«Η γυναίκα και ο ακροβάτης» που ανεβαίνει σε λίγες μέρες (2 Μαΐου 2025) από την ομάδα bijoux de Kant είναι ένα έργογραμμένο το 1987 από τον Μιχάλη Βιρβιδάκη. Τότε είχε τον τίτλο «Το φεγγάρι και η λίρα». Όταν λοιπόν ενημερώθηκα για το ανέβασμα της παράστασης από τον Γιάννη Σκουρλέτη και την ομάδα του, με πρωταγωνίστρια την Αμαλία Μουτούση, θέλησα – πριν δούμε το έργο – να μιλήσω με τον συγγραφέα της παράστασης. Έναν καλλιτέχνη που υπηρετεί το Ελληνικό Θέατρο με συνέπεια, μεράκι και ήθος.

Με τον συγγραφέα, μιλήσαμε όχι μόνο για το ίδιο το έργο αλλά ανοίξαμε θέματα για τη θεατρική γραφή, το ελληνικό θέατρο και όχι μόνο.
Εν αναμονή του τρίτου κουδουνιού που θα μας μεταφέρει στον κόσμο του έργου «Η γυναίκα και ο ακροβάτης» ο λόγος στον συγγραφέα Μιχάλη Βιρβιδάκη.
Το θεατρικό έργο «Το φεγγάρι και η λίρα» γράφτηκε το 1986 και βραβεύτηκε το 1987. Πώς έγινε «Η γυναίκα και ο ακροβάτης» που θα ανέβει στο Hood art space με την υπογραφή της bijoux de kant;
Κύριε Καφάτε, κατ’ αρχάς σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας και γι’ αυτή την ερώτηση που με πηγαίνει πίσω, στην μακρινή δεκαετία του 1980. Το έργο αυτό όπως έχω ξαναπεί αποτελεί την πρώτη μου προσπάθεια να γράψω θέατρο και, όπως είναι επόμενο, έχει όλα τα στοιχεία εκείνα που χαρακτηρίζουν ένα εμπνευσμένο πρωτόλειο. Πριν από αυτό, ως έφηβος αλλά και αργότερα στην νεότητα, διάβαζα μετά μανίας ποίηση και ό,τι κι αν είχα γράψει αφορούσε τον ποιητικό λόγο. Οι σπουδές μου ως ηθοποιός έστρεψαν το ενδιαφέρον μου σε μια σχεδόν άγνωστη για μένα τότε, αλλά συγγενική προς την ποίηση περιοχή που αφορούσε τον θεατρικό λόγο. Ήταν επόμενο λοιπόν να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου και εκεί. Η ευκαιρία μού δόθηκε υπηρετώντας την θητεία μου στο Πολεμικό Ναυτικό. Εκεί, σε μια κατάσταση πνευματικής και σωματικής καταπίεσης και εγκλεισμού, η θεατρική γραφή ξεπήδησε από μέσα μου ως σανίδα σωτηρίας.
Για να σας δώσω μια εικόνα, θυμάμαι τον εαυτό μου στην βάρδια 12-4 πμ, πάνω σε ένα βουνό, να έχει μισοστρέψει τον τεράστιο προβολέα του στρατοπέδου 5000Wώστε να φωτίζει ξώφαλτσα την σκοπιά κι εκεί μέσα, με το Μ1 ακουμπισμένο παραδίπλα σαν ξόρκι, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα αλλά πάντα με τον φόβο μιας ξαφνικής εφόδου, να γράφω μονολόγους ή διαλόγους ή να διαβάζω Ντοστογιέφσκι, που ήταν τότε η μεγαλύτερη λογοτεχνική μου αγάπη. Κάπως έτσι, σε σκόρπια φύλλα γεμάτα μουτζούρες από τις δεύτερες και τρίτες γραφές, γεννήθηκε το πρόπλασμα του έργου που σκηνοθετεί τώρα ο Γιάννης Σκουρλέτης. Τα σκόρπια εκείνα φύλλα συνέθεσαν το 1986 την πρώτη μορφή του έργου, που βραβεύτηκε στον διαγωνισμό για Νέους Θεατρικούς Συγγραφείς του Υπουργείου Πολιτισμού την επόμενη χρονιά, και 40 χρόνια αργότερα, αφού είχα γράψει με επιτυχία τα έργα “Στην Εθνική με τα Μεγάλα”, “Περί Φύσεως” και “Επαρχία”, ξαναδούλεψα το κείμενο για το χατίρι του Γιάννη που εκδήλωσε έντονο ενδιαφέρον, προσπαθώντας να το προσαρμόσω στις σημερινές αντιλήψεις μου για τη θεατρική γραφή. Στην τελευταία αυτή φάση άλλαξα και τον τίτλο του έργου.

