Δηλώνει μονόχνοτος, ιδιότροπος, γκρινιάρης και πώς η κάθε παράστασή του είναι σκοτεινότερη από την προηγούμενη. Δεν έχει όνειρα προσωπικά ή θεατρικά. Αυτός είναι ο Κωνσταντίνος Αβράμης, μέσα από τα δικά του λόγια.
Η συνέντευξη του με αφορμή την παράσταση wine bar Taniko (κάνει πρεμιέρα 12 Νοεμβρίου στο Studio Μαυρομιχάλη) είναι πολύ κατατοπιστική τόσο για την ίδια την παράσταση όσο και για έναν αντί-καλλιτέχνη που πιστεύω ότι θα μας απασχολήσει και στο μέλλον.

Να ξεκινήσω με την ερώτηση που θέτετε στο σημειώμά σας για την παράσταση wine bar Taniko: Για να επιβιώσω πρέπει να εκμεταλλευτώ τη συνθήκη που θεωρώ ηθικά απαράδεκτη. Πώς κάνει κανείς θέατρο στην χώρα-σύμμαχο των γενοκτόνων;
Αν ήξερα την απάντηση, δεν θα μπορούσα να φτιάξω αυτήν την παράσταση. Μου φαίνεται πως ολοένα και περισσότερα επαγγέλματα φέρνουν τον εργαζόμενο ή την εργαζόμενη μπροστά σε κρίσιμα ηθικά διλήμματα. Πως να συνεχίσει κανείς να εργάζεται «φρόνιμα» όταν η επιχείρηση στην οποία δουλεύει εξαγοράζεται από γενοκτόνους; Πως μπορεί κανείς να σερβίρει με πραότητα και «χωρίς πολιτική» πελάτες που αστειεύονται με εκατόμβες θυμάτων; Αισθάνομαι πως ―περισσότερο από ποτέ― η επιβίωσή μου εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο θα αναισθητοποιηθώ απέναντι σε όσους δεν θα ήθελα ποτέ να συναναστρέφομαι.
Η βία είναι τελικά η «απάντηση» όπως κάποτε ήταν τα «βιβλία» σε κάθε ερώτηση για τη ζωή μας εν Αθήναις το 2025;
Τα βιβλία είναι μια πολύ ασύμμετρη δύναμη όταν οι άνθρωποι υφίστανται τρομακτική βία. Τα βιβλία αρκούν για τις περιόδους ειρήνης. Όταν, για παράδειγμα, κάποιος βλέπει κρατικούς υπαλλήλους και εντολοδόχους εισπρακτικών να σέρνουν ανθρώπους έξω από τη μόνη τους κατοικία, το να αρχίσει να απαγγέλει Κάφκα ή Πεντζίκη είναι κάπως φαιδρό.
Κάντε μας μια μικρή γνωριμία με τις (αντί) ηρωίδες του έργου σας;
Πρόκειται για τρεις νέες γυναίκες που είχα την τύχη να μπορώ να τις δημιουργώ από κοινού με τις ηθοποιούς. Ήδη από την πρώτη πρόβα, το πρώτο τραπέζι, έλαβα ως δώρα σπουδαίες ιδέες και από την Ελένη και από τη Μαρίσσα και από τη Λίνα. Οι αντιηρωίδες του Taniko είναι κοπέλες που είναι παγιδευμένες μέσα σε συνθήκες που τις ωθούν στον παραλογισμό. Άνθρωποι που κάνουν σπασμωδικές κινήσεις για να επιβιώσουν μέσα σε μία γειτονιά που τους επιτίθεται και μέσα σε μια οικογένεια που τις διαλύει. Καλούνται να σταθεροποιήσουν έναν πεισματικά ασταθή κόσμο και αυτό, αναπόφευκτα, τις κάνει να υποφέρουν. Και να γελούν με αυτό. Και να αντιστέκονται.
Το wine bar Taniko ως έργο, αν έπρεπε να το βάλτε σε μια βιβλιοθήκη, σε πιο τμήμα θα το τοποθετούσατε; Δράμα, θρίλερ, κοινωνικό; -Δώστε μας ένα μίνι «βιογραφικό» του
Δεν ξέρω πώς θα το ταξινομούσα. Νομίζω πως το στοίχημα με το έργο αυτό είναι ακριβώς η ρευστότητά του, ότι ξεκινά από κάτι πολύ οικείο, ας πούμε ένα κοινωνικό δράμα, για να διολισθήσει προς κάτι αλλόκοτο, τρομαχτικό. Οι λέξεις που ανταλλάσσουν οι χαρακτήρες στην αρχή ηχούν καθημερινές, βιαστικές, αλλά όσο περνά η ώρα παρασύρονται προς τον εφιάλτη και, νομίζω, μας παρασέρνουν μαζί τους.

