Απόστολος Στραγαλινός: Έχω πατρίδες που δεν αισθάνομαι ξένος – Συνέντευξη στον Γιάννη Καφάτο με αφορμή το βιβλίο «Το πρωί που θα φύγουμε»

Favorite

Η συλλογή διηγημάτων του Απόστολου Στραγαλινού, «Το πρωί που θα φύγουμε» (Εκδόσεις Κριτική) είναι γεμάτη από εικόνες και συναισθήματα, των ηρώων που έχει επινοήσει. Παράλληλα, κι αυτό είναι νομίζω το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των ηρώων και των ιστοριών του βιβλίου, οι άνθρωποι του Στραγαλινού, πράττουν. Είναι όντα της πράξης που θα τους οδηγήσει εκεί που θέλουν ή εκεί που φαντάζονται. Αποφασίζουν να πράξουν και να πάρουν τις τύχες τους στα δικά τους χέρια, με όποιο κόστος.

Είναι αναμφισβήτητη η ικανότητα του συγγραφέα να μας βάζει στα διαφορετικά σύμπαντα που έχει ανεπιτήδευτα στήσει για τους ήρωές του, που και αυτοί με τη σειρά τους είναι απολύτως αναγνωρίσιμοι ως προσωπικότητες.
Με κάποιους ο αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί. Μάλλον σε όλους μπορεί να βρει εκείνα τα στοιχεία που τους καθιστούν ως «κάποιους από εμάς».

Η φυγή, τα όνειρα, η ματαίωση, η προσπάθεια να μην χάσει κάνεις τη ανθρωπιά από μέσα του – όσο κι αν τον τσαλακώνει η ζωή, είναι στοιχεία των ηρώων και των ιστοριών του Απόστολου Στραγαλινού, γραμμένες με μια ήρεμη δύναμη, με ρυθμό και γλώσσα που κρατούν το ενδιαφέρον της αναγνώστριας / του αναγνώστη αμείωτο.  

Κάτι που με κέρδισε στο βιβλίο είναι η θετική έκβαση πολλών από τις ιστορίες του βιβλίου. Μπορεί να είναι πολύ προσωπικό το θέμα, αλλά επιτρέψτε μου να επισημάνω, κάτι που παρατηρώ: σχεδόν όλοι – ακόμη και οι πιο κυνικοί, τον τελευταίο καιρό αντιμετωπίζουμε με μια μεγαλύτερη αποδοχή και ανακούφιση ένα «καλό τέλος».
Βασανισμένοι όντες, ελπίζουμε τελικά ότι κάποιοι τη γλυτώνουν και το happy end σε μια ιστορία έρχεται να μας ανακουφίσει από τα δεινά που μας περιβάλλουν.  – Τέλος πάντων, όπως προανέφερα μπορεί να είναι εντελώς προσωπική η ανάγκη, πάντως ο συγγραφέας κατάφερε να με «πιάσει» και το θεωρώ πολύ σημαντικό για να μην το αναφέρω.

Η συζήτησή μας με τον Απόστολο Στραγαλινό, που έγινε με αφορμή τα διηγήματα του «Το πρωί που θα φύγουμε» νομίζω ότι ξεπέρασε τα όρια του βιβλίου και δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε καλύτερα έναν συγγραφέα που περιμένουμε με ανυπομονησία την επόμενη του δουλειά. Συζητήσαμε όλα τα παραπάνω αλλά και για την Αθήνα, τον Βόλο, την πατρίδα και τις «πατρίδες», τις μανάδες και  την έφηβη κόρη του!

Ο λόγος στον συγγραφέα, Απόστολο Στραγαλινό:

Από τη μετάφραση στην πρώτη συλλογή διηγημάτων πόσος δρόμος ή …πόσες σελίδες είναι;