Σε ποιους «απευθυνόσαστε» όταν γράψατε την αρχική ιστορία και σήμερα, σχεδόν 40 χρόνια μετά, ποιοι είναι οι αποδέκτες του έργου;
Σε κανένα από τα θεατρικά έργα που έγραψα μέχρι σήμερα δεν είχα μέσα μου την αίσθηση κατά τη διαδικασία της συγγραφής τους, πως η γραφή μου ή το θέμα του έργου μου απευθυνόταν σε κάποια συγκεκριμένη ομάδα ή δεν ξέρω ‘γω… Πολύ περισσότερο πως έγραφα από σκοπού. Για μένα η θεατρική γραφή ακολουθεί τους κανόνες της έμπνευσης, είναι μια μυστικιστική περιπέτεια, άκρως ευαίσθητη, ατίθαση και ανυπάκουη όπου κατά το μεγαλύτερο μέρος της συμμετέχω ως παρατηρητής ενός φαινομένου και όχι ως δρών πρόσωπο, και μόνον όταν πια καταλάβω τι είναι αυτό που θα ήθελα να πω, συνήθως μετά τις πρώτες 40 σελίδες, τότε μόνον επεμβαίνω και δίνω το τελικό σχήμα στο έργο. Ελπίζω να μην σας απογοήτευσα.
Το «αλλόκοτο» και η «φαντασία» που εμπεριέχονται στο έργο μαζί με ποια άλλα «συστατικά» μπορεί να βοηθήσουν καλλιτέχνη και θεατή να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα;
Δεν θα χαρακτήριζα το έργο αυτό ως αλλόκοτο. Και δεν θεωρώ πως μέχρι σήμερα έχω γράψει αλλόκοτα πράγματα. Το έργο ακολουθεί μια ονειρική, σχεδόν συνειρμική αλληλουχία εικόνων όπου, όπως συμβαίνει με τα όνειρα όλων των ανθρώπων, η ειρκτή του χρόνου και του χώρου παραβιάζονται σύμφωνα με τις βαθύτερες ανησυχίες, πόθους και εμμονές εκείνου που ονειρεύεται. Νομίζω πως αν το δει κανείς έτσι, δεν θα δυσκολευτεί να βρει το νήμα της κατανόησής του και να το ακολουθήσει έως το τέλος.
