Λίγες μέρες έμειναν μέχρι την πρεμιέρα της παράστασης «stΕΛΛΑΣ travel» στη Θεσσαλονίκη στον Πολυχώρο Τέχνης Alte Fablon. Η Εύη Τζώρτζη επί σκηνής και ο Ευθύμης Παππάς ως παρουσιαστής μέσω video, μας οδηγούν σε έναν κόσμο, που αιωρείται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, ανάμεσα στις λαϊκές πίστες και τα ποιήματα, ρίχνοντας παράλληλα μια κλεφτή ματιά στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών.
Το έργο είναι της Γλυκερίας Μπασδέκη όμως η Εύη Τζώρτζη έχει βάλει νέες πινελιές και ετοιμάζεται να παραδώσει στο θεατρικό κοινό της Θεσσαλονίκης μια πολύ ιδιαίτερης αισθητικής παράσταση. Αυτή ήταν και η αφορμή να μιλήσουμε μαζι της.
Το θέατρο, με αφορμή την παράσταση «stΕΛΛΑΣ travel», είναι μια διαφυγή, ή μια άλλη ανάγνωση της πραγματικότητας;
Κατά την γνώμη μου, το θέατρο, στην περίπτωση της παράστασης μας “stΕΛΛΑΣ travel” αλλά και σε κάθε περίπτωση, είναι και πρέπει να είναι μια άλλη ανάγνωση της πραγματικότητας, ένας φορέας ερωτημάτων, δημιουργικής σκέψης και πρωταρχικής συγκίνησης. Όταν ψυχαγωγεί πρόσκαιρα, λειτουργεί ως διάδρομος διαφυγής που στο τέλος του, όμως, καταλήγει σε αδιέξοδο. Πολύ περισσότερο σήμερα, που η κυριαρχία της τεχνολογίας και η Τεχνητή Νοημοσύνη προσφέρουν πολλούς και διαφορετικούς διαδρόμους διαφυγής, το θέατρο καλείται να επαναφέρει στους θεατές στο σώμα, στο βίωμα , στο Τώρα.
Ποιες «Ελλάδες» βλέπουμε στην παράσταση σας και πώς αυτές οι πολλές Ελλάδες επηρεάζουν τις ζωές μας;
Σε κάθε μία από τις “Ελλάδες” που φωτίζονται στην παράσταση, μέσα από τις εικόνες, τους ήχους ή τον λόγο, ο καθένας αναγνωρίζει το κομμάτι της Ιστορίας που προβάλλεται και κάνει τις δικές του συνδέσεις. Όλες αυτές οι Ελλάδες είναι οι ψηφίδες από διαφορετικό χρόνο που συνθέτουν το ψηφιδωτό της χώρας στο σήμερα. Όλες αυτές οι Ελλάδες μας έχουν φέρει στο σημείο που βρισκόμαστε αυτήν την στιγμή και επηρεάζουν τις ζωές μας σε όλα τα επίπεδα, μια και το ατομικό δεν μπορεί παρά να αλληλεπιδρά με το συλλογικό.
Η Στέλλα είναι φωνή «κάποιου» ή μια φωνή μιας ακόμη Ελλάδας που αναζητά την ταυτότητά της;
Η Στέλλα είναι η φωνή μιας Ελλάδας που είχε μια ταυτότητα, αλλά εδώ και αρκετό πια καιρό, μοιάζει να την έχει χάσει. Νιώθει το έδαφος να τραντάζεται κάτω από τα πόδια της και κρατιέται από όσα αγάπησε στο παρελθόν, ενώ βλέπει να τα κυκλώνει η Λήθη. Και ξέρει, ότι η δημιουργία μιας νέας ταυτότητας δεν θα μπορέσει να έρθει χωρίς θυσίες.
