Στέφανος Αθανασίου: Από τα Γιάννενα στον Σταυρό του Νότου με ένα «Μαύρο Πουκάμισο»

Favorite

Μεγαλωμένος στα Ιωάννινα, με τα ηπειρώτικα ακούσματα να αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς του, ο Στέφανος Αθανασίου ανήκει σε μια νέα γενιά καλλιτεχνών που δεν φοβούνται να κοιτάξουν πίσω για να προχωρήσουν μπροστά.

Με αφορμή το νέο του τραγούδι «Μαύρο Πουκάμισο» – μια συνεργασία με τη Μαριάνα Κατσιμίχα που ξεκίνησε πριν ένα χρόνο – ο Στέφανος μιλά στο View Tag για όλα. Για το “ηπειρώτικο πείσμα”, τη βαθιά του σύνδεση με τη θεία του, τον θρύλο της παράδοσης Παγώνα Αθανασίου, και την προσμονή για τη μεγάλη βραδιά στον Σταυρό του Νότου στις 28 Απριλίου.

Στέφανε, γεννήθηκες και μεγάλωσες στα Ιωάννινα, ενώ φοίτησες και στο Μουσικό Λύκειο της πόλης. Πόσο έντονα «κουβαλάς» τα ακούσματα της Ηπείρου μέσα στον σύγχρονο ήχο που δημιουργείς σήμερα;

Τα ηπειρώτικα ακούσματα τα έχω από την κούνια μου και δεν υπερβάλλω καθόλου. Μεγάλωσα στα Ιωάννινα, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η μουσική της Ηπείρου δεν ήταν κάτι «εξωτερικό», αλλά μέρος της καθημερινότητας και του τρόπου ζωής. Η μητέρα μου έβαζε σε εμένα και τον αδελφό μου ραδιόφωνο όταν ήμασταν μωρά για να μας κοιμίσει, γιατί αλλιώς δεν σταματούσαμε να κλαίμε.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι κάποια στιγμή σταμάτησε αυτή την τακτική λόγω ενός πένθους που βίωνε, και τότε δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε με τίποτα. Μετά από λίγο καιρό, το ξανασκέφτηκε και το επανέφερε, γιατί τελικά αυτός ήταν ο μόνος τρόπος που λειτουργούσε για εμάς εκείνη την περίοδο.

Η πεντατονική της Ηπείρου έχει καταγραφεί μέσα μου από πολύ νωρίς, σχεδόν ανεπαίσθητα. Με τα χρόνια δεν χάθηκε, αντίθετα, ζυμώθηκε, ωρίμασε και έγινε μέρος της δικής μου μουσικής γλώσσας. Δεν το επιδίωξα συνειδητά. Συνέβη απλά μέσα από το περιβάλλον που μεγάλωσα.

Στην πορεία έκανα δειλές, πρώτες προσπάθειες να εκφράσω αυτό που ένιωθα ότι κουβαλάω, να το μεταφράσω σε πιο σύγχρονο ήχο. Και τελικά συνειδητοποίησα πως ο τόπος με έχει επηρεάσει βαθιά, χωρίς να το έχω επιλέξει. Απλώς επειδή μεγάλωσα μέσα του.

Φέρεις ένα πολύ «βαρύ» όνομα για την παραδοσιακή μας μουσική, όντας ανιψιός της σπουδαίας Παγώνας Αθανασίου. Πόσο καθοριστική ήταν η δική της επιρροή στην απόφασή σου να ασχοληθείς με το τραγούδι;

Όντως είναι ένα «βαρύ» όνομα και νιώθω πραγματικά ευγνωμοσύνη που η Παγώνα Αθανασίου είναι θεία μου. Είναι ένας άνθρωπος που δεν λειτούργησε ποτέ απλώς ως καλλιτεχνικό πρότυπο, αλλά και ως μια ειλικρινή φωνή μέσα στην οικογένεια, που δεν ωραιοποιούσε τα πράγματα.

Μου μιλούσε συχνά για τις δυσκολίες του χώρου, για το πόσο αβέβαιο μπορεί να είναι αυτό το επάγγελμα και το γεγονός ότι δεν υπάρχει πάντα σταθερότητα ή σιγουριά στον βιοπορισμό. Επίσης, συζητούσαμε αρκετά και για τη νύχτα, με έναν τρόπο πολύ αληθινό και χωρίς εξιδανικεύσεις. Όλα αυτά, μεγαλώνοντας, τα κουβαλώ σαν πολύτιμες συμβουλές, όχι για να με αποθαρρύνουν, αλλά για να με κρατούν προσγειωμένο και συνειδητό σε αυτό που επιλέγω να κάνω.