Θα δανειστώ τα λόγια του Τζακ Κέρουακ από το βιβλίο του The Dharma Bums: «Μια μέρα θα βρω τις κατάλληλες λέξεις και θα είναι απλές». Βέβαια, μέχρι να τις βρει ο Κέρουακ, σήκωσε τους γιακάδες, άναψε τσιγάρο και βγήκε στον δρόμο, εκεί όπου «όλα είναι μπροστά, όπως είναι πάντα στον δρόμο». Στη δική μου διαδρομή η μετάφραση και η συγγραφή διασταυρώθηκαν. Γραπτά στο συρτάρι υπήρχαν πάντοτε. Ωστόσο, προηγήθηκε χρονικά η μετάφραση. Αποτέλεσε απαραίτητη θητεία στην οικονομία του λόγου και συγχρόνως άσκηση ταπεινότητας. Όταν έφτασε η ώρα, ως μεταφραστής βγήκα από το πετσί των συγγραφέων που μεταφράζω, και αποκάλυψα το δικό μου συγγραφικό πετσί. Οι δύο ιδιότητες αλληλοσυμπληρώνονται.

Είναι πιο εύκολο να μένει κανείς, ή να φεύγει; Ή μήπως η ερώτηση έπρεπε να είναι: Είναι πιο δύσκολο να μένει ή να φεύγει κανείς;

Ποιος αντέχει τους αποχαιρετισμούς; Και κυρίως ποιος αντέχει να μένει πίσω. Νομίζω ότι το φευγιό είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Όπως αποχωριζόμαστε τη μήτρα για τη μεγάλη περιπέτεια, όπως φεύγουμε από το σπίτι μας για να δούμε τον κόσμο, όπως το νερό που κυλάει αιώνια και δεν γίνεται έλος και βάλτος, πρέπει να φροντίζουμε να φεύγουμε. Δεν υπονοώ ότι το φευγιό είναι πράξη παραίτησης. Κάθε άλλο. Και ξέρεις, είναι ωραιότερο να μη φεύγουμε μόνοι μας. Και ακόμα ωραιότερο όταν έχουμε δώσει τις μάχες μας και έχουμε αφήσει παρακαταθήκες. Έτσι είναι ομορφότερες οι συναντήσεις στο δρόμο κι ακόμα πιο μαγική η επιστροφή.  

Τι είναι αυτό που κάνει κάποιον να θέλει να φύγει;

Το να έχει διαβάσει Ιούλιο Βερν και τον Χάκλμπερι Φιν στην παιδική του ηλικία. Το να θεωρεί ότι είναι παιδί των αστεριών και πολίτης του κόσμου. Το να πιστεύει στη φυσική ενότητα του ανθρώπου, να αψηφά τα σύνορα και να μην αποφεύγει την αναμέτρηση με τον εαυτό του.

Έχεις αισθανθεί «ξένος» στην πατρίδα σου;

Αν στη λέξη πατρίδα προσδίδεις κάτι παραπάνω από έναν γεωγραφικό όρο, ναι, πολιτιστικά, εθνικά, φυλετικά έχω αισθανθεί από πολύ νωρίς ξένος. Με νοοτροπίες, συνήθειες και όλα τα στραβά της χώρας. Γι’ αυτό και μόλις μου δόθηκε η ευκαιρία, έφυγα. Θεωρώ πολύ περιοριστική και δυνητικά επικίνδυνη την κοινώς νοούμενη έννοια της πατρίδας. Έχω πατρίδες που δεν νιώθω ξένος: Τους δίσκους μου, τα βιβλία μου, γραπτά, ποιήματα, τις αναμνήσεις μου, τα μέρη που μέθυσα, το δωμάτιό μου, τις γειτονιές μου, τα μάτια που μου χαμογέλασαν, τις αγκαλιές που με έσφιξαν μέσα τους, τις περιπλανήσεις στα μονοπάτια του μυαλού. Και πολλές πατρίδες που δεν έχω ακόμα ανακαλύψει.

Μου αρέσει που κάποιοι από τους ήρωες των διηγημάτων βγαίνουν νικητές στις αναμετρήσεις που αντιμετωπίζουν. Πιστεύεις ότι χρειαζόμαστε ιστορίες με καλό τέλος για να αντέχουμε την καθημερινότητα;

Κοίτα, δεν χρειάζεται όλες οι ιστορίες – αναφέρομαι στη βιβλιαγορά των τελευταίων ετών – να είναι δυστοπικές. Δεν είναι τόσο κουλ, όσο μερικοί φαντάζονται. Στα διηγήματά μου αφήνω την έκβαση ανοιχτή, ένα φως, ώστε να μπορεί να συνεχίσει το διήγημα ο αναγνώστης. Η συνεκτική κλωστή των διηγημάτων και των ηρώων είναι η λαχτάρα. Λαχτάρα για ελευθερία, για ελπίδα, για λύτρωση. Για ανοιχτές προοπτικές προσωπικής και συλλογικής νίκης. Άρα ναι, για να αντέξουμε την καθημερινότητα, χρειαζόμαστε αισιοδοξία και αγώνα, ώστε να την αλλάξουμε. Η ιστορία θα κάνει λάθος αν ξεγράψει τους μοναχικούς μαχητές.