Τι προσφέρουν στο έργο της Γλυκερίας Μπασδέκη οι προσθήκες κειμένων που επιμεληθήκατε, εκτός της σκηνοθεσίας της παράστασης; Έλειπε κάτι σε σχέση με τα όσα μεσολάβησαν από τότε που το έγραψε;
Το αρχικό κείμενο της Γλυκερίας Μπασδέκη “ΣΤΕΛΛΑ TRAVEL: Η γη της απαγγελίας” διασκευάστηκε σε μονόλογο από την ίδια την συγγραφέα και παρουσιάστηκε τον Μάϊο του 2022 στο Αμφιθέατρο “Σταύρος Κουγιουμτζής” στο Πανόραμα ως επιλεγμένη παράσταση στα πλαίσια του Open Call που διεξάγει κάθε χρόνο ο Δήμος Πυλαίας-Χορτιάτη. Σκηνοθέτης ο Νίκος Καπέλιος, ερμηνεύτρια και πάλι εγώ. Ονειρεύτηκα, όμως, ένα νέο ανέβασμα, επιθυμώντας την σύνδεση του κειμένου με το ευρύτερο Ελληνικό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Σ’αυτό συμφώνησε και η Γλυκερία, έχοντας γράψει το αρχικό κείμενο σε άλλους, πιο “αθώους” καιρούς. Οπότε, οι προσθήκες κειμένων, έκαναν πιο σαφή την προσωπική ιστορία της ηρωΐδας μέσα στον χρόνο και την συνέδεσαν με την πορεία της χώρας από το 1981 και μετά.
Η μνήμη είναι σαν ένας «χαρακτήρας» στο έργο. Για εσάς η μνήμη πώς λειτουργεί. Σας βοηθάει να πάτε μπροστά ή με το νόστο σας κρατάει δεμένη με το παρελθόν;
Η μνήμη αποτελεί το θεμέλιο της ανθρώπινης ιστορίας. Σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, η μνήμη μπορεί να είναι μια βαθιά χαρακιά ή μια ζεστή αγκαλιά ευτυχίας, η μνήμη μπορεί να μας βάλει τρικλοποδιά για να μην προχωρήσουμε ποτέ ή να μας σπρώξει να αλλάξουμε, να διεκδικήσουμε, να προχωρήσουμε. Για μένα έχει λειτουργήσει στο παρελθόν και με τους δύο τρόπους. Προσωπικά, όσο μεγαλώνω κολλάω λιγότερο στο παρελθόν, παρόλο που νοσταλγώ κάποιες όμορφες στιγμές. Παράλληλα, όμως, ενώνομαι όλο και περισσότερο με την συλλογική ιστορική μνήμη, αυτήν που μας καθορίζει και μοιάζει να χάνεται στην εποχή κυριαρχίας της ταχύτητας και της τεχνολογίας. Και, ειλικρινά, έχω αγωνία για τι ακριβώς θα διασωθεί στις επόμενες γενιές, τι θα θυμούνται και γιατί.