Παράλληλα, η παρουσία της επηρέασε σε έναν βαθμό και τους γονείς μου στο να αποδεχθούν ότι θα ακολουθήσω αυτό που πραγματικά θέλω, παρότι γνώριζαν τις δυσκολίες του χώρου.

Θυμάμαι πολύ έντονα ένα απόγευμα στα Γιάννενα, στο σπίτι της, που έπινα καφέ και πήγα κάπως διστακτικά και της είπα: «Θεία, θέλω να ακούσεις ένα τραγούδι που έχω γράψει». Το άκουσε με προσοχή και, λίγο μετά, είπε στη μητέρα μου: «Αφήστε το παιδί να κάνει αυτό που θέλει, το έχει». Εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια τεράστια ανακούφιση και χαρά! Σαν να πήρα μια εσωτερική επιβεβαίωση ότι μπορώ να συνεχίσω με περισσότερη πίστη σε αυτό που αγαπώ.

Πέρυσι κυκλοφορήσατε μαζί δύο εξαιρετικά τραγούδια της μουσικής μας παράδοσης, το «Ξεχωρίσματα / Ένα βράδυ βγήκε ο Χάρος» και το «Καίγομαι και Σιγολιώνω». Πώς είναι να μπαίνεις στο στούντιο και να μοιράζεσαι το μικρόφωνο με έναν θρύλο της Ηπειρώτικης παράδοσης που είναι ταυτόχρονα και οικογένειά σου;

Χρόνια ονειρευόμουν αυτή την ηχογράφηση και τελικά έγινε ακριβώς όπως την είχα φανταστεί, έπειτα από μια ουσιαστική συζήτηση με τη θεία μου. Ήταν μια διαδικασία που την χτίσαμε βήμα-βήμα: εγώ ανέλαβα να οργανώσω τους μουσικούς, να στείλω το υλικό και να προτείνω μια πρώτη κατεύθυνση για το πώς θα ήθελα να προσεγγίσουμε τα τραγούδια. Στη συνέχεια κάναμε μια πρόβα όλοι μαζί στο σπίτι μου και, περίπου δύο εβδομάδες μετά, μπήκαμε στο στούντιο.

Οι ηχογραφήσεις έγιναν live, κάτι που από τη μία τις έκανε ιδιαίτερα απαιτητικές, αλλά από την άλλη τους έδωσε μια αμεσότητα και μια ζωντάνια που δύσκολα αποτυπώνεται αλλιώς. Υπήρχε ένταση, συγκέντρωση και ταυτόχρονα μια πολύ καθαρή μουσική επικοινωνία ανάμεσά μας.

Η Παγώνα Αθανασίου, πέρα από θρύλος του ηπειρώτικου τραγουδιού, παραμένει για μένα πάνω απ’ όλα θεία μου – αυτή που, αν μια μέρα δεν φάω τις φακές μου, θα μου φτιάξει πατάτες τηγανητές με αυγά. Όλα εξαρτώνται από τη στιγμή και τον χώρο στον οποίο συναντάς τον κάθε άνθρωπο.

Στο στούντιο στάθηκε δίπλα μου με γενναιοδωρία, ηρεμία και υπομονή, δίνοντάς μου χώρο αλλά και κατεύθυνση όπου χρειαζόταν. Χάρη σε αυτή τη στάση, καταφέραμε να φτάσουμε σε ένα αποτέλεσμα που νιώθουμε όλοι ότι μας εκφράζει απόλυτα και το αγαπήσαμε πραγματικά.

Εκτός από τις φωνητικές σου ικανότητες, έχεις σπουδάσει ηχοληψία, έχεις πτυχίο αρμονίας και παίζεις κιθάρα. Όλη αυτή η τεχνική και θεωρητική κατάρτιση σε κάνει πιο απαιτητικό όταν μπαίνεις στο στούντιο για να ηχογραφήσεις;

Σίγουρα όλη αυτή η γνώση λειτουργεί υποστηρικτικά και μου δίνει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της διαδικασίας. Καταλαβαίνω καλύτερα τι συμβαίνει σε κάθε στάδιο της ηχογράφησης και αυτό με βοηθά να είμαι πιο συνειδητός σε αυτό που κάνω. Ωστόσο, όσο περνούν τα χρόνια, συνειδητοποιώ πόσο σημαντικό είναι να εστιάζω στον δικό μου ρόλο μέσα στο στούντιο.

Προσπαθώ να εμπιστεύομαι τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι και να μην παρεμβαίνω στη δουλειά τους, γιατί ο καθένας έχει τη δική του ευθύνη και οπτική. Άλλωστε, όπως λένε και στο χωριό μου, «όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει». Η συνεργασία χρειάζεται μέτρο, σεβασμό και καθαρές ισορροπίες. Έτσι πιστεύω ότι γεννιούνται τα καλύτερα αποτελέσματα.

