Και τι δε θά ΄δινα να μου έχωνες μια μπουνιά, αύριο το πρωί, ρε Λάμπρο

Favorite

Αποχαιρετώντας τον φίλο μου Λάμπρο Χαβέλα

Πόσο εγωιστές είμαστε!
Πεθαίνει κάποιος, ένας φίλος μας, κι εμείς πονάμε, σαστίζουμε, κλαίμε. Σκεφτόμαστε αυτόν που φεύγει με εμάς όμως σε πρώτο πλάνο.
Θυμάμαι τον Λάμπρο Χαβέλα όταν με εμπιστεύτηκε για να χτυπήσει το πρώτο του τατού!

Ξέρεις τι είναι να σου εμπιστευτεί κάποιος το σώμα του για να κάτσεις εσύ να τον ζωγραφίσεις ανεξίτηλα!

Για μένα είναι μεγάλη τιμή, και ευθύνη.
Ο Λαμπρούκος γούσταρε πολύ τα τατού που χτυπήσαμε. Τα είχε ψάξει ενδελεχώς πριν, όπως έκανε και με τα ρεπορτάζ  του.
Όλα σήμαιναν κάτι γι’ αυτόν, ήταν κομμάτια από τον προσωπικό του χάρτη. Οι ιστορίες του. Κάποιες τις μοιράστηκε μαζί μου, κάποιες τις κράτησε για τον εαυτό του. Ό,τι καταλαβαίνει όποιος βλέπει.
Με εμπιστεύτηκε για δύσκολα τατού, λίγο κώλωσα, αλλά τα κατάφερα. Ήταν τόσο λεπτολόγος, περισσότερο από την αφεντιά μου.
Πάντα όταν τελειώναμε περίμενα να δω… κι όταν έσκαγε το χαμόγελό ανακουφιζόμουν κι εγώ! Γούσταρε! Και το έδειχνε και το έλεγε!
Μέσα σε τρία χρόνια χτυπήσαμε πολλά, αυτό σημαίνει πολλές ώρες ο ένας δίπλα στον άλλον με κουβέντες που δεν θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει απλώς και μόνο επειδή είμαστε συνάδελφοι. Είναι λίγο και η δική μου η ηλικία προχωρημένη, αλλά και η φύση της δουλειάς μας τέτοια που δεν είμαστε δίπλα-δίπλα.
Όμως μιλάγαμε τα πρωινά, χαράματα, σαν να κάλυπτε ο ένας τα νώτα του άλλου – κυρίως τα τελευταία χρόνια – για τη δουλειά και το ρεπορτάζ.
Πέρασε και  αυτός ζόρια όταν έμεινε χωρίς δουλειά. Όμως δεν έχανε το χαμόγελό του.
Αχ, αυτό το χαμόγελο που άρχιζε με ένα μικρό σούφρωμα των χειλιών, και μετά φώτιζε το πρόσωπο του. Και χάλια να ήμουν, με έκανε να χαμογελάω.

Πώς μου έσπαγε τα νεύρα όταν πονούσε και κουνιόταν! «Θα σου χώσω μπουνιά αν με πονέσεις» μου έλεγε.

«Δώσμου την πριν αρχίσουμε, αρκεί ν α μην μου κουνηθείς» του έλεγα και  σκάγαμε στα γέλια.
Είχαμε προγραμματίσει και το επόμενο τατού με τον Λάμπρο.
Τώρα μείνανε μόνο οι φωτογραφίες του. Έγινε ανάμνηση. Γλυκεία ανάμνηση από έναν άγριο κόσμο.
Α, ρε Λαμπρούκο μου!

Δεν ξέρω πού πάει κανείς όταν πεθαίνει. Ούτε τα θρησκευτικά μου είναι τόσο καλά για να μου καλύψουν αυτού του είδους τις ανάγκες. Μάλλον δε με νοιάζει κιόλας.
Ελπίζω να μην πόνεσες ρε Λάμπρο!
Ελπίζω κάποτε ο γιος σου να ξεπεράσει το ξάφνιασμα από το απότομο φευγιό σου. Δεν έφταιγες εσύ!
Δεν ξέρω αν θα ξανασυναντηθούμε. Δεν μπορώ να ξέρω. Αλλά και τι δε θά ΄δινα ρε μπαγάσα να μου έχωνες μια μπουνιά αύριο το πρωί!

Γιάννης Καφάτος

Σχόλια

1 thought on “Και τι δε θά ΄δινα να μου έχωνες μια μπουνιά, αύριο το πρωί, ρε Λάμπρο”

  1. Δεν σκεφτόμαστε τον εαυτό μας κύριε Γιάννη..Ούτε είμαστε εγωιστές,μη νιώθετε έτσι. Απλώς ο θάνατος είναι κάτι σπαρακτικό, η απώλεια συγκλονίζει..αν ξέρατε ότι αυτός ο άνθρωπος ζει κάπου μακριά και δεν θα τον ξαναδείτε ποτέ,αλλά ζει, θα νιώθατε το ίδιο; Προσωπικά μακάρι να ζούσαν όλοι όσοι έχασα κι ας μη τους ξαναβλεπα..κουράγιο και δύναμη σε όλους..

Comments are closed.

Scroll to Top