Ένα έργο για τις σχέσεις, ένα έργο που εξερευνά τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αγάπη και τη φθορά, στη στοργή και τη σιωπή, στο παρελθόν και την πιθανότητα ενός κοινού μέλλοντος. Αυτά ως μια εισαγωγή στο Nevermind στο καινούργιο έργο του Roger Ennals που το εμπιστεύτηκε στην Τζέσικα Κουρτέση για το πρώτο του ανέβασμα σε θεατρική σκηνή.
Η Τζέσικα Κουρτέση σκηνοθετεί την παράσταση που θα κάνει πρεμιέρα σε περίπου έναν μήνα, στις 10 Νοεμβρίου, για δέκα παραστάσεις στο Θέατρο Nous, κάθε Δευτέρα και Τρίτη, της οδού Τροίας στην Αθήνα.
Με αφορμή αυτό το έργο , όπου οι χαρακτήρες προσπαθούν να κατανοήσουν τη θέση τους σε έναν κόσμο γεμάτο από φόβο, πόνο και αναστάτωση, μιλήσαμε με τη σκηνοθέτη Τζέσικα Κουρτέση.
Η συζήτησή μας ξέφυγε λίγο από το έργο αλλά θα μας βοήθήσει να γνωρίσουμε μια δημιουργό που ήρθε για ν’ αφήσει τη δική της σφραγίδα στη θεατρική Αθήνα!
Πώς έφτασε στα χέρια σας το έργο του Roger Ennals «Nevermind» και πώς γεννήθηκε η παράσταση που θα δούμε από τις 10 Νοεμβρίου στο θέατρο Nous
Ο Roger Ennals, Άγγλος ηθοποιός, έγραψε το πρώτο του έργο και σε μια συζήτηση που είχαμε θέλησε να μου το εμπιστευτεί για να το ανεβάσω στην Ελλάδα, μιας και κι εγώ εκείνη την περίοδο ήμουν σε αναζήτηση ενός κειμένου που να με αφορά πραγματικά. Τότε διάβαζα πολύ Πίντερ και μου φαινόταν ότι κάπως πάω να καταλήξω. Και όταν μετά διάβασα το Nevermind, οι πολλές σιωπές του με έκαναν να σκέφτομαι αμέσως τον Πίντερ. Ήταν σχεδόν τρελό πώς συνέβη αυτό — σαν να υπήρχε μια μυστική σύνδεση— οπότε έγινε κάπως φυσικά, σαν να κουμπώσαμε την ίδια στιγμή. Έτσι γεννήθηκε το Nevermind.
Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το θέμα των σχέσεων – Βλέπετε στον περίγυρό σας / στην κοινωνία ότι υπάρχει …θέμα;
Δεν ξέρω αν υπάρχει «θέμα». Ξέρω σίγουρα όμως ότι η ανθρώπινη επικοινωνία έχει γίνει κάπως δύσκολη. Πάντα η βάση μιας σχέσης είχε τις δυσκολίες της — απλώς κάθε εποχή φέρνει τις δικές της εκδοχές αυτών των δυσκολιών. Από μόνη της η σχέση δύο ή και παραπάνω ανθρώπων είναι πολύπλοκη. Απλώς νιώθω γύρω μου πως όλο αυτό έχει φτάσει σε ένα peak, σαν να έχει μαζευτεί πολύ ένταση. Είναι σαν να έχουμε ξεχάσει πώς να ακούμε, πώς να συνδεόμαστε πραγματικά.
Πιστεύω πως κάθε σχέση, από πάντα και για πάντα, είναι δύσκολη — όχι με την αρνητική έννοια, αλλά με την έννοια ότι χρειάζεται φροντίδα, επικοινωνία, κατανόηση. Ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα για κανέναν, αλλά ίσως εκεί κρύβεται και η ομορφιά της· στο ότι χρειάζεται να προσπαθείς, να ακούς, να καταλαβαίνεις τον άλλον.
Η τέχνη δίνει απαντήσεις ή αφορμές για να τις βρει ο παραλήπτης, θεατής στην προκειμένη περίπτωση;
Η τέχνη δεν ξέρω αν δίνει απαντήσεις, ούτε αν είναι και αυτός ο σκοπός της. Σίγουρα όμως προβληματίζει, αφυπνίζει, δημιουργεί παραπάνω ερωτήματα — και αυτά είναι που, νομίζω, μας πάνε λίγο παρακάτω. Εύχομαι δηλαδή.

Το κείμενο «αποκαλύπτει» κάποια αλήθεια τόσο για τις σχέσεις όσο και για την ανάγκη να καταφύγει ένα ζευγάρι στο να ζητήσει βοήθεια;
Νομίζω πως το κείμενο ακουμπάει πολύ την αλήθεια, και αυτό είναι κάπως τρομακτικό. Η αλήθεια εδώ φαίνεται μέσα από τους καβγάδες για απλά, καθημερινά θέματα — που αν τα δεις θεραπευτικά, θα καταλάβεις ότι από κάτω κρύβουν περισσότερα: πόνο, παράπονα, θυμό, συναισθήματα που δεν προήλθαν επειδή “άφησες τα ρούχα πάνω στο κρεβάτι” ή “δεν σκούπισες”.
