Χριστόφορος Σεμέργελης: Μάθαμε να ανεχόμαστε την αγένεια σαν να είναι κάτι φυσικό – Συνέντευξη με αφορμή το βιβλίο «Άγγελος στο χιόνι»

Favorite

Το βιβλίο «Άγγελος στο χιόνι» του Χριστόφορου Σεμέργελη (Εκδόσεις Κέδρος) είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα για τους λάτρεις του αστυνομικού/νουάρ μυθιστορήματος αλλά και της ιστορικής λογοτεχνίας.
Ο συγγραφέας συνδυάζει τα δύο είδη με έναν πολύ ταιριαστό τρόπο δίνοντας μας μια πολύ δυνατή αφήγηση.
 Η Θεσσαλία έχει ίσα ίσα προσαρτηθεί σ’ αυτό που προσπαθεί να γίνει ελληνικό κράτος και ο Βόλος είναι μια πόλη που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της. Οι αποστάσεις μακρινές, οι υποδομές ανύπαρκτες.
Η αστυνομία πρέπει να επιβάλλει την τάξη.
Η ιστορία μας ξεκινάει με την απαγωγή ενός κοριτσιού που βρίσκεται νεκρό και βιασμένο. Η πόλη βράζει. Ο ένοχος πρέπει να βρεθεί και μάλιστα γρήγορα.
Αυτός είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο ο Χριστόφορος Σεμέργελης υφαίνει τις ιστορίες του και μας παραδίδει ένα βιβλίο γεμάτο δράση, ένταση και συγκίνηση.
Παράλληλα μας παίρνει από το χέρι να περιδιαβούμε μαζί με τους ήρωές του το Πήλιο, την περιοχή του Βόλου, και τα γύρω βουνά. Σε μια εποχή που τα άλογα ήταν μέσα μεταφοράς, οι δρόμοι ανύπαρκτοι αλλά ο φόβος, η οργή και η δύναμη του όχλου, η δίψα για εκδίκηση, η αγάπη και ο έρωτας εξίσου δυνατά με σήμερα. Αυτά τα συναισθήματα ξεπερνούν τα όρια της ιστορίας και τα απαντάμε σε κάθε χρονική στιγμή.
«Η Ιστορία είναι ο «καθρέφτης μας. Σου δίνει πλαίσιο και προοπτική» ανάφερει στη συνέντευξη του ο συγγραφέας  μαζί με άλλες ενδιαφέρουσες ιδέες και απόψεις του.

Ο ήρωας του βιβλίου περιέχει στοιχεία των κλασικών αστυνομικών που έχουν την πρωτοκαθεδρία στα μυθιστορήματα, αισθάνομαι ότι θέλω όμως να τον γνωρίσω περισσότερο. Έχει υψηλή την αίσθηση του καθήκοντος αλλά προσωπικά μου έλλειψε λίγο η προσωπική «γνωριμία» μαζί του. Ίσως σε επόμενο βιβλίο του συγγραφέα να βρούμε την ευκαιρία – γιατί μου φαίνεται τύπος που αξίζει τον κόπο.

Ο «Άγγελος στο χιόνι» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να το ανακαλύψετε. Μέχρι τότε όμως η συνέντευξη που ακολουθεί θα δώσει την ευκαιρία να γνωρίσουμε έναν συγγραφέα που ζει στην πόλη που αγαπάει, τον Βόλο και τους προβληματισμούς που μοιράστηκε μαζί μας.

Ο λόγος λοιπόν στον Χριστόφορο Σεμέργελη.

            Πόσο δύσκολο είναι για έναν πατέρα να γράφει για ένα έγκλημα που αφορά ένα θύμα στην ηλικία του παιδιού του;

            Κάθε λέξη που έγραφα, με έφερνε αντιμέτωπο με τον χειρότερο φόβο ενός γονιού: «Τι θα γινόταν αν ήταν το δικό μου παιδί;». Η ταύτιση ήταν αναπόφευκτη και διαπότισε κάθε πτυχή της ιστορίας. Ένα τέτοιο έγκλημα, τόσο βίαιο και άδικο, θα στοίχειωνε τον καθέναν μας. Και αυτό επηρέασε την αφήγηση, κυρίως επιλέγοντας να μην αμβλύνω την ωμότητα του εγκλήματος. Η φρίκη, άλλωστε, της δολοφονίας ενός παιδιού, «μιλούσε» από μόνη της.

