Ετοιμαστείτε για το “(π)ending”. Μια παράσταση για την αναμονή που εκκρεμεί μεταξύ σοβαρού και αστείου, φαντασιακού και στεγνής πραγματικότητας, ελευθερίας και συνήθειας, με την ελαφρότητα της παιδικής μας κούνιας – έτσι μας την παρουσιάζει η Νατάσσα Αραμπατζή.
Η παράσταση επιστρέφει στο «Ρεκτιφιέ» για 4 παραστάσεις από τις 30 Απριλίου.
Δεδομένης της πρωτοτυπίας της σύλληψης και εκτέλεσης αυτής της παράστασης η Νατάσσα Αραμπατζή πριν αρχίσει τις αιωρήσεις της μας μίλησε για τα στοιχεία που την αποτελούν – την παράσταση αλλά τελικά και την ίδια!
Ο χρόνος είναι κάτι που προβάλεις στην παρουσίαση του (π)ending. Τι ρόλο παίζει ο χρόνος και διαχείρισή του στη ζωή σου;
Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι πολύ καλή στη διαχείριση του χρόνου. Αυτό το διάστημα είναι αλήθεια ότι ο χρόνος δεν μου περισσεύει, αλλά όταν έχω άπλετο χρόνο μπροστά μου δεν ξέρω τι να πρωτοκάνω, γίνομαι ανυπόμονη και τεμπέλα ταυτόχρονα. Το ζήσαμε όλοι στα χρόνια της χολέρας (κορονοϊός). Ζήσαμε τη μέρα της Μαρμότας για τουλάχιστον 1,5 χρόνο. Και δεν είναι ότι δεν συνέβαιναν πράγματα. Παρόλα αυτά, η ιδέα του (π)ending ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, σε μια περίοδο που είχα πολλά μαζεμένα ταξίδια και δρομολόγια, όπου αναγκαστικά έχεις χρόνο αναμονής σε αεροδρόμια, ΚΤΕΛ, σταθμούς τρένων, λιμάνια κλπ. Και φυσικά υπάρχει και ο νεκρός χρόνος του ίδιου του ταξιδιού, όπου, πρακτικά, είναι η μόνη στιγμή που μπορείς να είσαι στο παρόν 100%. Δεν βρίσκεσαι ούτε στο παρελθόν (αφετηρία) ούτε στο μέλλον (προορισμός). Είναι αυτή η μετέωρη αίσθηση του εδώ και τώρα. Αλλά το εδώ συνεχώς αλλάζει, γιατί μετακινείσαι, και το τώρα γίνεται κάθε στιγμή παρελθόν. Όπως ακριβώς και στην αιώρηση της κούνιας. Είσαι εσύ και ο εαυτός σου εκείνη τη στιγμή. Και κάπου εκεί ξεκινάει να παίρνει πρωτοβουλία η έμφυτη τάση μας να μετράμε αντίστροφα. Πόση ώρα έχουμε ακόμα για την άφιξη; Πόσες μέρες για τις γιορτές ή για το καλοκαίρι… και πάει λέγοντας. Ή αποσπάμε την προσοχή μας με ό,τι βρεθεί εύκαιρο. Δεν είναι τυχαία η φράση “σκοτώνω χρόνο”. Δεν το κρίνω, πρώτη εγώ το κάνω.
Τι είναι αυτό που σε οδήγησε στον …αέρα μετά τις επίγειες σπουδές στο χορό;
Είναι αυτό που με οδήγησε και στο χορό. Η αίσθηση του εδώ και του τώρα. Και η αίσθηση της πτήσης, της έλλειψης βαρύτητας. Πέρα από το ότι πρακτικά περνάς καλά, όταν το κάνεις. Έτσι κι αλλιώς ήδη στο χορό υπάρχει το στοιχείο. Υπάρχουν άλματα, σηκώματα μεταξύ παρτενέρ. Απλά, στα εναέρια παρτενέρ είναι ένα αντικείμενο, ένα παιχνίδι. Και ήρθε να μου θυμίσει για ποιο λόγο έγινα χορεύτρια. Επειδή, απλά, μου άρεσε να παίζω και ήθελα να μπορώ να πετάω. Καμιά φορά, βυθιζόμαστε τόσο πολύ στην καλλιτεχνική ανάλυση και στην τεχνική που ξεχνάμε την ελαφρότητα. Η τέχνες είναι κι αυτές μέσα επικοινωνίας. Το μήνυμα δεν χρειάζεται πάντα να είναι κάτι βαθυστόχαστο. Αλλά και να είναι, δεν χρειάζεται να το παίρνουμε υπερβολικά σοβαρά. Αν δεις τα παιδιά τη στιγμή που παίζουν παιρνουν το ρόλο τους πολύ σοβαρά – είναι 100% σε αυτό που κάνουν – και μετά το παρατάνε και καταπιάνονται με κάτι άλλο, με την ίδια ευκολία.