Και για να το κάνω λίγο πιο δύσκολο… ίσως το πρόβλημα να μην είναι καν ο σύντροφος, αλλά κάτι που εκείνος ενεργοποιεί μέσα μας — ένα τραύμα, μια οικεία συμπεριφορά που μας δυσκολεύει. Εκεί αρχίζει και ξετυλίγεται το κουβάρι.
Αρχίζεις να ανακαλύπτεις εσένα, να βλέπεις τι σε ενώνει με τον άλλον και τι σε χωρίζει. Το ζευγάρι μπορεί να ζητήσει βοήθεια, για να μπορέσει να προχωρήσει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Μπορεί απλώς να χρειάζεται βοήθεια για να διαχειριστεί τον χωρισμό.
Πολλοί λένε ότι «δε θα μου λύσει τα προβλήματα ένας γιατρός». Πώς τοποθετείστε απέναντι σ’ αυτό;
Συμφωνώ. Η θεραπεία δεν είναι για να σου “λύσει” τα προβλήματα, αλλά για να σε βοηθήσει να τα κατανοήσεις. Να δεις τι κουβαλάς, από πού έρχεται κάτι, να το φωτίσεις. Κι αυτό από μόνο του είναι ήδη ένα βήμα προς τη λύση, όποια κι αν είναι αυτή.
Το παρελθόν παίζει πάντα ρόλο στο παρών μας. Μπορούμε τελικά να απεμπλακούμε από το χθες μας και να ζήσουμε το σήμερα χωρίς βάρη, ενοχές και δικαιολογίες και πώς το καταφέρνει κάποιος αυτό; Σας έχει απασχολήσει καλλιτεχνικά και προσωπικά;
Το παρελθόν το κουβαλάμε μοιραία. Πιστεύω όμως ότι μέσα από τη θεραπεία ή όποιον τρόπο επιλέγει ο καθένας να ανακαλύψει τον εαυτό του, μπορούμε να πορευτούμε μαζί του, να το έχουμε κάπως “ζυμώσει”, να το έχουμε στρογγυλέψει. Να μη μας ξυπνάει εφιάλτες, να μη μας γυρνάει πίσω. Μπορεί να επιστρέφει, να μας πυροδοτεί στην καθημερινότητα, αλλά μετά από ένα σημείο μπορούμε να το διαχειριζόμαστε από μια άλλη, πιο υγιή και πιο συνειδητοποιημένη θέση.
Με έχει απασχολήσει. Και το ψάχνω από όλες τις μπάντες.
Το παρόν πάλι, σήμερα ειδικά, καθορίζεται από τα σόσιαλ μίντια. Πώς στέκεται το Nevermind σ’ αυτή τη νέα συνθήκη των ερωτικών και όχι μόνο σχέσεων;
Το Nevermind δεν ασχολείται με τα social. Είπαμε να κάνουμε ένα break και να εστιάσουμε στην πραγματική επαφή. Το έχουμε ανάγκη όλοι. Να μιλήσουμε, να κοιταχτούμε, να ακουστούμε.

Τι θα πάρουν οι θεατές μαζί τους φεύγοντας από την οδό Τροίας;
Στην καλύτερη, θα συνδεθούν. Ή θα τα ξαναβρούν με τους πρώην τους… ή θα χωρίσουν!
Αστειεύομαι φυσικά — αλλά ναι, θέλω να το δούμε στην πράξη. Στην χειρότερη δεν θα πάρουν κάτι, στην καλύτερη όμως ίσως τους αγγίξει κάπως, τους κάνει να σκεφτούν, να νιώσουν.
Θέλω να έρθω τώρα σε εσάς. Ποιο «ρόλο» προτιμάτε: ηθοποιός ή σκηνοθέτης;
Και τα δύο. Άλλη δουλειά κάνει ο ένας ρόλος, άλλη ο άλλος. Το καλό είναι ότι μένω ανήσυχη και πολύ απασχολημένη.
Πώς σκηνοθετείτε τον εαυτό σας;
Δεν σκηνοθετώ ιδιαίτερα τον εαυτό μου. Δουλεύουμε ως ομάδα, κι ό,τι προκύπτει, προκύπτει μέσα από τη διαδικασία. Παρότι το έργο διαδραματίζεται σε ένα δωμάτιο ψυχοθεραπείας — που είναι ασφυκτικό — ό,τι βλέπετε στη σκηνή έχει βγει μέσα από αυτοσχεδιασμούς. Συμμετείχε πολύ και το σώμα μας, ήταν μονόδρομος αυτό, γιατί έπρεπε να βιώσουμε σωματικά όλη τη διαδρομή. Το στοίχημα είναι να φανεί αυτή η διαδρομή, παρότι είμαστε οριακά εγκλωβισμένοι σε καρέκλες.