Εσείς πώς βλέπετε τον Μιχάλη που βραβεύτηκε το έργο του το 1987, σήμερα που έχετε μια πορεία στα θεατρικά πράγματα; Πώς αλλάξατε μέσα στα χρόνια;
Η μεγαλύτερη ικανοποίησή μου είναι πως κατάφερα όλα αυτά τα χρόνια να παραμείνω ενεργός καλλιτέχνης μέσα στον «ναρκοθετημένο» χώρο του θεάτρου, κάτι καθόλου αυτονόητο, προσφέροντας συστηματικά σκηνοθεσίες στο θέατρό μου στα Χανιά σύγχρονων αξιόλογων θεατρικών κειμένων από το διεθνές ρεπερτόριο, που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην χώρα μας, σε προσεγμένες παραστάσεις, που πολλές φορές δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από το κατεστημένο της πρωτεύουσας, με μια ομάδα συνεργατών, μαθητών μου, που προέρχεται μέσα από την ενασχόλησή μου με τα ζητήματα της εκπαίδευσης ηθοποιών. Επιπροσθέτως σε τακτά χρονικά διαστήματα υπενθυμίζω την παρουσία μου ως θεατρικός συγγραφέας με έργα που, αν μη τι άλλο, ανεβαίνουν στη σκηνή καισυζητιούνται…
Πόση αξία έχει να ανεβαίνουν ελληνικά έργα στις θεατρικές μας σκηνές;
Μεγάλη, αναμφισβήτητα. Και πάντα χαίρομαι όταν βλέπω ή διαβάζω έργα Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων που έχουν κάτι να πουν! Εκτός από την συγγραφική μου ενασχόληση με τον θεατρικό λόγο, ως σκηνοθέτης έχω παρουσιάσει ένα ρεπερτόριο στο θέατρο Κυδωνία που αξιοποιεί τον ελληνικό λόγο, ανεβάζοντας έργα βασισμένα σε κείμενα των Λεωνίδα Κακάρογλου, Αριστείδη Αντονά, Ελένης Μαρινάκη, Γιώργη Μανουσάκη, Αργύρη Χιόνη, Δημήτρη Κεχαΐδη, Θανάση Βαλτινού, Κοσμά Πολίτη, Γεωργίου Βιζυηνού και Λούλας Αναγνωστάκη. Τα περισσότερα από αυτά σε παραστάσεις που είχαν μεγάλη απήχηση στο θεατρόφιλο κοινό των Χανίων.
Πώς απαντάτε στο κλισέ: «Πολλές παραστάσεις λίγος χρόνος» – Προλαβαίνουμε τελικά να δούμε τις αξιόλογες παραστάσεις στην απεραντοσύνη της αθηναϊκής θεατρικής πραγματικότητας;
Κλισέ μεν, πραγματικότητα δε! Ο υπερκορεσμός της πρωτεύουσας κρύβει μόνο νοσηρότητα και έλλειψη πολιτιστικής στρατηγικής, το έχω ξαναπεί. Εν αντιθέσει με το θέατρο της επαρχίας που, ακόμα και στις καλές στιγμές του, βρίσκεται στην αφάνεια και ουδείς νοιάζεται – λες και το ένστιχτο της μίμησης ευδοκιμεί μόνον στις σκηνές της πρωτεύουσας! Τόση επιδερμική αντιμετώπιση του φαινομένου “καλλιτεχνική αστυφιλία” δεν αντέχεται πλέον… Ακόμα και από ανθρώπους του χώρου που διαθέτουν, θα περίμενες, το θεωρητικό οπλοστάσιο να αντιληφθούν πως διογκώνοντας το ενδιαφέρον για την πρωτεύουσα με τα μονομερή γραψίματά τους, χωρίς να δημιουργούν ένα αντίπαλο δέος αναδεικνύοντας τις καλές στιγμές της καλλιτεχνικής παραγωγής της επαρχίας, η ανισοκατανομή του καλλιτεχνικού δυναμικού δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ, γιατί ο κάθε ταλαντούχος νέος που μεγαλώνει σε μια επαρχιακή πόλη θα στρέφει το βλέμμα του προς τα εκεί που λάμπει περισσότερο, χωρίς να είναι σε θέση να αντιληφθεί πως αυτή η λάμψη δεν είναι παρά ένα δημοσιογραφικό απείκασμα. Ένα αφελές και επικίνδυνο σε βάθος χρόνου παιχνίδι δημοσίων σχέσεων.
