05/03/2021

«Ένα βιολί στο χρώμα του πάγου», του Δημήτρη Ψαθόπουλου – Συνέντευξη

Ψαθόπουλος

 Ο Δημήτρης Ψαθόπουλος στο πρώτο του μυθιστόρημα «Ένα βιολί στο χρώμα του Πάγου» (Εκδόσεις Κέδρος), όπως μου περιγράφει παρακάτω, δυσκολεύτηκε να περιγράψει τις συνθήκες μιας πανδημίας …τέσσερα χρόνια πριν όταν το έγραφε.

Οι συνθήκες που ζούμε, με έναν ιδιαίτερο τρόπο βρίσκονται μέσα στο θρίλερ που έχει γράψει και οι σχετικές περιγραφές του συγγραφέα επιβεβαιώθηκαν, αν δεν ξεπεράστηκαν, από την ίδια τη ζωή. Πρόκειται λοιπόν για ένα θρίλερ σε «επίκαιρο» περιβάλλον.

Η αίσθηση διαβάζοντας το  ήταν πολύ έντονη όταν υπήρχε η εσωτερική και εξωτερική δράση με τους ήρωές του. Οι αναφορές, αναπόφευκτες στην κρίση και στην δική του «πανδημία» αφού όλη η δράση συμβαίνει σε ένα δυστοπικό περιβάλλον, ωστόσο μου χάλαγαν την υπόλοιπη «νουάρ» ατμόσφαιρα που πολύ έξυπνα και με ωραίες περιγραφές δημιουργούσε.
Μου άρεσε πολύ ο ένας εκ των βασικων χαρακτήρων του βιβλίου, ο Πέτρος που ήταν φτιαγμένος με φροντίδα. Ένας τύπος που δημιουργεί ανάμικτα συναισθήματα. Τελικά μάλλον δεν θα έπινα σε ένα ταβερνάκι μαζί του. Όσοι το δοκίμασαν στο μυθιστόρημα δεν τους πήγε και τίποτα καλά!

Το «Ένα βιολί στο χρώμα του πάγου» είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά που νομίζω ότι θα στο μέλλον θα γίνει η κύρια εργασία του Θεσσαλονικέα φαρμακοποιού Δημήτρη Ψαθόπουλου.

Ο λόγος πλέον στον ίδιο για να γνωρίσουμε καλύτερα και το βιβλίο και τον συγγραφέα του!

Ποια είναι η αλήθεια που θέλετε να μοιραστείτε μέσα από το «Ένα βιολί στο χρώμα του πάγου»;

Στο ένα βιολί στο χρώμα του πάγου χρησιμοποιώ μια αστυνομική ιστορία σαν άρμα, προκειμένου να θέσω έναν προβληματισμό σχετικά με τα όρια του ατομικισμού και την ευθύνη του ατόμου μέσα στην κοινωνία όπου βρίσκεται.

Οι δύο ήρωες, ο Πέτρος και ο Ορέστης, -επιφυλακτικοί και αμήχανοι ο ένας προς τον άλλον εξαιτίας μιας παλιάς ιστορίας που ο αναγνώστης ανακαλύπτει στο τέλος- αναγκάζονται να συνεργαστούν προκειμένου να οικειοποιηθούν ένα φορτίο με εμβόλια, το οποίο θα παραμείνει για λίγες μέρες σε μια στρατιωτική βάση στην Ελλάδα πριν συνεχίσει τη μεταφορά του στη μέση ανατολή. Η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς χρεωκοπίας, οι εισαγωγές έχουν παγώσει και η πανδημία μαστίζει τον πληθυσμό. Μέσα λοιπόν σε ένα περιβάλλον οικονομικής καταστροφής και κοινωνικής κρίσης, με το πλήθος καθημερινά να διαδηλώνει και να συγκρούεται, οι δύο άντρες μηχανορραφούν απομονωμένοι σε ένα υπόγειο, επενδύοντας τα ταλέντα τους στην ατομική τους σκοπιμότητα. Ακόμα και οι όποιοι ενδοιασμοί του Ορέστη,- του λιγότερο κυνικού – ακυρώνονται από την πραγματικότητα. Κάποιοι υπαινιγμοί ότι ακριβώς αυτή η έλλειψη συλλογικής συνείδησής  είναι που οδήγησε την κοινωνία στην πτώση δεν φαίνεται να βρίσκουν τόπο.

Πιστοί στο πνεύμα του Οδυσσέα, ο Πέτρος και ο Ορέστης στέλνουν έναν δούρειο ίππο για να ξεγελάσουν τον εχθρό. Η ιστορία του Οδυσσέα όμως δεν έχει μόνο  δάφνες και θριάμβους, έχει και  μοναξιά και απώλεια. Ίσως το καταλάβουν εγκαίρως ίσως είναι πλέον αργά γι αυτούς.

«Να είμαστε ένα με το πλήθος και ο καθένας μας να φωνάζει δυνατά, όσο αντέχουν τα πνευμόνια μας αλλά πάντως προς την ίδια κατεύθυνση» λέει ο Ορέστης στο τέλος. « Όλα τα άλλα τα δοκιμάσαμε».