Ποιους ηθοποιούς θα θέλατε να σκηνοθετήσετε;
Δεν έχω “λίστα” ηθοποιών. Έχω όμως πάντα ανυπομονησία να δουλεύω με ανθρώπους και να τους ανακαλύπτω μέσα στη διαδικασία.
Υπάρχουν διακρίσεις φύλου και ηλικίας που έχετε υποστεί ή αφουγκραστεί; Ένας παραγωγός ας πούμε εμπιστεύεται το ίδιο εύκολα μια γυναίκα ή έναν άντρα σκηνοθέτη; Υπάρχουν και ανάμεσα στους άλλους συντελεστές μιας παράστασης;
Θα ήταν ψέμα να πω πως δεν υπάρχουν. Παρ’ όλα αυτά, πλέον έχουμε πολλές γυναίκες που αναλαμβάνουν σκηνοθεσίες, και κάθε φορά που πέφτω πάνω σε μια τέτοια παράσταση, νιώθω ανακούφιση. Μπορούμε και καλύτερα.
Πότε αποφασίσατε να μπείτε και πώς μπήκατε στο χώρο αυτό;
Όταν τελείωσα το σχολείο, έφυγα για Αγγλία να σπουδάσω θέατρο. Ήταν ξεκάθαρο από νωρίς μέσα μου.
Μετά πέρασα μια φάση αμφισβήτησης — μάλλον επειδή ένιωσα σοκ βλέποντας πόσο ανοιχτό και δύσκολο είναι αυτό το επάγγελμα. Και ακόμα το αισθάνομαι αυτό το χάος. Προσπαθώ να το καταλάβω ακόμα.

Ποια είναι πέντε έργα τέχνης, (βιβλία, θεατρικά, μουσική) που σας περιέχουν και που με έναν τρόπο αποτελούν το «βιογραφικό» σας;
Δεν είναι πολύ οργανωμένα αυτά μέσα μου. Διαβάζω κάτι, το ξεχνάω στο δευτερόλεπτο, αλλά μετά από καιρό το βρίσκω να λειτουργεί μέσα μου. Το ίδιο και με τις ταινίες/παραστάσεις – βλέπω κάτι, και θυμάμαι απλώς μια σκηνή που συνδέεται με κάτι άλλο. Κάπως έτσι με επηρεάζουν τα πράγματα, πιο υπόγεια.
Μπορώ όμως πλέον να πω με σιγουριά ότι με επηρεάζουν οι άνθρωποι. Πάντα κάτι με τραβάει προς τα εκεί και θέλω να τους ανακαλύψω. Και, χωρίς να ξέρω γιατί, άνθρωποι που δεν γνωρίζω καθόλου μου ανοίγονται, μου μιλάνε, συζητάμε πολύ προσωπικά ζητήματα. Πάντα τους παρατηρώ – πώς αντιδρούν, πώς γελάνε, πώς σπάνε, πώς φέρονται στους γύρω τους, πώς τους επηρεάζει ο άλλος. Αυτή είναι η βασική μου βιβλιοθήκη.
Και με αφορμή αυτό, θυμάμαι ένα πάρτι γενεθλίων που είχα πάει τον Μάιο. Τότε το Nevermind υπήρχε στη ζωή μου, αλλά ήταν ακόμα στα σκαριά. Πέρασα ώρες να μιλάω με ένα ζευγάρι που μόλις είχα γνωρίσει — μου εκμυστηρεύτηκαν πολλά, βαθιά ζητήματα. Δεν τις ξαναείδα ποτέ, αλλά τις σκέφτομαι καμιά φορά και ελπίζω να είναι καλά. Ήταν σαν ένα μικρό, ζωντανό κομμάτι του έργου πριν ακόμα γεννηθεί.
Τι θα αλλάζατε στην θεατρική Αθήνα. Τι υπάρχει και σας ενοχλεί;
Η θεατρική Αθήνα έχει τα πάντα — μπορείς να δεις κάτι που σε αφορά ή κάτι που δεν ήξερες καν ότι σε αφορά.
Από την πλευρά του δημιουργού όμως, θα ήθελα τα πράγματα να λειτουργούν λίγο περισσότερο προς όφελος του καλλιτέχνη. Να πληρώνονται οι άνθρωποι, να είναι καλές οι συνθήκες, να υπάρχει στήριξη από την πολιτεία. Να μπορούμε να ζούμε με αξιοπρέπεια από αυτό. Ακούγεται απλό, κι όμως είμαστε πολύ μακριά.
Τι άλλο ετοιμάζετε μετά το Nevermind;
Δεν ετοιμάζω κάτι άλλο. Όλες οι κεραίες μου είναι συντονισμένες στο Nevermind.
Γιάννης Καφάτος