Τι προσφέρει στον θεατή η θέαση του (π)ending;
Το (π)ending είναι μια παράσταση που παίζει με τις έννοιες της αναμονής και της επανάληψης. Μέσα 40 λεπτά το κοινό θα δει έναν άνθρωπο να αιωρείται, να στροβιλίζεται, να περιμένει και να είναι μέχρι το τέλος σε πλήρη σύνδεση με μια κούνια. Η ίδια η κούνια στην παράσταση λειτουργεί ταυτόχρονα ως περιορισμός και ως μέσο απελευθέρωσης και πτήσης. Οι εικόνες και οι καταστάσεις που δημιουργούνται παίζουν με την εναλλαγή βάρους και ελαφρότητας προσομοιώνοντας τα κυκλικά επαναλαμβανόμενα μοτίβα που ακολουθούμε στη ζωή. Όλα κινούνται μεταξύ σοβαρού και αστείου, αέρα και εδάφους. Οι άνθρωποι είμαστε πολύ συχνά τόσο ίδια αστείοι μέσα στη δραματικότητά μας που συχνά δεν το καταλαβαίνουμε. Το κοινό θα έχει την ευκαιρία δει τον εαυτό του σε όλη την τραγελαφική του υπόσταση. Θα παραξενευτεί, σίγουρα θα γελάσει, ίσως να συγκινηθεί σε κάποια σημεία. Στόχος είναι κάθε άτομο να συνδέσει δικές του ανάλογες εμπειρίες με ό,τι βλέπει να συμβαίνει επί σκηνής. Και να δει τον εαυτό του από μια άλλη οπτική γωνία. Εγώ θα σας βλέπω σίγουρα ανάποδα πάντως!
Οι άνθρωποι του τσίρκου, των ακροβατικών, αυτού του περιφερόμενου κόσμου, περιβάλλεται από δεκάδες στερεότυπα που αναρωτιέμαι αν συνάντησες στην καριέρα σου και πώς τα αντιμετώπισες;
Εννοείται! Ακόμα τα συναντάω… Τα στερεότυπα δεν αλλάζουν μέσα σε μια νύχτα. Ούτε καν μέσα σε μια γενιά. Και όλα έχουν σεξουαλικό πρόσημο, έστω και συγκεκαλυμένα. Στην αρχή τα κορόιδευα. Δεν πίστευα ότι έχουν τόση δύναμη. Μετά στεναχωριέσαι, εκνευρίζεσαι, τα απορρίπτεις. Δεν μπαίνω πια στη διαδικασία να αντιμετωπίσω τίποτα σε σχέση με αυτό. Όταν τα εντοπίσω, απλά γελάω. Και φεύγω. Και έχω υλικό για την επόμενη παράσταση! (γέλια)
Η «κούνια» από την άλλη πλευρά είναι – στο δικό μου μυαλό – σαν σήμα κατατεθέν της παιδικής ανεμελιάς. Πώς την βιώνεις και πώς αντιδρούν οι θεατές σου;
Είναι αυτό ακριβώς! Ένα παιδικό παιχνίδι. Μια στιγμή ανεμελιάς, όπου μπορείς να είσαι ο εαυτός σου χωρίς να σκέφτεσαι τίποτα. Αλλά αυτό μπορεί να γίνει και η φυλακή σου. Μπορεί να χαθείς μέσα σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα της παιδικής σου ηλικίας και να μείνεις εκεί, μετέωρη. Η ανάγκη του παιχνιδιού στη ζωή μας είναι ακατανίκητη, αλλά η σύγχρονη δυτική πραγματικότητα σε ωθεί να το εξοβελίσεις από τη ζωή σου σε απίστευτα μικρή ηλικία, ήδη από το δημοτικό. Οι θεατές μπορούν να δουν το είδωλό τους μέσα από τις αναμνήσεις τους. Το παιδί που απλά θέλει να υπάρχει για να παίζει και να περνάει καλά. Αλλά δεν μπορείς να μείνεις για πάντα εκεί. Από ένα σημείο και μετά γίνεται ένας ομφάλιος που πρέπει να κόψεις.