Θεατρική Αθήνα σήμερα. Νιώθετε ότι έχετε επιλογές και ελευθερία να δημιουργήσετε καλλιτεχνικά;
Όλο γκρινιάζουμε για τον χρόνο, τα χρήματα, τους χώρους, τους σφιχτούς προγραμματισμούς, και έχουμε δίκιο, αλλά κάθε χρόνο βγαίνουν εκπληκτικές παραστάσεις. Η Αθήνα, για μένα, επιβάλλει την καλλιτεχνική δημιουργία. Πως μπορεί κανείς να μην κάνει θέατρο σε μια χώρα που υπάρχουν τόσα εγκλήματα που παραμένουν αδίωκτα και σε κοινή θέα;
Η αστικοποιήση, το gentrification που υπάρχει και μέσα στο έργο, πώς τελικά επηρεάζει τις ζωές μας. Θα φτάσουμε να είμαστε «επισκέπτες» στην πόλη μας;
Οι άνθρωποι της ηλικίας μου (είμαι γεννημένος το 1998) δεν αισθάνθηκαν ποτέ κάτι άλλο πέρα από επισκέπτες. Δεν έχω αισθανθεί ποτέ την πόλη αυτή «δική μου». Δεν θα έχω ποτέ το προνόμιο να διαλέξω την αρχιτεκτονική που προτιμώ, δεν θα έχω ποτέ το προνόμιο να δω δημόσια κτίρια, δημοτικές βιβλιοθήκες, πάρκα να προσφέρονται στους κατοίκους της. Αυτή η ανοικειότητα, η ανεστιότητα είναι μια καταστατική συνθήκη που με πυροδοτεί ασταμάτητα. Θεωρώ πως αυτό είναι το βίωμα της εποχής μας. Δεν μας ανήκει ο Καιρός, οι ιδέες, ο χρόνος μας. Αυτοί είναι οι όροι του παιχνιδιού μας.
Πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το θέατρο – Με ποια «αφορμή» μπήκατε στο παιχνίδι;
Δεν ήμουν παιδί του θεάτρου, δεν μεγάλωσα μέσα σε αυτόν τον χώρο και δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα ασχοληθώ με αυτό πριν τα 18 μου. Μάλλον συνέβη το εξής: είμαι στο θέατρο επειδή είμαι πλήρως ακατάλληλως για αυτό. Από την πρώτη φορά που βρέθηκα στη σκηνή, στη φοιτητική ομάδα του πανεπιστημίου, κατάλαβα πως οι παραστατικές τέχνες είναι τόσο ξένες στον τρόπο σκέψης μου και ο τρόπος σκέψης μου είναι τόσο ξένος στις παραστατικές τέχνες. Και σε μία στιγμή απόλυτης αντιδραστικότητας, συνειδητοποίησα πως δεν μπορούσα να κρατώ αυτά τα δύο πεδία ασύμπτωτα. Έπειτα ήρθαν οι σπουδές, το θέατρο στη Γερμανία και τη Φινλανδία και κατάλαβα πως υπάρχει ένα σημείο στο οποίο μπορώ να προσπαθήσω να συγκεράσω αυτά τα ασύμπτωτα πεδία.
Πώς σχολιάζετε τη φραση-κλισέ: αν δεν είσαι σε «κυκλώματα» δεν μπορείς να πας ψηλά;
Οι περισσότεροι από εμάς γατζωνόμαστε στη συνήθεια και την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Πηγαίνουμε στο θέατρο για να δούμε τους ηθοποιούς που ήδη ξέρουμε και δίνουμε ευκαιρίες σε ανθρώπους που έχουμε ήδη εμπιστευτεί στο παρελθόν. Δεν είναι «κύκλωμα» είναι ένας τρόπος ζωής που είναι ξεκούραστος. Όταν όμως ένα σύστημα παραμείνει κλειστό, όταν φθείρεται και τροφοδοτείται μόνο από τον εαυτό του, δεν είναι τίποτε άλλο από μία αιμομικτική κοινότητα. Δεν μπορεί να είναι υγιής. Δεν ισχυρίζομαι ότι κάποτε θα γίνει αξιοκρατικός ο χώρος του θεάτρου. Ισχυρίζομαι μόνο πως κάθε τόσο ασφυκτιά επαρκώς για να αναζητά νέες φωνές, «έξω από τα κυκλώματα» για να μπορέσει να συντηρήσει τον εαυτό του.

Έχετε όνειρα, θεατρικά και προσωπικά;
Όχι.
Πώς θα χαρακτηρίζατε τον εαυτό σας καλλιτεχνικά και προσωπικά – Τι τύπος είστε;
Μονόχνοτος, ιδιότροπος, γκρινιάρης. Κάθε παράστασή μου είναι σκοτεινότερη από την προηγούμενη. Μου αρέσει το πρόγραμμα και η οργάνωση. Η γεωμετρία. Όλα αυτά, φυσικά, διασαλεύονται με την πρώτη ευκαιρία αλλά θέλω να πιστεύω ότι θα καταφέρω κάποτε να φτιάξω ένα θέατρο ολότελα μίζερο, καλά οργανωμένο, και αποτρεπτικό προς όποιον παραμένει αισιόδοξος.
Τι αγαπάτε και τι σας κάνει έξω φρενών στην καθημερινότητα σας;
Αγαπώ τον καλό καφέ, την ησυχία, μία βόλτα σε μια άδεια πόλη. Με κάνει έξω φρενών η αγένεια και η τάση των ανθρώπων να μου επιβάλλουν τους ήχους τους, την αισθητική τους, την παρουσία τους.
Τι φοβάστε και πώς καταπολεμάτε τους φόβους σας;
Φοβάμαι πως δεν γίνομαι κατανοητός. Προσπαθώ να το καταπολεμήσω αλλά νομίζω πως περιπλέκω τα πράγματα ακόμα περισσότερο. Ίσως, εν τέλει, να μην έχω και κάτι να πω. Λευτεριά στην Παλαιστίνη, δίκη στους εγκληματίες πολέμου και τους συνεργούς τους.
Γιάννης Καφάτος