Ένας άλλος ήρωάς σου, ο Ζήσης, ζει την απόλυτη ματαίωση αφού τον βάζεις στο βάσανο να «σβήνει» τον εαυτό του (και δεν το αναλύω παραπάνω για να μην κάνω σπόιλερ). Πόσους «Ζήσηδες» ξέρεις/συναντάς γύρω σου;

Ο καθένας μας ξέρει και έχει συναντήσει, ειδικά μετά το 2009 και την κρίση, πολλούς Ζήσηδες. Πολλοί από εμάς είναι Ζήσηδες. Υπάρχουν Ζήσηδες στη Νορβηγία, Ζήσηδες στη Βουλγαρία, Ζήσηδες στον Καναδά – εγώ έπλασα έναν ντόπιο, χωρίς μεγάλη δυσκολία είναι η αλήθεια, έναν αξιοπρεπή Ινδιάνο της μεγαλούπολης, έναν μοιραίο κατασπαραγμένο που αρνείται να πληρώσει το τίμημα, που προσπαθεί να μην σκληρύνει σαν τους άλλους. Έχει μια ήρεμη απόγνωση, είναι όμως τα μάτια του που σπιθίζουν που νιώθεις ότι αυτός ο μάγκας μπορεί να καταυγάσει τη νύχτα. Αν ο Ζήσης βρει το μονοπάτι για να το σκάσει, για να μη χάσει τα λογικά του, για να ανασάνει, αν συναντηθεί στο δρόμο με τους άλλους Ζήσηδες, θα έχουμε κερδίσει όλοι μας.

Μητέρα δεσμώτης ή Μητέρα αφετηρία για ανεξαρτησία. Με αφορμή την «αδέσποτη φωτογραφία» πώς αισθάνεσαι ότι μεγάλωσες εσύ και οι φίλοι σου;

Μπορεί να συνυπάρχουν και τα δύο. Προφανώς με τους φίλους μου, μεγαλωμένοι όλοι μας στα ‘80ς, είχαμε μητέρες του ιδίου τύπου, παρεμβατικές, υπερβολικές, στοργικές, αλλά αυτό κάπως μας μπούχτισε και απελευθέρωσε. Επομένως, χωρίς μάλλον να το επιδιώκουν, μας ενθάρρυναν να αναζητήσουμε από πολύ νωρίς τα κομμάτια του ψηφιδωτού μιας κοσμολογίας που τη συνέχει μια μυστική εσωτερική συνάφεια.

Ποια μουσική πιστεύεις ότι θα ήταν το τέλειο soundtrack για να συνοδεύει τις ιστορίες του βιβλίου σου;

Το βιβλίο έχει soundtrack, ξεκινάει με Last Drive και Sonics, ξεκινάει από το γκαράζ και την ψυχεδέλεια των ‘60ς, κάνει Jazz περάσματα από Chet Baker και Blues, για να καταλήξει στα πρώτα μας αιώνια ακούσματα Cramps, Clash, Fuzztones, Last Drive, Τom Waits, ό,τι δηλαδή θα ακούγαμε με μια καλή παρέα σε ένα ετοιμόρροπο μπαρ.

Σε πόσο χρονικό διάστημα γράφτηκαν οι ιστορίες του βιβλίου;

Δεν μπορώ να σου πω με ακρίβεια. Οι πιο μεγάλες σε έκταση γράφτηκαν τελευταίες, η καθεμιά τους μέσα σε δύο-τρεις μέρες και νύχτες. Αν αυτό ακούγεται περίεργο, πρέπει να διευκρινίσω ότι πολλές ιστορίες «δουλεύουν» παράλληλα και αδιάκοπα στο νου μου. Ως εκ τούτου, όταν βρεθεί ο χρόνος, είναι μάλλον εύκολο να αποτυπωθούν και στο χαρτί. Μόλις βρήκα ένα κενό από το μεταφραστικό μου έργο, κάθισα και έγραψα με πολλή όρεξη.