            Πώς γεννήθηκε η ιστορία του «Αγγέλου στο χιόνι»;

            Όλα ξεκίνησαν όταν διάβασα για τη δολοφονία ενός εξάχρονου κοριτσιού στον Βόλο τον 19ο αιώνα. Η συγκεκριμένη είδηση με σόκαρε, κυρίως για τη σκληρότητα της κακοποίησης. Δεν με άφησε ασυγκίνητο, όμως, και ο χειρισμός της υπόθεσης από τις Αρχές. Παρά τα ελάχιστα μέσα που ήταν διαθέσιμα την εποχή εκείνη, ο παιδοκτόνος εντοπίστηκε γρήγορα και τιμωρήθηκε παραδειγματικά. Αυτή η αντίθεση, δηλαδή το πώς απονεμήθηκε δικαιοσύνη σε μια τέτοια τραγωδία, ήταν το στοιχείο που με άγγιξε βαθιά. Αυτό με ώθησε να δώσω φωνή στην Ασπασία και η ιστορία να ακουστεί ξανά, έπειτα από εκατό και πλέον χρόνια.

            Καταλαβαίνω ότι έχετε πάθος με την έρευνα. Πώς μαθαίνει κάποιος να «ψάχνει»; Γιατί νομίζω ότι και η έρευνα είναι μια τέχνη.

            Πάνω απ’ όλα μαθαίνεις να «διαβάζεις» πίσω από τις λέξεις και τις πληροφορίες που συγκεντρώνεις. Ειδικά στα ιστορικά μυθιστορήματα, η έρευνα αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία μπορείς να «χτίσεις» την πλοκή και τους χαρακτήρες. Εννοείται ότι δεν υπάρχει σωστή ή λανθασμένη προσέγγιση. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τί μπορείς να ανακαλύψεις. Κάποια πράγματα προκύπτουν τυχαία.

            Για μένα το ζητούμενο είναι το πώς εντάσσεις στην ιστορία που γράφεις και την παραμικρή λεπτομέρεια. Κι αυτό γιατί η ενσωμάτωση της έρευνας στη μυθοπλασία, δημιουργεί το κάδρο στο οποίο στήνεις την αφήγηση.

            Στο βιβλίο σας πρωταγωνιστεί ένας άλλος Βόλος πίσω από τη σημερινή εικόνα της πόλης αλλά και η ευρύτερη περιοχή του Πηλίου και της Θεσσαλίας. Βοηθάει στην ανάπτυξη της αφήγησής σας;

            Απολύτως. Η εξέλιξη της πλοκής «χτίστηκε» πάνω στις αντιθέσεις του Βόλου στα τέλη του 19ου αιώνα. Ήταν μια πόλη στην ελληνοτουρκική μεθόριο, που προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897. Εκείνη την εποχή ο Βόλος πάλευε να ισορροπήσει ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Και αυτό το έβλεπε κάποιος παντού: Στους θαμώνες των καφενείων, όπου συνυπήρχαν βρακοφόροι Πηλιορείτες με Βολιώτες ντυμένους με ευρωπαϊκά ρούχα, αλλά και στην κοινωνική ανισότητα πίσω από τη βιτρίνα της προόδου. Πίσω από τα μεγάλα έργα που έγιναν στα πρώτα χρόνια μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας και την αστική ανάπτυξη που σημειώθηκε, υπήρχε ένας άλλος κόσμος. Άνθρωποι στο περιθώριο, οι οποίοι βίωναν τη σκληρή καθημερινότητα μιας κοινωνίας που τους θεωρούσε απόκληρους.

            Παράλληλα, τα χωριά της Όθρυος, που μαστίζονταν από συμμορίες ληστών, αποτελούν το ιδανικό σκηνικό για να εισαχθεί η δράση, ενώ το Πήλιο γίνεται ο τόπος όπου ο ήρωας συναντά το πεπρωμένο του.

            Τι ρόλο παίζει η Ιστορία και ο τρόπος που τη διδασκόμαστε στον καθορισμό της ταυτότητας ενός πολίτη, ενός συγγραφέα;

            Η Ιστορία είναι ο «καθρέφτης» μας. Σου δίνει πλαίσιο και προοπτική. Εάν δεν ξέρεις από πού έρχεσαι, μοιραία δεν μπορείς να αντιληφθείς τον κόσμο γύρω σου. Η γνώση του παρελθόντος μάς εξηγεί γιατί είμαστε αυτό που είμαστε σήμερα. Η Ιστορία διαμορφώνει τη συλλογική συνείδηση. Ο τρόπος που τη διδασκόμαστε διαμορφώνει την κρίση μας, το βλέμμα μας στον κόσμο. 