Είσαι ένας καλλιτέχνης που γράφει και δικά του τραγούδια. Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση όταν προσπαθείς να αποτυπώσεις ένα δικό σου βίωμα ή συναίσθημα στο χαρτί και στο πεντάγραμμο;

Όταν γράφω, προσπαθώ να μην βάζω φίλτρα. Αφήνω τη σκέψη και το συναίσθημα να βγουν αυθόρμητα, χωρίς να τα περιορίζω ή να τα «διορθώνω» εκείνη τη στιγμή. Για μένα, αυτή είναι και η ουσία της τέχνης – η ελευθερία να εκφραστείς όπως πραγματικά νιώθεις.

Από εκεί και πέρα, έρχεται και μια δεύτερη φάση, πιο συνειδητή, όπου δουλεύω πάνω σε αυτό που γεννήθηκε αυθόρμητα, για να του δώσω μορφή και συνοχή. Η μεγαλύτερη πρόκληση, όμως, παραμένει μία: να καταφέρω αυτό που γράφω να μην αφορά μόνο εμένα, αλλά να αγγίξει και κάποιον άλλον. Να αναγνωρίσει μέσα σε αυτό κάτι δικό του, να νιώσει ότι δεν είναι μόνος σε αυτό που βιώνει. Εκεί, νομίζω, συμβαίνει πραγματικά η μαγεία.

Ο χώρος της μουσικής στην Ελλάδα έχει τεράστιες δυσκολίες. Αυτό το περίφημο «ηπειρώτικο πείσμα» σε έχει βοηθήσει να σταθείς στα πόδια σου και να χαράξεις τον δικό σου δρόμο;

Έχω αυτό που λέμε «ηπειρώτικο κεφάλι»… Όταν βάλω κάτι στο μυαλό μου, θέλω να το δω να γίνεται όπως το έχω οραματιστεί. Αυτό το πείσμα με έχει βοηθήσει να αντέχω και να συνεχίζω, ακόμη και όταν τα πράγματα δυσκολεύουν.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι σκληρή. Στην Ελλάδα, πολλές φορές ο καλλιτέχνης αντιμετωπίζεται σαν να κάνει ένα χόμπι και όχι ένα επάγγελμα με απαιτήσεις και κόπο. Υπάρχει μια διαρκής ανασφάλεια, ακόμη και ως προς τα βασικά, όπως ο βιοπορισμός. Είναι κάτι που το κουβαλάω καθημερινά, ακόμη και τώρα που μιλάμε.

Παρόλ’ αυτά, προσπαθώ να κρατάω την πίστη μου σε αυτό που κάνω. Να εξελίσσομαι, να δουλεύω και να μην το βάζω κάτω. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, αυτό που σε κρατάει όρθιο δεν είναι μόνο το πείσμα, αλλά και η αγάπη για αυτό που υπηρετείς.

Ας περάσουμε στο «Μαύρο Πουκάμισο», σε μουσική Πέτρου Κουμπιού και στίχους Χάρη Γλεντζή, ένα τραγούδι που ήδη έχει κερδίσει τις εντυπώσεις. Είναι γνωστό πως η ιδέα για αυτή τη συνεργασία με τη Μαριάνα Κατσιμίχα μετράει ήδη έναν χρόνο, από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε το κομμάτι. Τι ήταν αυτό που άκουσες στη φωνή της τότε, που σε έκανε να νιώσεις ότι είναι η ιδανική ερμηνεύτρια για να μοιραστείτε αυτό το ντουέτο;

Με τη Μαριάνα γνωριζόμαστε περίπου έναν χρόνο και θυμάμαι πολύ έντονα την πρώτη φορά που άκουσα τη φωνή της. Ήταν από αυτές τις στιγμές που σε αγγίζουν αμέσως, χωρίς να μπορείς να το εξηγήσεις. Υπήρχε μια ευαισθησία και μια αλήθεια στην ερμηνεία της που με έκανε να συγκινηθώ πραγματικά.

Από τότε υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού μου η επιθυμία να συναντηθούμε καλλιτεχνικά. Όταν, λοιπόν, άκουσα το «Μαύρο Πουκάμισο» από τον Πέτρο και τον Χάρη, σχεδόν αυθόρμητα ένιωσα ότι αυτή η φωνή είναι που μπορεί να «κουμπώσει» ιδανικά με το τραγούδι. Το άκουγα και μέσα μου το ντουέτο είχε ήδη πάρει μορφή.

