Το δεύτερο βιβλίο της Μισέλ Πεντινιελί (Michele Pendinielli), «Πίσω από τα σκυλιά» που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πόλις έρχεται να επιβεβαιώσει τις σκέψεις μου όταν τη γνώρισα μέσα από τη «Μποκανέρα». Μια λογοτέχνης που δίνει φιλί ζωής στο Μεσογειακό νουάρ. Μια γυναίκα που αφουγκράζεται την εποχή και δημιουργεί πραγματικούς χαρακτήρες και όχι χάρτινους ήρωες.
Η εποχή που ζούμε, ανάμεσα στ’ άλλα, προτιμά οι άνθρωποι, οι πολίτες να μη θυμόμαστε. Επιβάλλει ρυθμούς που μας πνίγουν, καλλιεργεί το φόβο, διασπείρει τη μοναχικότητα. Κι εκεί έρχονται οι άνθρωποι της τέχνης και γίνονται ένας πυρήνας, η «φωτιά» που μαζεύει τη φυλή γύρω της. Κι όταν άνθρωποι μαζεύονται γύρω από τη φωτιά, κάτω από το σύμπαν, ενώνονται.
Η καινούργια ιστορία της Μποκανέρα με τον τίτλο «Πίσω από τα σκυλιά» λειτούργησε ακριβώς όπως σου περιέγραψα πιο πάνω.
Διαβάζουμε τελικά αυτό που χρειαζόμαστε, το έχω νιώσει πολλές φορές με διαφορετικά λογοτεχνικά αναγνώσματα.
Η σύνδεση των ανθρώπων με τα ζώα είναι ένας από τους καμβάδες του βιβλίου. Αφορμή η φιλοξενία ενός σκύλου από τη Μποκανέρα. Οι «μαμάδες» του έφυγαν για λίγο και η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου γίνεται σκυλομαμά. Ο σκύλος βρίσκει το πρώτο πτώμα της ιστορίας. Ένας νεαρός με αλλοιωμένο το πρόσωπο από τα βάρβαρα χτυπήματα.
Παράλληλα εξαφανίζεται μια έφηβη και η μητέρα της προστρέχει στην ιδιωτική ντετέκτιβ να βοηθήσει στον εντοπισμό της.
Και κάπως έτσι αρχίζει η ιστορία.
Η συγγραφέας με την πολιτική και κοινωνική οξυδέρκεια που τη διακρίνει μας φέρνει αντιμέτωπους με τους μετανάστες που αναζητούν στην πολιτισμένη Ευρώπη διέξοδο, διαφυγή από τη φρίκη που ζούσαν στις πατρίδες τους. Παράλληλα περιγράφει με έξοχο τρόπο τους ακροδεξιούς που ευδοκιμούν ενώ παράλληλα ενθέτει κεφάλαια από παλιές ιστορίες, την εποχή των ναζιστικών πογκρόμ με ήρωες ακόμη και μικρά παιδιά που οδηγούσαν εβραίους ανάμεσα σε περάσματα να γλυτώσουν από τους ναζί.
Τα ένθετα αυτά κεφάλαια με μια διαφορετική αφηγηματική ροή από τον κυρίως κορμό του μυθιστορήματος, στην αρχή με παραξένεψαν ως προς την προέλευση τους. Ποιος μας λέει αυτές τις «παλιές» ιστορίες;
Όσο όμως οι σελίδες περνούσαν, σχεδόν παράλληλα με τη δράση στο σήμερα, αναζητούσα αυτή την διήγηση από τα παλιά. Αναζητούσα τη μνήμη, χωρίς να με απασχολεί τελικά ποιος λέει την ιστορία.
Πέρα από τον προφανή παραλληλισμό των σημερινών φυγάδων με τους εβραίους που προσπαθούσαν να σωθούν από τη δολοφονική μανία των ναζί η ένθετη αυτή αφήγηση δίνει στο βιβλίο τις ανάσες που χρειάζεται ο καταιγιστικός ρυθμός της αφήγησης της Pendinielli που φυσικά είναι συνακόλουθος του χαρακτήρα της Μποκανέρα.
Η μετάφραση του Γιάννη Καυκιά είναι εξαιρετική και βοηθητική στο να μη χαθεί αυτός ο ρυθμός που βρήκα μέσα στις σελίδες του βιβλίου.
Η μνήμη δεν πρέπει να χαθεί. Η συλλογική μνήμη δεν αναφέρεται μόνο σε γεγονότα του παρελθόντος, την ιστορία. Σήμερα οι ρυθμοί που ζούμε είναι τόσο έντονοι και όπως μας παίρνει η «μπάλα» ξεχνάμε. Ξεχνάμε τους νεκρούς της Πύλου, ξεχνάμε τις επιθέσεις των νεόκοπων ταγμάτων ασφαλείας, ξεχνάμε τους νόμους που κάνουν δύσκολη τη ζωή των ανθρώπων που γλύτωσαν από τα καθεστώτα των πατρίδων τους και τόσα άλλα.
Το βιβλίο «Πίσω από τα σκυλιά» της Michele Pendinielli είναι μια συνταρακτική ιστορία για το σύγχρονο μίσος που πάει να αντιγράψει τη φρίκη του χθες με τα όπλα του σήμερα. Και αυτό γίνεται ακριβώς γιατί την έχουμε λησμονήσει. Η Pendinielli είναι μια «συντρόφισσα», τη θεωρώ έναν από τους …δικούς μου ανθρώπους – αυτούς που, άδολα, μας λένε κάτι και βάζουν σε τάξη ό,τι διαλύεται γύρω μας.
Όταν κατάλαβα ποιος λέει αυτές τις ένθετες αφηγήσεις του παρελθόντος υποκλίθηκα στην ευρηματικότητα της συγγραφέως. Παράλληλα πνίγηκα από την ατμόσφαιρα και το πολιτικό-κοινωνικό περιβάλλον που οδηγεί στο θάνατο ανθρώπους που απλώς ονειρεύτηκαν να ζήσουν καλύτερα. Τέλος συγκινήθηκα, σε πολλά σημεία που η ανθρωπιά και η καλοσύνη περιγράφεται απλά και λιτά. Χωρίς φανφάρες. Όπως είναι η καλοσύνη!
«Πίσω από τα σκυλιά» Michele Pendinielli (Εκδόσεις Πόλις, μετάφραση: Γιάννης Καυκιάς) – τρέξτε …πίσω από το βιβλίο είτε πάτε είτε δεν πάτε διακοπές! Το χρειάζεστε!!!
Γιάννης Καφάτος
ΥΓ σε κάποιο σημείο του βιβλίου η συγγραφέας με τον γνωστό σαρκασμό της περιγράφοντας μια σκηνή απόθεσης της τέφρας της μητέρας και του πατέρα της Μποκανέρα κάνει την αναφορά στην αντίστοιχη σκηνή του Μεγάλου Λεμπόφσκι με τη στάχτη πάνω στα πρόσωπα.
Διέκοψα την ανάγνωση και έστειλα ένα μήνυμα στη συγγραφέα ότι πριν από το Λεμπόφσκι, εδώ στο Αιγαίο κάποιο τίναζαν τη στάχτη της Μαρίας Κάλλας από τα πέτα των κοστουμιών τους και κάναμε μια κουβέντα επ’ αυτού. Το αναφέρω γιατί τη αμεσότητα στην επικοινωνία με την συγγραφέα με είχε εντυπωσίασει από την πρώτη μας επαφή που είχε ως αποτέλεσμα τη συνέντευξη που μου παραχώρησε με αφορμή τη «Μποκανέρα».