Είναι σύμπτωση ή η πανδημία επηρέασε τον κορμό γύρω από την από τον οποίο στήσατε την ιστορία των ηρώων σας;

Η ιστορία γράφτηκε πριν τέσσερα χρόνια. Σκοπός μου ήταν να περιγράψω ένα δυστοπικό περιβάλλον μέσα στο οποίο οι ήρωες θα αγγίξουν τα όρια τους και θα κληθούν να κάνουν επιλογές που θα απελευθερώσουν τον χαρακτήρα τους.
Χρησιμοποίησα λοιπόν μια οικονομική κρίση, που σαν κάτοικος αυτής της χώρας τα τελευταία χρόνια είχα πολλά στοιχεία για να αντλήσω, σε συνδυασμό με μια υγειονομική καταστροφή με παγκόσμιες διαστάσεις.
 Στο τελευταίο αναγκάστηκα να αυτοσχεδιάσω. Στάθηκα αρκετά τυχερός, αφού κάποια σημεία της ιστορίας που δεν ήμουν σε θέση να υπολογίσω αν λειτουργούσαν ρεαλιστικά, τελικά επαληθεύτηκαν με συγκλονιστική ακρίβεια.

Οι ήρωές σας συνδέονται  μέσω των μυστικών τους. Ποια «μυστικά» κάνουν δύσκολη την επικοινωνία μας, γενικά μιλώντας.

Τα μυστικά που μας εκθέτουν, τα μυστικά που τσαλακώνουν την εικόνα μας και κυρίως αυτά που διαψεύδουν στα μάτια μας τον ίδιο μας τον εαυτό. Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει πολύ σκληρός προκειμένου να διαφυλάξει το προσωπικό του “αφήγημα” . Είναι μια μάχη που έχει μόνο ηττημένους.

Από πού εμπνευστήκατε την θεατρικότητα, και το εν γένει στιλ του Πέτρου, του βασικού σας ήρωα; Μου έκαναν εντύπωση οι εσωτερικοί του μονόλογοι που «μαρτυρούσαν» τον τρόπο «δουλειάς» του;

Προσπάθησα να σκιαγραφήσω έναν χαρακτήρα διφορούμενο. Έναν άντρα σκοτεινό, αδίστακτο, αλλά ταυτόχρονα με κάποιες ευαισθησίες και μια ιδιότυπη αίσθηση του δικαίου που μας αιφνιδιάζουν. Ήθελα έναν ήρωα που ο αναγνώστης να δυσκολευτεί να αποφασίσει αν τον συμπαθεί ή όχι. Έναν τύπο που θα ζηλεύαμε  για τις ικανότητές του και το ταπεραμέντο του και την ίδια στιγμή δεν θα τον θέλαμε ούτε στο ίδιο δωμάτιο με μας.

Πότε ένας φαρμακοποιός αποφασίζει να γίνει συγγραφέας;

Ο συγκεκριμένος φαρμακοποιός ήθελε να γίνει συγγραφέας πολύ πριν μπει στη διαδικασία να γίνει φαρμακοποιός! Ξεκίνησα να γράφω αμέσως μετά την Τρίτη λυκείου. Είχαν μόλις βγει τα αποτελέσματα των πανελλαδικών, δεν είχα περάσει στη σχολή που ήθελα και βίωνα μια τεράστια απογοήτευση. Κατέφυγα στο γράψιμο μήπως και αναστήσω τη χαμένη μου αυτοπεποίθηση. Τα έχω ακόμα εκείνα τα κείμενα. Φυσικά, είναι πλημμυρισμένα στην αφέλεια και στα κλισέ, αλλά δεν μπορώ να μην νιώσω μια τρυφερότητα όταν με θυμάμαι να τα γράφω και να ονειροπολώ ότι κάποια στιγμή ίσως γίνω στ αλήθεια συγγραφέας και ότι μπορεί  κάποτε να με ρωτήσουν για αυτές τις πρώτες μου λογοτεχνικές απόπειρες. Έγραφα λοιπόν με την πεποίθηση ότι αυτό που κάνω ίσως κάποια στιγμή να αποκτήσει σημασία. Ποιος ξέρει πότε, ποιος ξέρει πώς…

Στη συνέχεια ήρθαν οι σπουδές, έπειτα η δουλειά, η οικογένεια, και το ενδιαφέρον μου για τη συγγραφή ατόνησε. Αραιά και που έγραφα κάποιο διήγημα, έτσι, για να υπενθυμίζω στον εαυτό μου το παιδικό μου όνειρο. Όταν μετά από χρόνια έμαθα για το μεταπτυχιακό δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο της Φλώρινας, κατάλαβα ότι ήρθε η ώρα να ανασυνταχθώ.  Βρέθηκα με ανθρώπους με που αγαπούσαν τη λογοτεχνία όπως κι εγώ, γράφαμε, διαβάζαμε και ανταλλάσσαμε απόψεις. Δίναμε κίνητρο ο ένας στον άλλον να προχωρήσει. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, ξανάρχισα να γράφω συστηματικά. Κάπως έτσι προέκυψε το “βιολί”