            Για όσους ασχολούνται με το ιστορικό μυθιστόρημα, αυτό είναι διπλά κρίσιμο. Η Ιστορία, που στην ουσία είναι η οργανωμένη μνήμη των προγενέστερων, μετατρέπεται στην «πυξίδα» που αποτρέπει τη λογοτεχνία από το να μένει μετέωρη. Δεν μπορεί να υπάρξει αφήγηση χωρίς μνήμη, χωρίς τη συνείδηση του παρελθόντος. Και ίσως, τελικά, η βαθύτερη λειτουργία του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους να είναι ακριβώς αυτή: Να φωτίσουμε όσα η επίσημη Ιστορία επέλεξε να αφήσει στη σκιά.

            Αν βάζατε ετικέτα, σε ποιο τμήμα μιας βιβλιοθήκης θα τοποθετούσατε το βιβλίο σας. Είναι αστυνομικό, είναι κοινωνικό, είναι θρίλερ, είναι νουάρ;

            Εάν έπρεπε να βάλω στο «Άγγελος στο χιόνι», μία και μοναδική ετικέτα, θα το χαρακτήριζα ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Ωστόσο, το βιβλίο διαθέτει στοιχεία απ’ όλες τις κατηγορίες που αναφέρατε και τα οποία εξυπηρετούν διαφορετικά επίπεδα της αφήγησης. Στον πυρήνα της πλοκής κυριαρχεί η αστυνομική δράση, ενώ έχει έντονο και το στοιχείο του νουάρ. Το στοιχείο του θρίλερ προκύπτει από την αγριότητα των εγκλημάτων. Τόσο με το ξεκλήρισμα των οικογενειών στη Γούρα και στην Πορταριά, όσο και την ψυχολογική πίεση που ασκείται στις Αρχές για τη διαλεύκανση των φονικών. Το έργο έχει επίσης κοινωνικές αναγνώσεις, π.χ. με την απάνθρωπη μεταχείριση των κρατουμένων στις φυλακές του Βόλου, ασκείται κριτική στη βία της εξουσίας. Τέλος, αξιοποιεί την τοπική Ιστορία, «φωτίζοντας» μια ταραγμένη εποχή, στα «απόνερα» της δεύτερης οθωμανικής κατοχής που έληξε τον Μάιο του 1898. 

          

  Ο Βόλος του σήμερα, που ζείτε εσείς που κατοικείτε εκεί, κρατάει τους δεσμούς με το παρελθόν του ή, όπως πολλές πόλεις, παραδίδεται σε μια εμπορευματοποίηση λόγω του τουρισμού;

            Το χρήμα που φέρνει ο τουρισμός είναι δελεαστικό, αλλά πλήττει την ταυτότητα της πόλης. Στον βωμό του γρήγορου κέρδους εμπορευματοποιούνται τα πάντα. Και αυτό «ξεπλένει» τη μνήμη. Είμαι της άποψης πως ο Βόλος, ο οποίος στις αρχές του 20ού αιώνα συγκαταλεγόταν στα σημαντικότερα βιομηχανικά κέντρα της χώρας, έπαψε να είναι η ίδια πόλη που γνώρισαν οι παλαιότερες γενιές. Οι εκτεταμένες καταστροφές από τους σεισμούς του 1955, η λαίλαπα της αντιπαροχής που ακολούθησε στις επόμενες δεκαετίες, εξαφάνισαν το μεγαλύτερο κομμάτι του αρχιτεκτονικού παρελθόντος του Βόλου.

            Την αρχοντιά που διέκρινες κάποτε εδώ, πλέον μπορείς να την βρεις σε ελάχιστα σημεία. Για να ανακαλύψεις το παρελθόν του Βόλου, θα πρέπει να κοιτάξεις μακριά από τις βιτρίνες της παραλίας. Υπάρχουν γειτονιές που αντιστέκονται και διασχίζοντάς τες μπορείς να αφουγκραστείς τον παλμό και τη μνήμη που κουβαλάνε. Αυτή η συνειδητή αναζήτηση του παρελθόντος – σίγουρα μακριά από τον θόρυβο της περιβόητης τουριστικής ανάπτυξης που μας επιβάλλουν – είναι τελικά το αφηγηματικό χρέος που αναλαμβάνει η λογοτεχνία: Να φωτίζει ό,τι κινδυνεύει να «σβήσει» για πάντα.

            Τι σας ενοχλεί στην καθημερινότητα σας στο Βόλο;

            Πάνω απ’ όλα, η απώλεια του μέτρου και το ότι η εξουσία εκφράζεται με ύβρεις. Με ενοχλεί η έλλειψη πολιτισμού στη δημόσια σφαίρα. Αντί για διάλογο και ουσιαστικά έργα, βλέπω αυταρχικές συμπεριφορές και τραμπουκισμούς, που προσβάλλουν το δημοκρατικό παρελθόν του Βόλου. Και με απογοητεύει που οι ελάχιστοι έντιμοι άνθρωποι της τοπικής πολιτικής σκηνής, χάνονται μέσα στην οχλαγωγία που επικρατεί. Ενδεχομένως αυτό να είναι και το πιο ανησυχητικό: Μάθαμε να ανεχόμαστε την αγένεια σαν να είναι κάτι φυσικό. Η σιωπή, όμως, είναι συνενοχή.