Η Μαριάνα έχει έναν τρόπο να μεταφέρει το συναίσθημα πολύ άμεσα, χωρίς επιτήδευση, και αυτό ήταν ακριβώς που χρειαζόταν το κομμάτι. Έτσι, η σκέψη έγινε πρόταση και η πρόταση πράξη και χαίρομαι πολύ που τελικά μοιραστήκαμε αυτό το τραγούδι, γιατί ήταν κάτι που γεννήθηκε πολύ φυσικά και αληθινά από την αρχή.

Πριν από λίγες μέρες βρεθήκατε με τη Μαριάνα στο Καφωδείο Ελληνικό στη Θεσσαλονίκη, σε ένα live γεμάτο κόσμο και παλμό. Τι κρατάς από αυτή την επαφή με το κοινό του βορρά;

Η αλήθεια είναι πως υπήρχε αρκετό άγχος πριν από αυτό το live, όπως συμβαίνει πάντα όταν στήνεις κάτι με φροντίδα και θέλεις να επικοινωνήσει με τον κόσμο. Σκεφτόμασταν αν θα έρθει κόσμος, αν το πρόγραμμα θα «δέσει» όπως το έχουμε φανταστεί, αν θα περάσει αυτό που θέλουμε να δώσουμε.

Τελικά, ήταν μια από εκείνες τις βραδιές που σε αποζημιώνουν πλήρως. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν συγκινητική και η ενέργεια που υπήρχε στον χώρο μάς παρέσυρε από την πρώτη στιγμή. Ο βορράς έχει μια ιδιαίτερη ζεστασιά, μια γλυκάδα που τη νιώθεις αμέσως… στον τρόπο που ακούν, που συμμετέχουν, που σου δίνουν χώρο να εκφραστείς.

Είναι ένα live που σίγουρα θα κρατήσω μέσα μου, γιατί μας θύμισε γιατί κάνουμε όλο αυτό. Είμαστε πραγματικά ευγνώμονες για αυτή τη βραδιά και για την αγάπη που πήραμε.

Επόμενος σταθμός σας είναι η Αθήνα και η ιστορική σκηνή του Σταυρού του Νότου, την Τρίτη 28 Απριλίου. Πώς προετοιμάζεστε για αυτή τη βραδιά, όπου θα μοιραστείτε τη σκηνή και με την Μαριάνα Κατσιμίχα και τον Λάμπρο Βασιλείου;

Ανυπομονούμε πραγματικά για αυτή τη βραδιά με τη Μαριάνα και τον Λάμπρο. Την έχουμε προετοιμάσει εδώ και καιρό με μεγάλη προσοχή και αγάπη, γιατί θέλουμε να είναι ένα live με αλήθεια, ενέργεια και συνοχή, που να αντικατοπτρίζει αυτό που είμαστε αυτή την περίοδο.

Θα παρουσιάσουμε νέο, ακυκλοφόρητο υλικό, μαζί με τραγούδια από το ελληνικό ρεπερτόριο που αγαπάμε και μας έχουν διαμορφώσει. Δίπλα μας θα έχουμε μια εξαιρετική ομάδα μουσικών και συγκεκριμένα τον Πέτρο Κουμπιό στο μπουζούκι & στο λαούτο, τον Ηλία Μαρκαντώνη στο κλαρίνο & στο ούτι, τον Βασίλη Κατσούλη στο βιολί, την Μάρω Παναγή στα κρουστά και τον  Αλέξανδρο Μαούτσο στην κιθάρα,  με τους οποίους υπάρχει ήδη μια ουσιαστική συνεργασία και εμπιστοσύνη στη σκηνή, κάτι που για εμάς είναι πάντα καθοριστικό.

Κάτι που μας δίνει επίσης πολύ μεγάλη χαρά και δύναμη είναι ότι καλεσμένες θα είναι η θεία μου Παγώνα Αθανασίου, καθώς και η Μαρία Αλαμανή. Είναι μια συνάντηση ανθρώπων που εκτιμάμε βαθιά και μας συνδέουν ουσιαστικά πράγματα, και αυτό κάνει τη στιγμή ακόμη πιο ξεχωριστή.

Ο Σταυρός του Νότου είναι μια σκηνή με ιδιαίτερο βάρος και ιστορία, και για εμάς αυτή η εμφάνιση έχει ξεχωριστή σημασία. Νιώθουμε ότι γίνεται την κατάλληλη στιγμή και με τους σωστούς ανθρώπους, και αυτό μας δίνει ακόμη μεγαλύτερη χαρά και προσμονή. Είναι μια βραδιά που πιστεύουμε πραγματικά ότι θα μας μείνει αξέχαστη!

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top