Με μια πορεία που ισορροπεί με τόλμη ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, η Βάσια Βουγιουκλή αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στη σύγχρονη ethnic σκηνή. Έχοντας το ούτι ως σταθερό σημείο αναφοράς, έχει διαμορφώσει μια ξεχωριστή καλλιτεχνική ταυτότητα, όπου η παράδοση συνομιλεί δημιουργικά με τις σύγχρονες ενορχηστρώσεις.
Μετά την κυκλοφορία του πρώτου της προσωπικού άλμπουμ με τίτλο «Kaimaki», όπου επανασύστησε εμβληματικά σμυρνέικα τραγούδια μέσα από ένα world music πρίσμα, η Βάσια επιστρέφει στη σκηνή. Αυτή τη φορά επιλέγει τον ιδιαίτερο χώρο του Theatre of the NO, μια ανεξάρτητη σκηνή στην καρδιά της Αθήνας, για ένα live που δίνει έμφαση στον ρυθμό και τη ζωντανή αλληλεπίδραση με το κοινό.
Με αφορμή την εμφάνισή της αυτή το Σάββατο 28 Μαρτίου, συζητάμε μαζί της για την ανάγκη να καταρρίπτει τις μουσικές «ταμπέλες», τη σχέση ζωής με το ούτι και τα υλικά που συνθέτουν τον σημερινό της ήχο.
Το Theatre of the NO είναι ένας ιδιαίτερος, θεατρικής αισθητικής χώρος που αποπνέει την ελευθερία της ανεξάρτητης σκηνής στην καρδιά της Αθήνας.

Τι σε οδήγησε σε αυτή την επιλογή και ποια είναι τα βασικά «υλικά» που συνθέτουν το πρόγραμμα που θα μοιραστείς μαζί μας στις 28 Μαρτίου;
Ανεξάρτητη σκηνή σημαίνει για μένα ελευθερία να είσαι ο εαυτός σου χωρίς να υπακούς σε άγραφους, έστω κανόνες νυχτερινής διασκέδασης. Είμαι παιδί της πόλης, ο μουσικός κόσμος που μεταφέρω έχει για φόντο το αστικό τοπίο. Αυτό που με κινητοποιεί αυτόν τον καιρό είναι η ανάγκη να μοιραστώ την αγωνία για τον κόσμο που αλλάζει ραγδαία και με τρομάζει, όπως λέει και ο Αλκίνοος σε έναν στίχο του. Τα τραγούδια και οι μελωδίες του πρόγραμματός μου προέρχονται από την Ανατολή αλλά και την Δύση όμως δεν μάχονται, αντίθετα συμβιώνουν.
Το ούτι βρίσκεται πάντα στο κέντρο της μουσικής σου. Πώς έχει εξελιχθεί η σχέση σου με αυτό το όργανο μέσα στα χρόνια; Είναι ένας τρόπος να επιστρέφεις στις ρίζες σου ή ένα μέσο για να εξερευνάς νέα, σύγχρονα μονοπάτια;
Το ούτι είναι ένα μαγικό όργανο, το οποίο βλέπω ότι σιγά σιγά κερδίζει έδαφος στην προτίμηση των ακροατών σε παγκόσμια κλίμακα και γοητεύει όλο και περισσότερους δημιουργούς. Για παράδειγμα, δύο παραστάσεις σύγχρονου χορού που είδα φέτος στο Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας και μια εχθές στο Μέγαρο Μουσικής είχαν δεξιοτέχνες στο ούτι επί σκηνής να συνδιαλέγονται με τους χορευτές. Η δική μου σχέση με το ούτι είναι σχέση ζωής, είτε επιστρέφω στις ρίζες, είτε εξερευνώ καινούργια μονοπάτια, δεν παύει να είναι ο φίλος μου που θα του πω πως νιώθω και θα με ακούσει.
Στις εμφανίσεις σου συνηθίζεις να μεταμορφώνεις γνωστά τραγούδια και να τους δίνεις μια διαφορετική διάσταση. Τι είναι αυτό που σε ελκύει στις διασκευές;
Νομίζω ότι προκύπτει από την ανάγκη μου να βγάλω τα τραγούδια από τα κουτάκια τους: είναι ρεμπέτικο, πρέπει να παιχτεί κάπως, είναι έντεχνο, είναι ξένο, είναι ελληνικό, όλες αυτές οι ταμπέλες με σφίγγουν. Πετώντας το ένδυμα της ενορχήστρωσης, του ύφους, μου αρέσει να τα επανασυστήνω και να φωτίζω νέες πλευρές τους.