Ως Έλληνες είμαστε εύκολα «θύματα» επειδή εκτός των άλλων έχουμε «μνήμη χρυσόψαρου» ;
Ναι, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια αποστρεφόμαστε την μνήμη, λειτουργούμε σε ένα βασικό επίπεδο επιβίωσης, σαν λοβοτομημένοι. Έχουμε γίνει πραγματικά πολύ εύκολα θύματα, δεν αντιδράμε ενώ η κατάσταση στην χώρα μας έχει αγγίξει τον πάτο. Όποιος, όμως, δεν γνωρίζει το παρελθόν του, δεν μπορεί να προχωρήσει στο μέλλον. Το να γνωρίζει σημαίνει βέβαια να μπορεί να δει και τα κακώς κείμενα, να κατανοήσει και να εξηγήσει. Θα μπορέσουν να το πράξουν αυτό οι νεότερες γενιές που δεν θυμούνται και δεν τους ενδιαφέρει να θυμούνται;
Η Θεσσαλονίκη αν ήταν χαρακτήρας έργου ποια θα ήταν; Και αν «έπαιζαν» με την Αθήνα σε μια παράσταση πώς θα τη φανταζόσασταν;
Η Θεσσαλονίκη, βυζαντινή πόλη, έχει και ένα πολύ σύνθετο και ενδιαφέρον πρόσφατο παρελθόν, εξελισσόμενη από μια κοσμοπολίτικη, πολυπολιτισμική μητρόπολη σε μία αρκετά συντηρητική, γενναιόδωρη όμως και δοτική πόλη. Κάπως έτσι θα ήταν και ο θεατρικός της χαρακτήρας, ένας χαρακτήρας που θα λειτουργούσε περισσότερο από την καρδιά, παρά από το μυαλό. Επιπλέον θα ήταν σίγουρα όμορφη με ένα ειδικό, όμως, βάρος, αυτό του βυζαντινού της παρελθόντος και του αίματος που έχει χυθεί εδώ ανά τους αιώνες. Η Αθήνα, από την άλλη, θα ήταν ένας χαρακτήρας πιο εγκεφαλικός, γρήγορος και δραστήριος, με κακοποιημένη ομορφιά αλλά πολύ ισχυρή γοητεία, με δυνατή ενέργεια που πηγάζει από το ένδοξο παρελθόν της αρχαιότητας. Ένας χαρακτήρας, όμως, επίσης χαοτικός, που πολλές φορές χάνεται μέσα στα πολλά που συμβαίνουν και δεν σταθεροποιείται πουθενά.
Προσωπικά, έχω ζήσει και στις δύο πόλεις και τις αγαπώ εξίσου. Για μένα συμβολίζουν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, της Ελληνικής ιστορίας μέσα στον χρόνο.
Τι είναι αυτό που σας περιορίζει ως καλλιτέχνη στην Ελλάδα σήμερα.
Νομίζω πάνω απ’όλα η έλλειψη πηγών χρηματοδότησης, κοινός τόπος των καλλιτεχνών που κινούνται έξω από το πιο εμπορικό κομμάτι των παραγωγών. Το κράτος και οι δήμοι προσφέρουν κάποιες ευκαιρίες αλλά, ως γνωστόν, ό,τι έχει να κάνει με το δημόσιο στην Ελλάδα προϋποθέτει πολλές φορές τις προσωπικές χάρες, το λεγόμενο μέσο, τις δαγκάνες της γραφειοκρατίας, τις καθυστερήσεις. Περιοριστικά λειτουργεί και η έλλειψη αποκέντρωσης, ο υδροκεφαλισμός της Αθήνας που, τελικά, δεν βοηθάει ούτε την ίδια, ούτε και τις υπόλοιπες πόλεις της χώρας.
Όταν ετοιμάζετε μια παράσταση έχετε στο μυαλό σας τύπους θεατών που ουσιαστικά τους απευθύνεστε;
Όχι, δεν έχω στο μυαλό μου συγκεκριμένους τύπους θεατών. Γνωρίζω, βέβαια, ότι οι θεατές χωρίζονται σε περισσότερο ή λιγότερο έμπειρους, καταρτισμένους, έτοιμους για πειραματισμό ή όχι αλλά, τελικά, σ’αυτήν την διαφορετικότητα τους έγκειται και η γοητεία του ζωντανού. Το κοινό δεν είναι ποτέ το ίδιο, αποτελεί κάθε φορά ένα συμπαγές σώμα με τις ιδιαιτερότητες του και έγκειται στον ερμηνευτή να είναι γενναιόδωρος με όλους, να προφέρει ουσιαστικά τον εαυτό του. Το πως θα το εκλάβει ο κάθε θεατής είναι καθαρά προσωπικό του θέμα.
Θα μου παρουσιάστε την παράσταση σας «stΕΛΛΑΣ travel» με πέντε λέξεις;
Ποιητικό ταξίδι προς την Έξοδο.
Γιάννης Καφάτος








