελματική κατάρτιση κτλ, η απάντηση φαντάζομαι ότι θα ήταν διαφορετική. Βέβαια, να πούμε και το σωστό: πως οι όποιες διακρίσεις υπάρχουν, προέρχονται από άτομα. Το κράτος βλέπει όλους (ή τους περισσότερους, για να μη γινόμαστε απόλυτοι) μέσα από το ίδιο πρίσμα.

Βαγγέλης Γιαννίσης

Ποια είναι μεγαλύτερη απογοήτευση σου, τώρα που έχεις επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά τη ζωή σου στη Σουηδία;

Αφενός, ότι διαβάζουν συγκριτικά λιγότεροι στην Ελλάδα, για να αναφέρω κάτι σχετικό με τον χώρο μου. Αφετέρου, ότι εξακολουθεί ακόμη να υπάρχει το κυνήγι του εύκολου κέρδους κι όχι της συνειδητής αλλαγής κι αυτοβελτίωσης.

Η αστυνομική λογοτεχνία των Σκανδιναβικών χωρών έσπασε ένα στερεότυπο: Της τάξης, της πρόνοιας για τις μητέρες και τα καλά σχολεία (που είχαμε στο μυαλό μας για τις χώρες αυτές πριν γνωρίσουμε τον αδυσώπητο κόσμο των «κακών» της αστυνομικής λογοτεχνίας). Ποια είναι η πραγματικότητα στην καθημερινότητα κάποιου παρία σε αυτές τις χώρες; Διαφέρει ας πούμε από την Ελλάδα και την άλλη Ευρώπη, ή την Αμερική;

Διαφέρει -ευτυχώς. Μέσω της λογοτεχνίας καταλάβαμε πως οι Σκανδιναβικές χώρες δεν είναι ουτοπίες. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι παρά τα ψεγάδια τους, προσφέρουν ένα καλύτερο επίπεδο διαβίωσης. Το κράτος έχει φροντίσει να παρέχει ένα δίχτυ ασφαλείας για τους λιγότερο προνομιούχους, οπότε ένας παρίας της Σουηδίας ζει διαφορετικά από έναν παρία της Ελλάδας ή της Αμερικής. Ζει καλύτερα; Ζει χειρότερα; Αυτό είναι άλλη συζήτηση. Η Σουηδία, ωστόσο, προσφέρει ευκαιρίες για όποιον βρίσκεται κάτω να σηκωθεί.

Τα απομεινάρια των Ναζί ή οι σύγχρονοι επίγονοί τους είναι πιο επικίνδυνοι για την Ευρώπη σήμερα;

Μόνο για την Ευρώπη; Σε ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο ακούγονται ακραίες φωνές. Όλες επικίνδυνες, ειδικά εκείνες που χαϊδεύουν αυτιά.

Η αστυνομική λογοτεχνία κερδίζει κάθε μέρα περισσότερους αναγνώστες. Στην Ελλάδα γιατί νομίζεις ότι συμβαίνει αυτό;

Οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων: αφενός, υπάρχει η περιέργεια των αναγνωστών να ανακαλύψουν το νέο (για την αναγνωστική κουλτούρα στην Ελλάδα) φρούτο. Αυτό, προκαλεί μία αλυσιδωτή αντίδραση: οι αναγνώστες διαβάζουν, οι εκδοτικοί ανακαλύπτουν περισσότερους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας, οι αναγνώστες ανταποκρίνονται, κ.ο.κ.

Θες να γράψεις κάποιο άλλο είδος ή παραμένεις πιστός στο είδος που σε καθιέρωσε;

Παρόλο που θα πω το κλισέ “ποτέ μη λες ποτέ”, νιώθω όμορφα γράφοντας αστυνομικά. Το απολαμβάνω, θεωρώ ότι το κάνω καλά, οπότε δεν κάνω άλλες σκέψεις.

Πόσο πιστεύεις ότι τα ανεξάρτητα μπλογκ και το διαδίκτυο έχουν συμβάλλει θετικά στην βιβλιοφιλία και στις πωλήσεις βιβλίων;

Κρίνοντας από όσα περνούν καθημερινά απ’ το feed μου, το πρόσημο φαίνεται θετικό. Θέλουμε να λαμβάνει προβολή το βιβλίο, θέλουμε να διαβάζεται. Αλλά πέρα από τα μπλογκ, χρειαζόμαστε κι ένα ισχυρό ινστιτούτου βιβλίου, το οποίο θα βοηθήσει την ελληνική λογοτεχνία να βγει προς τα έξω.

