Γεννήθηκα στην Αθήνα και μέχρι τα δώδεκά μου έζησα σ’ ένα χωριό της Θήβας, στις Θεσπιές. Εκ των υστέρων ανακάλυψα πόσο σημαντικά ήταν εκείνα τα χρόνια. Σε μια κοινωνία μικρής κλίμακας όλα είναι πιο ευανάγνωστα και τα καλά και τα κακά. Και κυρίως ο χρόνος, ο εσωτερικός «ρυθμός», που στις μεγάλες πόλεις θολώνει.
Όταν εγκαταστάθηκα μόνιμα στην Αθήνα, ασχολήθηκα με την μουσική. Είχα αναγνωρίσει πολύ νωρίς την ανάγκη μου να ασχοληθώ με την τέχνη. Άρχισα λοιπόν με την μουσική, σπουδές στο πιάνο, θεωρία, αρμονία και έφτασα ως το πτυχίο της φούγκας. Και κάπου εκεί στις αρχές του Λυκείου, παίζοντας σε μία παράσταση που ανέβαζε το θεατρικό τμήμα του σχολείου μου, πήρα την απόφαση πως θέλω να πάω σε δραματική σχολή. Η πρώτη και ίσως η σημαντικότερη συνεργασία μου ήταν με την Ελπίδα Μπραουδάκη. Μια σπουδαία δασκάλα και πάνω απ’ όλα άνθρωπο που, είχα την τύχη να με επιλέξει για μαθητή της. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω, πως δίπλα στην Ελπίδα έμαθα θέατρο. Μπήκαν γερές βάσεις. Και αν κάπου στην πορεία χανόμουνα, ή έχανα την πίστη μου, αυτές οι βάσεις ήταν που με επανάφεραν στο κέντρο μου.
Η τελευταία μου παράσταση ήταν η «Εκάβη» του Ευριπίδη στην Εθνική Γλυπτοθήκη Αθηνών. Μια δουλειά που αγάπησα πολύ.
Είναι «φιλόξενη» η Αθήνα για καλλιτεχνική δημιουργία;
Αν με ρωτούσατε κάποιους μήνες πριν θα έλεγα: πως αν υποθέσουμε πως μια πόλη την διαμορφώνουν οι πολίτες της τότε: φωνή βοώντος εν τη ερήμω». Ωστόσο αυτό άρχισε να αλλάζει. Αρχίσαμε να μιλάμε, να βλέπουμε, να αντιστεκόμαστε, να κοιτάμε την αλήθεια κατάματα. Και αυτό περιέχει την ομορφιά μιας ελπίδας, η οποία προέρχεται από έναν «εσωτερικό» κόπο. Γιατί ένα από τα βασικά συστατικά μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι να αποκαλύψει, να φανερώσει «τα νοήματα του καιρού μας». Αν δεν μιλήσουμε, αν δεν πάρουμε μια καθαρή στάση σε όσα συμβαίνουν γύρω μας, τότε η καλλιτεχνική δημιουργία αυτοκαταργείται.
Ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι: ποια ανάγκη γεννάει ένα καλλιτεχνικό έργο που να εμπεριέχει την εποχή της; Και προς Θεού δεν μιλάω για μια τέχνη συνθημάτων, που να κουνάει το δάχτυλο, και να κραυγάζει. Αλλά για μια τέχνη που ευαισθητοποιεί, θέτει ερωτήματα, προβληματίζει, και φτάνει στην απέραντη ομορφιά της ανθρωπιάς μας. Και αυτό αρχίσει να ξανασυμβαίνει στην Αθήνα.
Αν διάλεγες να ζήσεις αλλού πού θα ήθελες να βρεθείς;
Στην Μαδρίτη.
Πού χρωστάς «ευχαριστώ» για ό,τι έχεις καταφέρει;
Σε καθένα άνθρωπο που συνάντησα στην ζωή μου. Και σε αυτούς που ακόμη δεν έχω συναντήσει.
Θα έκανες αιματηρές οικονομίες για ένα ταξίδι ή καινούργιο αυτοκίνητο;
Για τίποτε από τα δυο. Έχω ταξιδέψει αρκετά. Αγαπάω να ταξιδεύω. Αλλά αιματηρές οικονομίες μόνο για να στηρίξω τους ανθρώπους στην Παλαιστίνη.
Στην Αθήνα σιχαίνομαι …
Την ομοιογένεια της, την ηχορύπανση, την απουσία επαφής, τις πληγωμένες συμπεριφορές, τα μνημόσυνα του παρελθόντος.
Στην Αθήνα λατρεύω …
Τις αντιθέσεις της, τις στιγμές που οι άνθρωποι περπατάνε με ανοιχτά στέρνα και χέρια ελεύθερα, την αβεβαιότητά της, την πολυμορφία της, το πληγωμένο πρόσωπό της.