Στη σκηνή θα είσαι με τον Παναγιώτη Παπασίνο και μια ομάδα εξαιρετικών μουσικών. Πόσο επηρεάζει η “χημεία” της ομάδας τον τελικό ήχο που φτάνει στα αυτιά μας;
Έχοντας περάσει από πολλά συγκροτήματα ως μουσικός θα απαντήσω ότι η χημεία είναι και το πιο δύσκολο γιατί εάν δεν υπάρχει, δεν μπορεί να φτιαχτεί με το στανιό. Είμαι ευγνώμων για την μουσική μου ομάδα που με περιβάλλει και με ακολουθεί στις μουσικές μου τρέλες και που στήθηκε σταδιακά και σε γερές βάσεις φιλίας. Είμαι επίσης πολύ περήφανη για τον καθένα τους ξεχωριστά. Όσο για τον Παναγιώτη Παπασίνο, εκτός από καλλίφωνος, είναι αδερφός και η ήρεμη δύναμη του συγκροτήματος. Η μουσική όταν δεν υπάρχει η σχέση και η σύνδεση μεταξύ των μελών γίνεται κάπως διεκπεραιωτική και είναι κάτι που δεν με αφορά πια καθόλου.
Βυζαντινή μουσική, κλασικό μπαλέτο, παραδοσιακοί δρόμοι και world μουσική σκηνή. Υπάρχει μια νοητή κλωστή που τα συνδέει όλα αυτά; Και πώς από την πειθαρχία του μπαλέτου έφθασες στον αυτοσχεδιασμό που απαιτεί το ούτι;
Στην αρχή μου ήταν δύσκολο να συνδέσω όλα αυτά τα στοιχεία, τουλάχιστον στο μυαλό μου, σταδιακά όμως από μόνα τους μου δείξανε τον δρόμο. Βλέπω δε γύρω μου τις τέχνες όλο και πιο έντονα να λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Όσο για την πειθαρχία και την ελευθερία πια τις βλέπω ως όψεις του ίδιου νομίσματος.
Θα απαντήσω αιρετικά, νομίζω ότι εκεί που άλλαξε η αντίληψη μου για την μουσική ήταν όταν δούλεψα σεζόν σε νυχτερινό μαγαζί με λαικά και ρεμπέτικα. Ήταν μεγάλο σχολείο, όπως λένε όλοι για την νύχτα, αλλά ήταν ξεκάθαρο σε μένα ότι δεν ήταν αυτό που είχα οραματιστεί όταν ξεκίνησα την μουσική στο Μουσικό Γυμνάσιο. Από εκεί και πέρα δεν άλλαξε, αλλά ξεκαθάρισε η μουσική μου πορεία.
Πώς νιώθεις ότι συνδέεται σήμερα το νεότερο κοινό με την παράδοση; Βλέπεις να υπάρχει μια νέα περιέργεια γύρω από αυτά τα ακούσματα;
Η μόδα έρχεται και φεύγει, το πόσοι είναι αυτοί που πλησιάζουν όταν γίνεται κάτι μόδα δεν είναι το θέμα. Το θέμα είναι ποιοι μένουν γιατί αυτό το πράγμα τους συγκινεί αληθινά. Η περιέργεια είναι το πρώτο, τι γίνεται όμως με τα επόμενα βήματα και ποιος ο ρόλος που μπορεί να παίξει η παραδοσιακή μουσική στις νέες συνθήκες;
Δίνεις μεγάλη έμφαση στη ζωντανή επικοινωνία με το κοινό. Τι είναι αυτό που θέλεις να “πάρει” μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το live της 28ης Μαρτίου;
Η επικοινωνία είναι ο λόγος που στήνουμε τις ζωντανές μας εμφανίσεις και ο λόγος που η κάθε βραδιά είναι διαφορετική. Ξεκινάω από το πώς θέλω να έρθει: με ανοιχτούς ορίζοντες, με διάθεση για τραγούδι, για χορό, για το απροσδόκητο. Ίσως τότε φύγει πιο ελαφρύς, λυτρωμένος.