Είναι εύκολο στην Ελλάδα να ζήσεις από τη δουλειά σου ως χορεύτρια και χορογράφος – σκέφτηκες να φύγεις για κάπου καλύτερα;
Γενικά, το να ζεις από μόνο μία δουλειά στην Ελλάδα δεν είναι πια εύκολο. Και η κατάσταση όλο και χειροτερεύει σε όλους τους χώρους. Υπάρχει και η κουλτούρα στη χώρα μας ότι τα καλλιτεχνικά επαγγέλματα και η Τέχνη γενικότερα είναι πολυτέλεια, οι καλλιτέχνες τεμπέληδες που “καλά θα κάνουν να βρουν μια δουλειά της προκοπής”. Το συναντάμε πολύ συχνά αυτό ως νοοτροπία, ακόμα κι αν δεν εκφράζεται πολλές φορές λεκτικά. Υπάρχει μια απαξίωση. Και η ίδια η κυβέρνηση λειτουργεί και πατάει πάνω σε αυτήν την κοινωνική πεποίθηση για να χτυπήσει τις τέχνες. Έχουμε βιώσει έναν “πόλεμο” άνευ προηγουμένου τα τελευταία χρόνια οι καλλιτέχνες. Υποβάθμιση πτυχίων, υπερβολική φορολογία (ούτε να έχεις ΑΜΚΕ δε συμφέρει πια), ο νόμος Χατζηδάκη που νομιμοποίησε το δεκάωρο στα εργόσημα και άλλα πολλά. Υπάρχει καρτελοποίηση της αγοράς εργασίας και στον καλλιτεχνικό χώρο. Ναι, πολλές φορές σκέφτηκα να φύγω. Έχω ήδη κάποιους πιθανους προορισμούς σε περίπτωση που το αποφασίσω. Αλλά δεν είναι αυτό που θέλω. Εδώ είναι οι φίλοι μου, η οικογένειά μου και η ζωή μου γενικότερα. Πηγαινοέρχομαι πολύ συχνά στο εξωτερικό λόγω δουλειάς, αλλά δεν έχω ως στόχο να μετακινήσω την έδρα μου, εκτός κι αν η κατάσταση στη χώρα που ζούμε το απαιτήσει.

Ποια παράσταση χορού είδες και σε μάγεψε και σε έβαλε στον κόσμο του χορού;
Ήταν μια παράσταση μπαλέτου στην ΕΤ3 – νομίζω το “La Bayadère” – όταν ήμουν 6 χρονών. Και μετά ζήτησα από τους γονείς μου να με γράψουν στο μπαλέτο.
Είχες συμπαράσταση στα πρώτα σου βήματα ή μπήκες μόνη σου στο στίβο κι άρχισες να «τρέχεις»;
Ναι και στα δύο! Όταν είπα στους δικούς μου ότι αυτό θα κάνω, με στήριξαν και συνεχίζουν να με στηρίζουν, αλλά είχα ήδη κλείσει τις πρώτες μου δουλειές ως χορεύτρια. Έτσι κι αλλιώς δεν είχαν καμία σχέση με το συγκεκριμένο επαγγελματικό χώρο. Αλλά είναι ωραίο να ξέρεις ότι έχεις ανθρώπους να σε στηρίξουν σε περίπτωση που τα πράγματα πάνε στραβά. Ειναι καθησυχαστικό.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισες;
Οι αλλεπάλληλοι τραυματισμοί. Το κύριο εργαλείο στο χορό είναι το σώμα μας. Αν αυτό δεν μπορεί να ακολουθήσει λόγο τραυματισμού, δεν μπορείς να δουλέψεις. Έχει τύχει να μην μπορώ να κοιμηθώ από τον πόνο. Αλλά πέρα από τη σωματική ταλαιπωρία που δημιουργεί ένας τραυματισμός, αρχίζει και φουντώνει και το άγχος. Λες “μέχρι πότε θα μπορώ να το κάνω αυτό;” Απελπίζεσαι.