            Πέρα από την απαξίωση που ανέφερα προηγουμένως, με ενοχλεί επίσης η προβληματική διαχείριση της καθημερινότητας, ιδιαίτερα στις συνοικίες εκτός κέντρου. Αντί να δίνεται προτεραιότητα στις ανάγκες των δημοτών, κάποιοι επενδύουν σε πρόσκαιρα θεάματα που απλώς εξυπηρετούν την τακτική «άρτος και θεάματα», για να μας αποσπούν από τα πραγματικά προβλήματα. Ενδεικτικά μπορώ να σας αναφέρω ότι δύο χρόνια μετά από τις καταστροφικές πλημμύρες στον Βόλο, που ανέδειξαν με τον πλέον τραγικό τρόπο τις ελλείψεις σε όλα τα επίπεδα, δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση για την προστασία του πολεοδομικού συγκροτήματος. Αυτή η αδράνεια είναι η πιο σκληρή μορφή αδιαφορίας.  

            Τέλος, θα σταθώ στην απροθυμία των ανθρώπων να ασχοληθούν με τα κοινά. Η απάθεια και η παραίτηση που διακρίνω, αυτή η απροθυμία για συλλογική δράση, με προβληματίζει βαθιά. Όταν οι πολίτες σιωπούν, η πόλη χάνει την ψυχή της. Ευτυχώς υπάρχουν ακόμη ορισμένοι που δεν βολεύονται στη σιωπή. Κι αυτό μου χαρίζει ελπίδα.  

            Ποιο βιβλίο διαβάζετε αυτή την εποχή;

            Tον «Χαφιέ» του Αλέξανδρου Δάγκα. Είναι ένα βιβλίο που σε ταράζει. Η ωμή απεικόνιση του κυνηγητού που υπέστη το εργατικό και λαϊκό κίνημα στη Θεσσαλονίκη πριν από έναν αιώνα και το πώς το ελληνικό κράτος μέσα από ένα δίκτυο καταδοτών και τις διώξεις κατά των κομμουνιστών, επιχειρούσε να «πνίξει» κάθε φωνή αντίστασης, είναι τα πιο δυνατά σημεία του συγκεκριμένου έργου.

            Όσο προχωρώ την ανάγνωση του «Χαφιέ», πέρα από το γεγονός πως μέσα από τις σελίδες του ξεπηδούν ορισμένες από τις πιο σκοτεινές στιγμές της νεότερης ιστορίας μας – στιγμές που δεν είναι τόσο μακρινές όσο νομίζουμε – αντιλαμβάνομαι το κόστος που έχει ο αγώνας για τα «πιστεύω» σου. 

            Ποιο βιβλίο διαβάσατε και σας έβαλε το σαράκι της συγγραφής;

            Δεν ήταν κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο, που με έκανε να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου σε λογοτεχνικό κείμενο. Άλλωστε, διάβαζα από πολύ μικρός. Η ενασχόληση με τη δημοσιογραφία με οδήγησε σ’ αυτό το βήμα. Είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου…

            Θα μας συστηθείτε μέσα από πέντε βιβλία που θεωρείτε ότι σας περιέχουν ή σας έχουν καθορίσει;

            Πέντε αναγνώσματα που συστήνω ανεπιφύλακτα, είναι τα ακόλουθα:

            Οι «Άθλιοι» του Βίκτωρος Ουγκώ. Κλασικό μυθιστόρημα, το οποίο αξίζει να διαβάζεται στις μέρες μας. 

            Τα «Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου. Ένα βιβλίο που σε αγγίζει βαθιά, καθώς περιγράφει όσα πέρασαν οι Έλληνες στη Μικρά Ασία.

            «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που σε κάνει να αναθεωρήσεις την αντίληψή σου για την αγάπη στο πέρασμα του χρόνου.

            «Πήραν την Πόλη, πήραν την…» από τη Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου. Αναπαριστά μοναδικά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης και η Άλωση ζωντανεύει στα μάτια σου.

            «Ραφαήλ Σταυριώτης» του Δημήτρη Παπαδόπουλου. Υπέροχη περιπλάνηση στο Βυζάντιο, αλλά και στα ταραγμένα χρόνια των Σταυροφοριών.

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top