Σε ποιες ιστορίες υπάρχεις μέσα περισσότερο και ποια/ποιες είναι περιγραφές τρίτων χωρίς δικά σου, προσωπικά στοιχεία;

Θα σου έλεγα ότι σε όλες ενυπάρχουν στοιχεία μου. Ο άπορος στο Όμπερχαουζεν προέκυψε από ένα άρθρο που είχα διαβάσει σε γερμανική εφημερίδα, ενώ τον Μάνφρεντ που τον συναντά ο Έλληνας νταλικέρης στην Πάτρα, τον έπλασα, όταν πάλι είχα διαβάσει για έναν κύριο ολλανδικής υπηκοότητας που είχε φάει το ξύλο της ζωής του κάπου στην Πελοπόννησο με εξοχική κατοικία στην Ελλάδα, καθώς τον μπέρδεψαν με Γερμανό. Ήταν η εποχή των πρώτων μνημονίων, του φουντώματος του αντιγερμανισμού και της ανόδου των άκρων.

Η μετάφραση, που είναι το επάγγελμα σου, έχει στην Ελλάδα την αναγνώριση που αξίζει;

Είναι το δεύτερο επάγγελμά μου και σε καμιά περίπτωση πάρεργο. Είμαι επίσης καθηγητής Γερμανικών. Πριν από αυτά είχα δουλέψει ως πολιτικός επιστήμονας για μια δεκαπενταετία σε τρία κοινοβούλια, της Ελλάδας, της Γερμανίας και στο Ευρωκοινοβούλιο. Δεν θα μπορούσα να ζήσω στην Ελλάδα μόνο από τη μετάφραση. Αν δεν έχεις την πολυτέλεια μιας εύκολης δημοσιοϋπαλληλικής εργασίας, είναι αδύνατον να ασχοληθείς αποκλειστικά αυτό. Κάθε σελίδα μετάφρασής μου είναι λεπτά και ώρες από τον ελεύθερο χρόνο μου. Επί χρόνια. Όσον αφορά την αναγνώριση, έχω την αίσθηση ότι η ενσυνείδητη και σοβαρή δουλειά αναγνωρίζεται, ακόμα κι αν δεν ανήκεις σε παρεάκια.

Ως μπαμπάς, ποιος είναι ένας πεντάλογος που σε κάνει να μην έχεις προστριβές με την έφηβη κόρη σου.

Πεντάλογος; Χμμ… Πρώτον ακούω προσεκτικά και νοιάζομαι, δεύτερον έχουμε προ πολλού διαμορφώσει σχέσεις εμπιστοσύνης, τρίτον, δεν ξεχνώ τη δική μου παιδική και εφηβική ηλικία, δεν κάνω δηλαδή αυτά που δεν ήθελα να μου κάνουν, τέταρτον, είμαστε φίλοι με όλη τη σημασία της λέξης, πέμπτον, προσπαθώ να είμαι κοντά της και να την προστατεύω χωρίς να καταπιέζω, χωρίς ταμπού και χωρίς προκαταλήψεις. Τα καταφέρνουμε, πιστεύω.  

Πιστεύεις ότι σήμερα οι γονείς είναι πιο μακριά ή πιο κοντά παιδιά τους σε σχέση με τη δική σου εφηβεία/παιδική ηλικία;