Λόγω της δουλειάς σας είστε στις πρώτες γραμμές της διακεκαυμένης ζώνης της πανδημίας. Πώς βιώνει ένας φαρμακοποιός-συγγραφέας τους κινδύνους της πανδημίας πίσω απόν πάγκο του;

Ο φαρμακοποιός είναι ο επιστήμονας της υγείας στον οποίο ο πολίτης έχει την ευκολότερη πρόσβαση. Είναι ο πρώτος στον οποίον θα απευθυνθεί για να ενημερωθεί για την πανδημία, να μοιραστεί τις σκέψεις του, να επικοινωνήσει τους φόβους του. Όλους αυτούς τους μήνες έχω έρθει σε επαφή με ανθρώπους σαστισμένους, ανήμπορους απέναντι στην νέα αυτή απειλή, τρομαγμένους για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.
Ως φαρμακοποιός, με τα μέσα που διαθέτω, αυτό που μπορώ να κάνω είναι να ενημερώνω τον κόσμο, να του συμπαραστέκομαι, να τον βοηθώ να διαχειριστεί την αγωνία του.
Ως συγγραφέας είχα την ευκαιρία να αντλήσω πολλά ερεθίσματα από αυτήν την ιδιάζουσα συνθήκη. Δεδομένου ότι προτεραιότητά όλων μας πρέπει να είναι η αντιμετώπιση της πανδημίας, θεωρώ έντιμο να αφήσω την επεξεργασία τους για αργότερα, όταν τελειώσει αυτή η δοκιμασία. 

Θα ήθελα να μας δώσετε ένα «βιογραφικό» σας μέσα από τους τίτλους πέντε αγαπημένων σας βιβλίων.

Ένα βιβλίο μπορεί να είναι αγαπημένο για πολλούς λόγους. Πέρα από την ποιότητά του και το κατά πόσο ‘μιλάει’ στον αναγνώστη, σημαντικό ρόλο παίζει και σε τι φάση βρισκόμαστε όταν το διαβάζουμε. Όταν νιώθω καλά, είμαι χαρούμενος και αισιόδοξος το βιβλίο που διαβάζω εκείνον τον καιρό, αργότερα το αναπολώ με ιδιαίτερη τρυφερότητα. Λαμβάνοντας λοιπόν όλα αυτά υπόψη μπορώ να καταλήξω στα εξής. 

  • Ο τελευταίος Πειρασμός
  • Περί τυφλότητος
  • Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι
  • Η πανούκλα
  • Έρωτας στα χρόνια της χολέρας

Τι διαβάζετε αυτόν τον καιρό;

  Αυτόν τον καιρό διαβάζω τον “Πίνακα της Φλάνδρας” του Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε.

Το είχα ξεκινήσει πριν καιρό και το παράτησα στη μέση, δεν θυμάμαι γιατί. Το ανακάλυψα τυχαία στη βιβλιοθήκη μου, είχα ακόμα τον σελιδοδείκτη στη σελίδα που είχα μείνει. Προσπάθησα να θυμηθώ γιατί το είχα εγκαταλείψει. Αστυνομικό είναι, ενδιαφέρον απ ό,τι θυμόμουν, έχει να κάνει και με το σκάκι… δεν  έβρισκα γιατί θα μπορούσα να το είχα βαρεθεί. Μάλλον θα είχα κακή ψυχολογία τότε, ποιος ξέρει. Το ξαναπήρα από την αρχή λοιπόν. Και καλά έκανα.

Τι φοβάστε και τι ονειρεύεστε να κάνετε όταν περάσει η πανδημία;

Ως μέλος της κοινωνίας που υποφέρει από την πανδημία ονειρεύομαι το τέλος της δοκιμασίας αυτής να μας βρει πιο ευγνώμονες και πιο σοφούς. Η εμπειρία αυτή να μας βοηθήσει να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες της ζωής να ξεχωρίσουμε με μεγαλύτερη διαύγεια τα σημαντικά από τα ασήμαντα, να βελτιώσουμε τις σχέσεις μεταξύ μας. Όσον αφορά εμένα προσωπικά θα ήθελα να κάνω ένα ωραίο ταξίδι που το στερήθηκα φέτος – δεν έχω σκεφτεί ακόμα προορισμό, δεν έχει σημασία- και είμαι αποφασισμένος στο εξής να αγκαλιάζω αυτούς που αγαπώ σε κάθε ευκαιρία, γιατί δεν ξέρουμε πότε θα μας το ξανααπαγορεύσουν.

Αυτό που φοβάμαι πολύ, το τρέμω για να πω την αλήθεια, είναι όλη αυτή η περιπέτεια να μην μας διδάξει τίποτα και τελικά όλα να μείνουν ίδια με πριν.  

Γιάννης Καφάτος

(Συνολικές Επισκέψεις 108, 1 επισκέψεις σήμερα)
Για το ωδείο Athenaeum
PHOEBE GREEN «REINVENT», το Τραγούδι της Παρασκευής (Video)

mm
About Γιάννης Καφάτος 1887 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες πήρε όμως πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*