Ο χορός είναι ένα περιβάλλον πιο «εύκολο»/ αποδεκτό για μια γυναίκα ή για έναν άντρα – στην Ελλάδα του σήμερα;
Εύκολο δεν είναι για κανένα φύλο, θεωρώ. Και οι γυναίκες αντιμετωπίζουμε το στερεότυπο του “χορεύτρια = ελαφρών ηθών” – για να το θέσω κομψά. Απλά, ίσως είναι πιο αποδεκτό και αναμενόμενο σε παιδική ηλικία να ασχολείται ένα κορίτσι με το χορό. Ευτυχώς, σήμερα αυτές οι διακρίσεις δείχνουν να εξαλείφονται σταδιακά, τουλάχιστον στα μεγάλα αστικά κέντρα. Έχουμε, βέβαια, πολύ δρόμο ακόμα για να πούμε ότι δεν υπάρχει αυτό το taboo. Ο αριθμός των κοριτσιών στις σχολές χορού είναι συντριπτικά μεγαλύτερος σε σχέση με τα αγόρια. Μιλάμε για ένα από τα πιο γελοία πατριαρχικά στερεότυπα! Ο χορός – η πιο αθλητική από τις τέχνες – ταυτίστηκε με τη θηλυκότητα, η οποία για κάποιο λόγο θεωρείτε “κακό” ή “αδυναμία” ή ένδειξη ομοφυλοφιλίας για ένα αγόρι – το οποίο πάλι θεωρείται αρνητικό. Και ο παραλογισμός δεν έχει τέλος. Το αστείο είναι πως στατιστικά το ποσοστο ομοφυλοφιλίας στις χορεύτριες είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο για τους άντρες χορευτές. Ευτυχώς, οι νέοι γονείς δείχνουν να ξεπερνούν αυτές τις αντιλήψεις με ταχείς ρυθμούς και αμφισβητούν ή απορρίπτουν τα στερεότυπα με τα οποία μεγάλωσαν.
Ποιο είναι το όνειρο σου – Πώς θα ήθελες να ζεις με την τέχνη σου σε μερικά χρόνια;
Ας ξεκινήσουμε με το οτι θα ήθελα να συνεχίσω να ζω με την τέχνη μου σε μερικά χρόνια (γέλια). Δεν είναι αυτονόητο. Ειδικά στην Ελλάδα. Δεν έχω κάποιο απωθημένο καλλιτεχνικά, όμως. Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι και ομάδες που θα χαιρόμουν πολύ να συνεργαστώ μαζί τους, αλλά δεν θα το έλεγα και “όνειρο ζωής”. Το μόνο μου τρελό όνειρο είναι να μπορώ να χορεύω και να είμαι δημιουργική μέχρι τα 80 μου.
Αν για τους λογοτέχνες «εν αρχή ην ο λόγος» για τους χορευτές ποιος είναι ο «θεμέλιος λίθος» της τέχνης σας;
“Εν αρχή ην το πρώτο βήμα”. Ή ακόμη και η πρόθεση να κάνεις το πρώτο βήμα. Δηλαδή, η προετοιμασία που κάνει το σώμα για να κινηθεί, να μεταβεί από μία θέση ή κατάσταση σε μία άλλη. Έτσι κι αλλιώς το πρώτο βήμα είναι το δύσκολο.
Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια μετά το (π)ending;
Τα τελευταία χρόνια είμαι μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας της Fabrica Athens και έχουμε ήδη κλεισμένες δουλειές και πλάνα μέχρι και το τέλος του ‘25. Αλλά στόχος για φέτος είναι να κάνω τουλάχιστον δύο εβδομάδες διακοπές!








