Ο Γιαννούλης Χαλεπάς είναι για την νεοελληνική γλυπτική ο μεγάλος τραγικός της μύθος.
Ο νεαρός ταλαντούχος καλλιτέχνης με την τεράστια αναγνώριση, την τραγική μοίρα, την τρέλα και την απομόνωση, την μάνα που καταστρέφει τα έργα του, του απαγορεύει την γλυπτική και θέλουν να την ταυτίζει με την Μήδεια.
Τέλος, η ανακάλυψη του γηραιού πλέον Γιαννούλη, η επιστροφή του με το εξαιρετικό έργο των τελευταίων χρόνων και η αναγνώριση.
Διθυραμβικά σχόλια για την Κοιμωμένη του και συγκίνηση για την τραγική του μοίρα.
Αυτός είναι ο Χαλεπάς για το πανελλήνιο, μια μυθιστορηματική μορφή με χαρακτηριστικά αγίου, που εξακολουθεί να συγκινεί ειδικούς, καλλιτέχνες, αλλά και ένα ευρύτερο κοινό.
Ωστόσο λίγο είναι γνωστό ότι το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Χαλεπά δημιουργήθηκε στην Τήνο και στην Αθήνα μετά την επάνοδό του από το Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, ότι το έργο αυτό έχει ξεχωριστή σημασία για την νεοελληνική γλυπτική και ότι συνδέεται στενά με το νησί της Τήνου.
Τα εικοσιένα γλυπτά του Χαλεπά στην μόνιμη έκθεση του Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού στην Χώρα της Τήνου αποτελούν ένα μοναδικό σύνολο, που παρουσιάζει αυτήν ακριβώς την πλευρά του έργου του.
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε το 1851 στον Πύργο της Τήνου, σε έναν τόπο με ιδιαίτερη παράδοση στην τέχνη και ιδιαίτερα στην γλυπτική τον 19ο αιώνα: Φιλιππότης, Χαλεπάς, Βιτάλης, Σώχοι κ.α., για να μείνουμε στα γνωστότερα ονόματα.
Ο Γιαννούλης ήταν το πρώτο από τα έξι παιδιά του Ιωάννη Χαλεπά, αρχιτέκτονα, μαρμαρογλύπτη, που δημιούργησε ένα από τα σημαντικότερα εργαστήρια μαρμαροδεύτερο μισό του 19ου αιώνα.γλυπτικής στο νησι.
Σπούδασε γλυπτική στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα με τον Λεωνίδα Δρόση). Το 1873 με υποτροφία του Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελίστριας Τήνου συνέχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία του Μονάχου κοντά στον Max Windmann. Το 1874 πήρε το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας για το έργο του Παραμύθι της Πεντάμορφης. Η διακοπή της υποτροφίας του τον ανάγκασε το 1876 να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου άρχισε να εργάζεται στο πατρικό εργαστήριο.

Το 1877, χρονιά της Κοιμωμένης, εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας του, που οδήγησαν σε εγκλεισμό του στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας το 1888.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του η μητέρα του τον έφερε στην Τήνο όπου έζησε στο πατρικό του σπίτι από το 1902 ως το 1930. Η μητέρα του πέθανε το 1916 και από το 1918 σώζονται χρονολογημένα έργα του.
Το 1925 έγινε έκθεση έργων του στην Ακαδημία Αθηνών, από την οποία βραβεύτηκε το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το 1928 έγινε δεύτερη έκθεση των έργων του στην Αθήνα στο Άσυλο Τέχνης.
Το 1930 η ανεψιά του Ειρήνη Β. Χαλεπά τον έφερε στην Αθήνα, όπου έζησε τα τελευταία οκτώ δημιουργικά χρόνια της ζωής του σε ζεστό οικογενειακό περιβάλλον, έχοντας κερδίσει την γενική αναγνώριση. Πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1938.
Συνολικά σώζονται σήμερα εκατόν δεκαπέντε γλυπτά του,, ενώ υπάρχουν μαρτυρίες για άλλα τριάντα περίπου, που είτε καταστράφηκαν ή αγνοείται η τύχη τους. Επίσης σώζεται ένας πολύ μεγάλος αριθμός σχεδίων του σε μονόφυλλα ή τετράδια.
Ένα μεγάλο σύνολο γλυπτών και σχεδίων βρίσκεται στην κατοχή της οικογένειας Β. Χαλεπά, ενώ σημαντικά σύνολα γλυπτών φυλάσσονται στην Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα, στην έκθεση του Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού στο Μουσείο Γιαννούλη Χαλεπά στον Πύργο, καθώς και σε πολλούς ιδιώτες.
Επιδίωξή του ήταν το απόλυτο γλυπτό, χωρίς κενά ή τρύπες που διασπούν την ενότητα:
«Το αστήρικτον άγαλμα στηρίζεται επί της γενικής ύλης του πηλού, διότι καταστρέφεται με την ανατομικήν οστεολογίαν» ήταν η καλλιτεχνική του αρχή.
Γεννήθηκε σαν σήμερα
Έλσα Παπαϊωάννου