Πες μου 5 μύθους για το βιβλίο στην Ελλάδα και αντίστοιχα 5 που επικρατούν για την Σουηδία;

Στην Ελλάδα: υπάρχει καλή και κακή λογοτεχνία, οι συγγραφείς γράφουν όποτε τους έρθει έμπνευση, οι συγγραφείς γράφουν ό,τι τους κατέβει, χωρίς έρευνα, υπάρχουν βιβλία για το καλοκαίρι και βιβλία για τα Χριστούγεννα και ότι διαβάζουν μονάχα όσοι είναι “μορφωμένοι”.

Για τη Σουηδία: έχει συνεχώς φως το καλοκαίρι και σκοτάδι τον χειμώνα (ισχύει, αλλά μόνο για ορισμένες περιοχές στον βορά), οι Σουηδοί είναι σαν σύγχρονοι Βίκινγκς (εδώ γελάμε), η χώρα είναι παράδεισος, οι κάτοικοι είναι ψυχροί (μεγάλος μύθος) και όλοι έχουν λεφτά.

Αφήνεις βιβλίο αδιάβαστο αν δε σου αρέσει;

Σπάνια -επειδή πια δεν αγοράζω, ούτε διαβάζω βιβλία στην τύχη. Διαβάζω όσα πιστεύω ότι μου αρέσουν, βασισμένος είτε σε γνώμες φίλων, είτε σε ό,τι διαβάζω στο Goodreads.

Έχεις πει ότι πρέπει σε καθημερινή βάση να «βγουν από μέσα σου 2000 λέξεις». Αυτό είναι άσκηση, επιμέλεια ή ψυχαναγκασμός;

Είναι πραγματική δουλειά. Κατάλαβα νωρίς ότι αν θέλω να γίνω επαγγελματίας συγγραφέας, θα πρέπει να συμπεριφέρομαι ως επαγγελματίας εργαζόμενος: δηλαδή, κάθε μέρα να βγάζω έναν Χ φόρτο εργασίας. Ο Στίβεν Κινγκ λέει ότι ένας συγγραφέας πρέπει να δουλεύει 8 ώρες καθημερινά, εννοώντας όχι μόνο το γράψιμο, αλλά και το διάβασμα. Εγώ σε αυτά προσθέτω και τη δουλειά μου, τη μετάφραση, οπότε πολλές φορές ξεφεύγω από το οχτάωρο και ανεβαίνω στην κλίμακα του δεκαώρου.

Ως μεταφραστής, πώς είναι η δουλειά αυτή, θα την πρότεινες σε κάποιον που αναζητά «επαγγελματικό προσανατολισμό;

Είναι σκληρή, αλλά εξαιρετικά ικανοποιητική εργασία. Χαίρομαι να ξυπνάω κάθε πρωί και να στρώνομαι στη δουλειά. Από την άλλη, το καθεστώς του ελεύθερου επαγγελματία κρύβει δυσκολίες. Δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με όλα, αυτή είναι η πραγματικότητα και αναγκαστικά τη ζούμε.

Μπορείς να βιοποριστείς σήμερα στην Ελλάδα μόνο ως συγγραφέας;

Μόνο ως συγγραφέας, όχι. Σε αυτό μπορώ να είμαι κατηγορηματικός (πέραν των ελάχιστων εξαιρέσεων).

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτή την εποχή;

Το εξαιρετικό graphic novel Sabrina, του Nick Drnaso.

Πότε φοβήθηκες πρώτη φορά στη ζωή σου; Και τι έκανες για να νικήσεις τον φόβο σου – ή τον κουβαλάς και πορεύεστε ακόμη παρέα;

Ο φόβος είναι η σκιά μας. Είμαστε εκ φύσεως προγραμματισμένοι να φοβόμαστε (ειδάλλως, δε θα είχαμε επιβιώσει τόσες χιλιάδες χρόνια ως είδος). Οπότε, στη διάρκεια της ζωής μου έχω ζήσει και νίκες και ήττες από τον φόβο. Και αυτό θα συνεχιστεί μέχρι να πεθάνω.

(Συνολικές Επισκέψεις 1,044, 1 επισκέψεις σήμερα)
«Θα γίνει της που... (μπιιιιιιιιιιιιπ) ή "Θα γίνει της πουτάνας"» Διαβάστε το
MANNEQUIN PUSSY «WHO YOU ARE», το τραγούδι της Τρίτης (Video)

mm
About Γιάννης Καφάτος 1887 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες πήρε όμως πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*