Νομίζω ότι οι ανάγκες των παιδιών παραμένουν οι ίδιες. Ασφαλώς όμως έχει αλλάξει το παράδειγμα. Χωρίς να θέλω να γενικεύω, είναι μεν πιο κοντά, αλλά το κοντά σημαίνει κουβέντα, ανοιχτά αυτιά, ανοιχτούς ορίζοντες, να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες τους. Οι νέοι γονείς καλό είναι, και το λέω και σαν εκπαιδευτικός, να μη βομβαρδίζουν τα παιδιά με χίλιες δυο δραστηριότητες. Να μην τους στερούν την παιδική ηλικία, να μην επιβάλλουν τις βεβαιότητές τους για το μέλλον του κανακάρη ή της πριγκίπισσας, καθώς όλες οι βεβαιότητες σ’ αυτή τη χώρα, αν υπήρχαν ποτέ, καταρρίφθηκαν. Τα παιδιά είναι πιο έξυπνα, θα βρουν το δρόμο τους, τις κλίσεις, τα ενδιαφέροντά τους. Η πιο σημαντική για μένα αποστολή του γονιού, είναι να αφαιρεί το άγχος από το παιδί, σε μια ηλικία που υφίσταται πίεση από παντού. Ή τουλάχιστον να μη συμβάλουν σ’ αυτό. Δεν χρειάζεται να γίνουν όλα γιατροί. Ή διερμηνείς πέντε γλωσσών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρωτίστως, ας τους μάθουν να γίνουν άνθρωποι. Ή να μείνουν άνθρωποι.

Βόλος – Αθήνα(αφαιρώντας τα νεκρά ψάρια και τον Ντάνιελ που είναι μια πολύ ειδική συνθήκη). Τι έχουν οι δύο πόλεις που μοιράζεις τη ζωή σου που σε κάνουν να …φεύγεις;

Θα γίνω κακός με τους βολιώτες και δεν θέλω. Απλά θα πω ότι κάποια πράγματα, αν π.χ. δούμε την επικαιρότητα των τελευταίων ετών σε συνάρτηση με τον Βόλο, θα κατανοήσουμε ότι δεν είναι σύμπτωση. Δεν είναι μια πόλη που σε κρατάει με το… ζόρι. Η Αθήνα είναι πολλές μικρές ή μεγαλύτερες πόλεις και γειτονιές (αναζητώ μια από τις πατρίδες μου, τα Εξάρχεια, και βλέπω δυστυχώς κάτι τελείως διαφορετικό, άσχημο πια), ο καθένας την αντιλαμβάνεται διαφορετικά. Μπορείς να ταξιδέψεις μέσα σ’ αυτή, όλο και κάτι θα ανακαλύψεις, είναι βέβαιο αυτό. Είναι τρυφερή και βάναυση, σκληρή και λυρική, είναι απόγνωση και ελπίδα, πόνος και αφύπνιση. Από την Αθήνα φεύγεις και ξαναγυρνάς. Είναι η πόλη μου στα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας.

Για να ξαναγυρίσω στο «Το πρωί που θα φύγουμε». Τι θα έλεγες σε κάποι@ για να τ@ πείσεις να μπει στις ιστορίες σου;

Αν αγωνίζεσαι καθημερινά με το κεφάλι ψηλά, αν δεν γλείφεις για μια θεσούλα, αν δεν μασάς τα λόγια σου, αν μοιάζεις με αλλόκοτη σκιά μέσα σε αλαλάζοντα πλήθη, αν έχεις παραμείνει περήφαν@ και ρομαντικ@, αισιόδοξ@ και Δον Κιχώτης μέσα στο βούρκο της μετριότητας, του κρυφού και ορατού ρατσισμού, της ευνοιοκρατίας και τον εκμαυλισμό του δημόσιου λόγου, αν μάλιστα ακούς καλή μουσική, πίνεις και κανά δυο ποτάκια, ζεις μέσα σου -και καμιά έξω σου- σαν σπινταρισμένο δίλεπτο ροκ’εν’ρολ κομμάτι του Τζώνυ Μπαρνέτ, διάβασε το βιβλιαράκι ώστε η μοναχική φυγή να γίνει συνάντηση.  

Τι φοβάσαι και πώς καταπολεμάς τους φόβους σου;

Νομίζω αυτά που φοβούνται οι περισσότεροι άνθρωποι: Τις αρρώστιες, την ανημποριά, την απώλεια, τον θάνατο. Πώς καταπολεμώ τους φόβους; Προσπαθώ να εξορθολογίζω τις κακές σκέψεις, να χαίρομαι και να κάνω πράγματα που μ’ ευχαριστούν, με ξεκουράζουν και με ανακουφίζουν. Με το γράψιμο, με έναν περίπατο, με ένα dj σετ. Και ένα μήνυμα προς τον συνάνθρωπο: Βοηθάει και η ψυχοθεραπεία. Δοκιμάστε τη.

Γιάννης Καφάτος

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top