Μαρία Ζορμπά

Μαρία Ζορμπά: Μέχρι σήμερα δεν είχα κάτι σοβαρό ν’ ακουμπάω

Favorite

Κάθε φορά που συναντώ τη Μαρία Ζορμπά απολαμβάνω τις συζητήσεις μας, όπως και την ίδια στη σκηνή και την οθόνη.

Υποκριτικός χαμαϊλέοντας, δεν φοβάται να δοκιμαστεί σε διαφορετικούς ρόλους και να συνεργαστεί με νέους σκηνοθέτες. Πέρσι, τέτοια εποχή, στην «Κυρία Κούλα» του Μίμη Κουμανταρέα, ήταν μια ώριμη γυναίκα, η οποία λαχτάρισε τον έρωτα στο πλευρό ενός φοιτητή. Φέτος, στη σκηνή του Θεάτρου Αργώ, είναι η Ωγκυστίν, μια πληγωμένη γεροντοκόρη, η οποία δεν μεγάλωσε ποτέ, στο έργο του Ρομπέρ Τομά «8 γυναίκες κατηγορούνται».

Σε μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης η Μαρία μου μίλησε για τον ρόλο της, τα επόμενα επαγγελματικά της σχέδια, την πίστη της στο Θεό, τη σχέση με τη μητέρα της, αλλά και για έναν μυστικό «χίπικο» γάμο, τον οποίο ελάχιστοι γνωρίζουν, όπως άλλωστε και ό,τι άλλο αφορά στην προσωπική της ζωή. Αλήθεια, πώς κατάφερε να την προφυλάξει τόσα χρόνια;

Στις «8 γυναίκες κατηγορούνται» του Ρομπέρ Τομά, υποδύεσαι την Ωγκυστίν (Ζυστίν). Ρόλο που στον σινεμά αγαπήσαμε μέσω της Ιζαμπέλ Υπέρ. Τι είναι αυτό που σε γοητεύει στην ηρωίδα σου;

Στο σινεμά η Υπέρ ερμήνευσε τον ρόλο τελείως διαφορετικά καθώς η προσέγγιση της ταινίας ήταν, έτσι κι αλλιώς, διαφορετική από την παράστασή μας, η οποία κλείνει περισσότερο προς την αστυνομική κομεντί.

Αυτό το πρόσωπο έχει μια παιδικότητα, που εμένα μου άρεσε πολύ. Έχει ανάγκη από αγάπη, την οποία, όμως, ζητάει με τον λάθος τρόπο. Είναι σαν να παραμένει προσκολλημένη στην παιδική της ηλικία τόσο σε σχέση με την αδερφή της, όσο και σε σχέση με τη μητέρα της. Ακόμα κι ο τρόπος, με τον οποίο εκφράζεται είναι πιο παιδικός κι ακατάστατος σε σχέση με τις υπόλοιπες, στις οποίες είναι πιο τακτοποιημένος.

Γι’ αυτό λέει κάποια στιγμή : «Όλους τους αγαπώ. Αλλά κανείς δεν καταλαβαίνει την δική μου αγάπη. Όλοι νομίζουν πως είναι μίσος». Είναι ένα πληγωμένο παιδί η Ωγκυστίν;

Ναι, είναι ένα παιδί που δεν μεγάλωσε. Σαν να μην μεταβολίστηκαν σωστά τα στοιχεία της ενηλικίωσης και το πως αντιλαμβάνεται την πρόσληψη και το δόσιμο της αγάπης. Γι’ αυτό παρεξηγείται εύκολα κι αντιδρά απότομα.

Σαν μια γεροντοκόρη;

Ναι, αλλά σε μια πιο ελαφριά μορφή. Δεν είναι μια συνήθης μορφή της καταθλιπτικής κι απομονωμένης. Είναι μια παιδούλα γεροντοκόρη, πιο λουλουδάτη να το πω. Εξ’ ου και τα λουλουδάκια στο κεφάλι, σαν να στολίζει τον εαυτό της, όπως θα έκανε με την κούκλα της.