Οι bijoux de Kant, η ομάδα του Γιάννη Σκουρλέτη, αν ήταν θεατρικό έργο ποιο θα ήταν;
Οι Μπιζού ντε Καντ, όπως λέει και το όνομά τους, είναι ένα διαμαντάκι φιλοσοφικών προθέσεων και διαθέσεων, που χρόνια τώρα ερευνά τον ελληνικό θεατρικό λόγο, με προχωρημένη αισθητική και τόλμη που πολλές φορές υπερβαίνει τα εσκαμμένα παρουσιάζοντας επί σκηνής εικόνες από ένα ανήσυχο, αταξινόμητο και ρηξικέλευθο θέατρο που πραγματικά εντυπωσιάζει. Κάπως έτσι τους έχω καταχωρήσει στην συνείδησή μου. Με όρους συγγραφής θα παρομοίαζα την προσπάθειά τους, ιδιαίτερα τώρα, μετά την δημιουργίατου νέου καλαίσθητου Hoodartspace της οδού Πολυκλείτου, με τα έργα δωματίου του Αυγούστου Στρίντμπεργκ, που γράφτηκαν για να υπηρετήσουν την ιδέα του Intima Teater, θυμίζω: “Τότεν Ίνσελ”, “Καταιγίδα”, “Καμμένο σπίτι”, “Η σονάτα των φαντασμάτων” κλπ

Δουλεύετε με τον σκηνοθέτη ή από τη στιγμή που το κείμενό σας πάει στα χέρια του παραμένετε… θεατής;
Ασφαλώς και λαμβάνω υπόψη μου την γνώμη ενός σκηνοθέτη που ετοιμάζεται να ανεβάσει ένα έργο μου στη σκηνή και συνεργάζομαι μαζί του εφόσον μου ζητηθεί. Ο Λευτέρης Βογιατζής, ας πούμε, δεν μου ζήτησε ποτέ να αλλάξω ούτε μία λέξη από το κείμενο της “Εθνικής με τα Μεγάλα” που του παρέδωσα. Παραδέχομαι όμως πως πολλές φορές, το μάτι του σκηνοθέτη βλέπει πράγματα που έχουν ξεφύγει από την παρατηρητικότητα του συγγραφέα καθώς ο ένας δουλεύει μικροσκοπικά πάνω στις λέξεις του κειμένου ενώ ο άλλος μακροσκοπικά πάνω στα νοήματα του έργου συνολικά…
Πιστεύετε στον όρο «στρατευμένη τέχνη»; Χρειάζεται; Ή η τέχνη είναι έτσι κι αλλιώς ένας παιάνας για να πηγαίνει ο κόσμος μπροστά;
Δεν πιστεύω σε καμία ταμπέλα – που ούτως ή άλλως δεν εξυπηρετεί την ίδια την Τέχνη και τους καλλιτέχνες αλλά την φιλολογία περί τέχνης. Ένας συγγραφέας, παραδείγματος χάριν, όταν αποφασίζει να γράψει κλείνει τα μάτια και αφουγκράζεται τον εσωτερικό του κόσμο. Εκείνη την ώρα η φιλολογία της Τέχνης δεν υφίσταται καν… Σχηματικά θα έλεγα πως οι ταμπέλες υπάρχουν για να καταρρίπτονται και να αμφισβητούνται και όχι για να τις παίρνουμε στα σοβαρά…
Ποιο είναι το θεατρικό σας όνειρο ή απωθημένο;
Να ολοκληρώσω μια μέρα τα καινούρια έργα που έχω αρχίσει να γράφω και με απασχολούν. Δυστυχώς η καθημερινή πρακτική ενασχόλησή μου με τις ανάγκες του θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά απομυζούν τον ελεύθερο χρόνο που θα μπορούσα να διαθέσω στην συγγραφή ενός θεατρικού έργου κι έτσι οι ώρες που διαθέτω δεν επαρκούν. Και οι ώρες της ημέρας είναι μόνο 24.
Συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός. Ποιες ανάγκες σας καλύπτει κάθε μια από τις ιδιότητες που φέρετε;
Μπορεί να φαίνονται τρεις διαφορετικές ιδιότητες όμως πρόκειται περί οφθαλμαπάτης. Κατ’ ουσίαν είναι μία που διαχέεται ελαφρώς παραλλαγμένη και στις άλλες. Ως ηθοποιός σκηνοθετώ, γράφω και ασφαλώς παίζω ή μάλλον έπαιζα, καθώς τώρα πια έχω αφήσει τον χώρο αυτόν στους μαθητές μου… Και αν οι σκηνοθεσίες μου έχουν το χάρισμα να συγκινούν, όπως μου λένε, είναι γιατί η διδασκαλία του λόγου γίνεται με το κριτήριο του ηθοποιού μέσα μου, κριτήριο που δίνει μια ομοιογένεια στην παράσταση και παράλληλα βοηθάει στην πληρέστερη κατανόηση του έργου συνολικά.
Ποιο έργο θα θέλατε να έχετε γράψει;
Υπάρχουν τόσοι συγγραφείς που ζηλεύω τα έργα τους και μαθαίνω απ’ αυτά που αν σας απαντούσα για ένα και μόνο έργο θα με βάζατε να μαλώσω με τον εαυτό μου, ειλικρινά. Από τον Αισχύλο μέχρι την Αγγλίδα Ρούμπι Τόμας που ανεβάσαμε πέρσι, το παγκόσμιο ρεπερτόριο είναι γεμάτο με σημαντικά έργα που προχωρούν την υπόθεση του θεάτρου ένα βήμα παραπέρα…
Θα μας (ξανα)συστηθείτε μέσα από πέντε θεατρικά έργα που σας περιέχουν;
Θα ξεχωρίσωπέντε από τα πολλά αξιόλογα έργα που έχω ανεβάσει στο θέατρο Κυδωνία, που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα:
- “Αναμορφωτής του κόσμου” του Τόμας Μπέρνχαρντ, (2006) στην έξοχη μετάφραση του φίλου μου Ζήση Σαρίκα, για την ακραία σάτιρα και σαρκασμό στα επιλήψιμα φαινόμενα της εποχής μας…
- “Υπόγειο Μπλουζ” του Πέτερ Χάντκε, (2009) για τον ίδιο ακριβώς λόγο όπως και το προηγούμενο. Έργα ακραίας συγγραφικής τόλμης και ομορφιάς.
- “Το μήνυμα” του Αργύρη Χιόνη, (2009) ένα εντυπωσιακό ελληνικό θεατρικό έργο της νιότης του συγγραφέα, που παραπεταμένο και ξεχασμένο, αναδύθηκε εν μία νυκτί μέσα από το σεντούκι του Αργύρη, χάρη και λόγω της φιλίας μας, μιας φιλίας που μόνο ο θάνατος θα μπορούσε να καταλύσει όπως και δυστυχώς έγινε…
- “Αγρυπνία” του Λαρς Νουρέν (2010 έως 2012) ένα μακρόπνοο θεατρικό επίτευγμα που περιέχει δραματοποιημένα όλα τα γνώριμα συγγραφικά μοτίβα του Σουηδού συγγραφέα και που απετέλεσε την αφορμή μιας από τις σημαντικότερες και αρτιότερες παραστάσεις στη σκηνή του θεάτρου Κυδωνία, διάρκειας 6 περίπου ωρών, με ένα μισάωρο διάλειμμα στη μέση για ελαφρύ φαγητό και δύο ακόμα 15λεπτα διαλείμματα, μία ώρα μετά την έναρξη και μία ώρα πριν τη λήξη.
- “Παντελόνι από λέπια” της Ελίζμπεθ Κούτι, (2014) ένα ποιητικό δράμα κατά Μπράιαν Φρίελ, άγνωστο σχεδόν στο ευρύτερο θεατρόφιλο κοινό, που εκτιμώ αφάνταστα για την φαντασία του και την ευαισθησία της γραφής του. Ένα ποιητικό αριστούργημα σε μια υπέροχη μετάφραση του συνεργάτη μας Δημήτρη Κιούση.