«Έχω σόσιαλ άρα υπάρχω» – Τι σημαίνει η φράση αυτή για σένα;
Φρίκη και θλίψη (γέλια). Η αλήθεια είναι πως έχω περάσει από όλα τα στάδια, όπως φαντάζομαι κι οι περισσότεροι από εμάς. Άλλες φορές το κινητό υπήρξε προέκταση του χεριού μου, άλλες απείχα εντελώς. Έχουμε χάσει πολλά από την ανθρώπινη διάστασή μας, ίσως περισσότερα από όσο πιστεύουμε και από την άλλη μας δόθηκαν καινούργια εργαλεία να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας και να γίνουμε κατανοητοί στους άλλους. Το θέμα είναι, αν και κλισέ αυτό που θα πω, ο τρόπος που χρησιμοποιείς κάτι. Είμαι χαρούμενος που πια όταν περπατάω και βλέπω για παράδειγμα ένα ωραίο φεγγάρι, σταματάω και το κοιτάζω. Δεν το τραβάω φωτογραφία για να το ποστάρω.
Ένα θετικό των σόσιαλ είναι πως μπορείς να ψάχνεις και να διασταυρώνεις τα γεγονότα, τις ειδήσεις, τις πληροφορίες-γιατί η προπαγάνδα στις μέρες μας, κρύβεται σαν τις κατσαρίδες μέσα στις αποχετεύσεις- και να αποκτάς μια σφαιρική και όσο γίνεται αντικειμενική γνώση. Αν «έχω σόσιαλ άρα υπάρχω» και προέρχεται από την ανθρωπιά μας τότε, ναι.
Ποιον άνθρωπο «φοβάσαι» περισσότερο: τον αγενή ή τον τσιγκούνη;
Η εγγενής ευγένεια, περιέχει την ευαισθησία, το δόσιμο, την αγάπη, την απλότητα, την ταπεινότητα, το όνειρο, την ήττα. Ο αγενής θα είναι και τσιγκούνης. Τον άνθρωπο όμως που φοβάμαι περισσότερο είναι εκείνον που ξεχνά και ψάχνει στους άλλους να ρίξει τις ευθύνες του ίδιου του του εαυτού.
Πώς σε φαντάζεσαι σε έναν χρόνο από σήμερα;
Πιο ελεύθερο, πιο ανοιχτό, πιο συνεργάσιμο.
Τι είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτεσαι πριν κοιμηθείς και το πρώτο όταν ξυπνάς;
Την γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Δεν είναι μια ηρωική ή επαναστατική ή ρομαντική σκέψη. Προσπαθώ να καταλάβω και δεν μπορώ. Μου φαίνεται πως ζω σε ταινία. Μου είναι αδιανόητο να πιστέψω αυτό που συμβαίνει. Τις προάλλες περπατούσα το μεσημέρι, είχε πολλή ζέστη, σταμάτησα πήρα δυο μπουκάλια νερό να πιώ. Κάθισα κάπου που είχε δροσιά και ντράπηκα που είμαι άνθρωπος. Γιατί την ίδια στιγμή, δίπλα μου, παιδιά δεν έχουν νερό να πιούν μέσα στον καύσωνα, έχουνε μέρες να φάνε, και η μυρωδιά των άθαφτων ανθρώπων; Και όλα αυτά να συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας. Σκέφτομαι πως είναι να είσαι εντελώς αβοήθητος. Σαν να μην υπάρχεις. Τι αξία έχει η ζωή; Να προτιμάς να πεθάνεις; Αν είναι δυνατόν! Μια φράση του Ευριπίδη στις Τρωάδες «Καλότυχοι είναι μόνο οι νεκροί» πόσο διαφορετικά ηχεί τώρα ε;
Άνθρωποι σε όλον τον κόσμο να διαδηλώνουν, να αντιστέκονται, να γράφουν, και να μη γίνεται τίποτα. Σαν να μην μας ακούει κανείς.
Τι σκοτώνει τον έρωτα;
Τώρα τί να πω… Ίσως αυτό που τον γεννάει.
Αν ήσουν τραγούδι και βιβλίο… για πες μας να γνωριστούμε… ποια σε «περιέχουν» καλύτερα;
Τραγούδι ε;
Με πνίγει ετούτη η θάλασσα από τον κύκλο του C.N.S σε μουσική και στίχους του Μάνου Χατζιδάκι:
Με πνίγει ετούτ’ η θάλασσα
Που τόσο αγάπησα
Με πνίγει το τραγούδι της
Με πνίγει η ερημιά της
Κ’ είναι στα δάχτυλα ρυθμός
Ένας ατέλειωτος καημός
Η ανάμνησή Του
Κ’ είναι Θεός
Κ’ είναι Χριστός
Κ’ είναι καραβοκύρης
Ο φίλος μου που μ’ άφησε
Κληρονομιάν Εσένα
Και βιβλίο;
Οι αδερφοί Καραμαζόφ του Ντοστογιέφσκι.