Δεν είναι λίγο περίεργο που, ακόμα στην εποχή μας, η λέξη «γεροντοκόρη» είναι ταυτισμένη με έννοιες όπως η κατάθλιψη, η απομόνωση, η γκρίνια κ.λ.π;

Αυτή η λέξη έχει κάτι βαθύ γι’ αυτό και παραμένει και κολλάει μ’ όλα όσα λέγαμε πριν για την ηρωίδα. Η ηρωίδα έχει γεράσει ως κόρη. Δεν μεγάλωσε ως γυναίκα, ως μάνα, ως σύζυγος, ως ερωμένη ή ως κάτι άλλο, όπως για παράδειγμα μια γυναίκα επαγγελματίας. Τα χρόνια περνάνε κι εκείνη έχει μόνο την ιδιότητα της κόρης και της αδερφής.

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ σε επιστολή του στον συγγραφέα χαρακτηρίζει το έργο ως «πολύ πρωτότυπο γιατί είναι φτιαγμένο από βιτριόλι και μαρμελάδα», ενώ για τον ίδιο τον Τομά αναφέρει ότι «είναι φυσικός γιος της Αγκάθα Κρίστι και του Γκολντόνι».

Πολύ σωστό αυτό!

 Η σκηνοθεσία του Γιάννη Καραχισαρίδη έχει αυτά τα στοιχεία;

Ναι, δεν ξέρω αν είχε υπόψιν του αυτούς τους χαρακτηρισμούς, αλλά αυτό που μας έλεγε πάντα είναι ότι επειδή το έργο έχει όλα τα συστατικά, από την αστυνομική πλοκή μέχρι την κομεντί, αν διαλέξεις μόνο έναν από αυτούς τους δρόμους θα κάνεις λάθος. Αυτό που μας έλεγε στις πρόβες και δεν ξέρω, αν το έχουμε καταφέρει, είναι ότι πρέπει να περνάμε από την μια κατάσταση στην άλλη σαν να μην έχει συμβεί τίποτα πριν. Να μεταπηδούμε από το χιούμορ στο δράμα, χωρίς ενοχές. Και μ’ αυτή την έννοια, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να μην ακολουθείς μια ροή ψυχολογικής φύσεως, αλλά να πηδάς από τη μια κατάσταση στην άλλη.

Παράλληλα, παρακολουθούμε και 8 γυναίκες, οι οποίες έχουν άσπονδες σχέσεις αγάπης μεταξύ τους. Έχεις βιώσει τέτοιες σχέσεις στο οικογενειακό ή επαγγελματικό σου περιβάλλον;

Ναι, πάρα πολύ! Όχι τόσο στο επαγγελματικό, αλλά περισσότερο στο οικογενειακό περιβάλλον. Ειδικά στις μικρές κοινωνίες, στη γειτονιά, στο χωριό, θείες με μάνες με γιαγιάδες, νύφες με πεθερές, ακόμα και κόρες με μητέρες. Είναι συχνό το φαινόμενο κι αυτό που έχω καταλάβει κι εγώ από συγγενείς μου, όχι από προσωπική πείρα, είναι ότι δεν λύνονται αυτά τα θέματα. Με κάποιο τρόπο κρατάνε για πάντα.

Και ποιος είναι ο πυρήνας του «κακού»;

Μια αίσθηση είναι του ότι «εσύ κάτι μου παίρνεις» και, φυσικά, αυτό είναι ο άνδρας, ο οποίος με κάποιο τρόπο, όπως και στο έργο είναι απών, ενώ πιο παρούσες είναι αυτές οι σχέσεις, οι γυναικείες.

Εσύ με τις γυναίκες της ζωή σου, τι σχέση έχεις. Με τη μητέρα σου πώς είστε;

Επειδή μεγάλωσα, κάπως χωρίς αυτήν, γιατί εργαζόταν πολλές ώρες κι ουσιαστικά με μεγάλωσε μια θεία μου, ήταν μια απόμακρη παρουσία στη ζωή μου. Δεν ήταν κοντά μου στην καθημερινότητα κι επειδή έφυγα μικρή από το σπίτι, δεν πρόλαβα να την γνωρίσω. Ουσιαστικά, τώρα τη γνωρίζω, που έχει μεγαλώσει και την έχω πάρει κοντά μου.

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη της Μαρίας Ζορμπά στη Γιώτα Δημητριάδη – Τέχνες-Plus

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top