Ο Κώστας Αρζόγλου, δεν χρειάζεται συστάσεις και μόνο η αισθαντική φωνή του, σε πηγαίνει πίσω στο χρόνο κι ένα μαγικό κουτί με μοναδικές θεατρικές, αλλά και τηλεοπτικές εικόνες ξετυλίγεται μπροστά σου.
Μιλάει ήρεμα αλλά κι αποφασιστικά συνάμα. Το ραντεβού μας για τη συνέντευξη, έχει δοθεί σ’ ένα καφέ κοντά στο θέατρο, «θέλω να είμαι δίπλα στην πρόβα γι’αυτό σας έφερα εδώ» θα μου πει, στρίβοντας το τσιγάρο και ρουφώντας μια γουλιά καφέ, έχοντας, ήδη, παραγγείλει τον δεύτερο σε πλαστικό ποτήρι, για να τον πάρει μαζί στο Θέατρο Σημείο, όπου πραγματοποιούνται οι τελευταίες πρόβες για την παράσταση «Το Κτήνος στο Φεγγάρι» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Παπαδάκη.
Ο σπουδαίος θεατράνθρωπος μ’ αφορμή τη νέα του παράσταση μου μίλησε για τις επαγγελματικές του εμπειρίες, τη σχέση του με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, την Κατίνα Παξινού, τον Δημήτρη Ψαθά, αλλά και για την πολυτάραχη ζωή του, η οποία μοιάζει με μυθιστόρημα κι αναμένεται, όπως μου αποκάλυψε, να δούμε και στη σκηνή!
Ο Κώστας Αρζόγλου, όμως, πάνω απ’ όλα, είναι κι ένας τρυφερός πατέρας, που καμαρώνει την κόρη του και ταλαντούχα ηθοποιό Aurora Marion, ενώ αγωνιά και για την μικρότερη Μαρία, η οποία είναι πρωτοετής στη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης.
Στο έργο «Το Κτήνος στο Φεγγάρι» του Kalinoski, παρακολουθούμε την ιστορία του Αράμ και της Σέτας, δύο νέων προσφύγων, οι οποίοι επιβίωσαν της γενοκτονίας στην Αρμενία το 1915 καταφεύγοντας στην Αμερική και παλεύοντας να ξεκινήσουν μία νέα ζωή. Πόσο πιστεύετε ότι έχουμε εξοικειωθεί με το φαινόμενο των προσφύγων;
Στο έργο οι πρόσφυγες είναι μόνο η αφορμή, το θέμα είναι τι δημιουργήθηκε μετά την καταστροφή. Νομίζω, όμως, ότι σ’ αυτό το ζήτημα υπάρχει μια δυσθυμία, την οποία πρέπει να παλέψουμε, γιατί αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να είναι καλοδεχούμενοι. Βεβαίως, κουβαλάνε μια κουλτούρα δική τους, πολλές αξίες, που δεν έχουμε εμείς ή δεν έχουμε μεγαλώσει μ’ αυτές. Παρατηρώ ότι και σ’ εμένα κάποιες συνήθειες, που φέρουν αυτοί οι άνθρωποι, μ’ ενοχλούν λιγάκι. Αυτό που μ’ ενοχλεί ακόμα περισσότερο, όμως, είναι όχι το πώς είναι οι άνθρωποι, αλλά πως είναι το δικό μας κράτος, το οποίο αδυνατεί να αφομοιώσει αυτές τις ξένες κουλτούρες.
Αυτό πιστεύετε ότι οφείλεται στις δομές του κράτους, στα οικονομικά προβλήματα της χώρας ή εμείς δεν έχουμε την ανάλογη παιδεία;
Σίγουρα, δεν έχουμε την παιδεία! Αναφερόμαστε συνέχεια στα υπέροχα αρχαία χρόνια, τα οποία ουσιαστικά μας ενδιαφέρουν μόνο όταν υπάρχει κέρδος. Αυτό δεν είναι μια δομή παιδείας, στην οποία πρέπει να ενταχθεί ο ξένος. Αυτό που είναι διάτρητο, λοιπόν, είναι το ελληνικό κράτος κι η δική μας νοοτροπία. Δεν ισχύει ότι οι ξένοι κουβαλάνε ασθένειες και παραβατικές συμπεριφορές, αυτό είναι μια αυθαίρετη προκατάληψη.
Ο τίτλος του έργου «Το κτήνος στο φεγγάρι» τι σηματοδοτεί;
Λέγεται μέσα στο έργο. Οι Τούρκοι, όταν έγινε μια έκλειψη σελήνης, βγήκαν στους δρόμους και πυροβολούσαν το κτήνος, που έκρυβε το φεγγάρι. Μετά από δύο ή τρία χρόνια ο Σουλτάνος εκμεταλλεύτηκε αυτό το έθιμο κι έτσι πυροβολούσαν «κατά σύμπτωση» τους Αρμένιους γείτονές τους. Από εκεί ξεκίνησε και τα ξεκλήρισμα των Αρμενίων. Δεν πυροβολούσαν, όμως, διακριτικά μόνο τους Αρμενίους, νομίζω ότι πυροβολούσαν και τη γιαγιά μου και τον παππού μου. Θέλω να πω, ότι αυτά τα γεγονότα είναι πάρα πολύ κοντά μας.
Τη σκηνοθεσία της παράστασης υπογράφει ένας νέος σκηνοθέτης – ηθοποιός, ο Βαγγέλης Παπαδάκης. Αναρωτιέμαι, πώς μετά από τόσα χρόνια διαδρομής είναι εύκολο να είστε ανοιχτός και να μην παγιώνετε πράγματα;
Εμένα δεν με ενδιαφέρει τόσο πολύ η ληξιαρχική ηλικία. Μ’ ενδιαφέρει να δω μέσα από τη ματιά κάποιου, πώς βλέπει ένα κείμενο. Γιατί τα έργα, το 80-90%, μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο, τα γνωρίζω . Αυτό που δεν ξέρω, είναι η ματιά του σκηνοθέτη, ο τρόπος του.
Σ’ αυτή την περίπτωση τι σας άρεσε;
Καταρχάς, μου άρεσε το έργο.Το δεύτερο είναι ότι μου άρεσε πάρα πολύ ο ρόλος. Τρίτον, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα τη μεταστροφή που γίνεται μέσα στο έργο από τον αφηγητή σε κάτι άλλο, το οποίο είναι μια, ας το πούμε, έκπληξη!
…








