Είναι μήνες που έχω ακούσει το Detroit, έχω κάνει συνέντευξη με τον ΠΙΕΒ, παίζω κομμάτια από το άλμπουμ σε dj set και πάντα σε κάθε ακρόαση σκάει μια νέα σκέψη. Το άκουσα και με την κόρη μου και με χαρά είδα ότι της έκανε ένα κλικ.
Το άλμπουμ έχει μια ορμή που προκύπτει από τους στίχους του ΠΙΕΒ και τη μουσική που εχει σκαρώσει ο Viktoras. Μια έκρηξη είναι το Detroit, μια έκρηξη που χρειάζεται να νιώσουν όλοι! – κι ας λέει ο Viktoras ότι είναι μια σιωπηλή κραυγή – θα διαβάσεις παρακάτω. Άλλωστε το έργο όταν φτάσει στους αποδέκτες του γίνεται και δικό τους με έναν τρόπο.
Η γνωριμία μου με τον Viktora ξεκίνησε πριν μερικούς μήνες με αφορμή το Detroit. Έχουμε μιλήσει, έχουμε πιει καφέ, ποτά, σφηνάκια, πήγαμε με παρέα στους Kneecap αλλά δεν είχα κάνει συνέντευξη μαζί του. Τώρα με αφορμή την παρουσίαση του δίσκου στο ΠΛΥΦΑ την Παρασκευή 21 Νοεμβρίου ήθελα να ξαναγνωρίσω και να παρουσιάσω έναν ανήσυχο, ταλαντούχο μουσικό της πόλης που κάνει σαν παιδί όταν βρεθεί με τους παιδικούς του φίλους – και είναι ζηλευτό να βλέπεις την αόρατη κλωστή που δένει ανθρώπους μεταξύ τους – και εκτιμώ την άποψη του.
Επειδή είπαμε πολλά με τον Vik, σταματώ τα εισαγωγικά και πάμε:
Πάτρα-Εξάρχεια- Detroit! Ποιος έγινες μέσα από αυτή τη διαδρομή;
Η Πάτρα, εκτός από τόπος γέννησης, είναι και η αφετηρία σχεδόν όλων των πτυχών της ζωής μου. Είχα την τύχη να βρίσκομαι σε αυτή, με ανοιχτό μυαλό, ανοιχτά αυτιά και άπειρη όρεξη, σε μια εποχή που η πόλη έβραζε καλλιτεχνικά. Το αγγλόφωνο ελληνικό indie ξεκίνησε την απογείωσή του, στη Γεροκωστοπούλου και στα πέριξ. Oι Raining Pleasure, οι Abbie Gale, οι μυθικοί για μένα Flakes, η στέγη της Inner Ear, οι βραδιές στο Steps, τα ραδιόφωνα, οι μουσικές σκηνές.
Μέσα σε αυτό το μουσικό πυροτέχνημα, μίλησα με τον εαυτό μου και αποφασίσαμε ότι δεν θέλω να συνεχίσω τις σπουδές μου στο Οικονομικό. Δώσαμε τα χέρια στην απόφαση για προσπάθεια να ζήσω από την μουσική και τον ήχο. Και εκεί βρεθήκαμε και με τους φίλους και για πολλά χρόνια band mates μου, τους Minor Project, που ζήσαμε και εξελιχθήκαμε μαζί μουσικά και σαν άνθρωποι. Στην Πάτρα γνώρισα και τον Παναγιώτη, σε μια από αυτές τις εκρηκτικές βραδιές. Εκεί, σαν (σχεδόν) παιδιά κάναμε τους πρώτους καλλιτεχνικούς μας πειραματισμούς μαζί. Εκεί είδαμε ότι μας πονάνε και μας εμπνέουν κοινά θέματα.
Κάποια στιγμή, η Πάτρα και εγώ φάνηκε ότι έπρεπε να πάρουμε χωριστούς δρόμους. Ένιωθα σαν τον έφηβο που δεν χωράει στο παιδικό του δωμάτιο. Αλλά και σαν να μην με θέλει και η ίδια εκεί.
Και κάπως έτσι, ήρθα στην Αθήνα και έκανα τα Εξάρχεια σπίτι μου. Βρεθήκαμε ξανά με τον Παναγιώτη, και οι δύο πλέον στο “σπίτι” μας. Πιο ώριμοι σαν άνθρωποι από την εποχή των πρώτων μας πειραματισμών. Και μέσα από την ζωή σε αυτό το “σπίτι”, την επαφή με μια επίπονη και επίμονη πραγματικότητα, μέσα από την ζωή μας, βγήκε το Detroit.
Αυτή η διαδρομή, με έχει φέρει απλά στο σημείο που είμαι τώρα. Αλλά δεν είμαι ακόμα στη φάση της ζωής που θέλω να σταματήσω την διαδρομή. Προχωράμε!
Τι είναι το Detroit για σένα και τον Π.Ι.Ε.Β
Ο Παναγιώτης είχε καιρό στο μυαλό του το να δουλέψουμε έναν δίσκο μαζί, με αυτή τη σκοτεινοχορευτική αισθητική. Κάτι πιο εκρηκτικό από αυτά που και οι δυο είχαμε δημιουργήσει μέχρι στιγμής. Και όταν ήρθε και μου είπε ότι “ήρθε η ώρα να γίνει”, ήταν μια στιγμή που είχα εσωτερική αστάθεια νιτρογλυκερίνης.
Το Detroit για μένα είναι μια σιωπηλή κραυγή απέναντι στον τρόπο που η ζωή μας βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στα μεγάλα αστικά κέντρα. Τίποτα δεν μοιάζει με αυτό που μας υποσχέθηκαν όταν μεγαλώναμε. Τόση φασαρία και τόση πληροφορία που μας αποσπά την προσοχή από την ζωή και τον εαυτό μας. Φαίνεται ότι πλέον υπάρχει χώρος για μας, μόνο μέσα στις ρωγμές από το παλιό φθαρμένο μπετόν. Και αυτό δεν παλεύεται χωρίς δημιουργία, χωρίς λίγη φαντασία, χωρίς την έκφραση των σκοτεινών μας σκέψεων, της απογοήτευσης, της οργής, του έρωτα, χωρίς λίγο χορό. Και το Detroit νιώθω ότι έβγαλε πολλά από αυτά από μέσα μας. Όταν διάβαζα τα κείμενα του Παναγιώτη, το ένιωθα να φουντώνει όλο αυτό. Και όταν έδεσαν με τις μουσικές το μίγμα της ψυχικής μολότοφ μας, ήταν έτοιμο για ρίψη.

Πώς γεννιέται μια μουσική σου και ποιες είναι οι μουσικές σου ρίζες;
Βρίσκομαι σε μια δημιουργική τραμπάλα τα τελευταία χρόνια της ζωής μου. Καλούμαι σχεδόν σε καθημερινή βάση να δημιουργήσω κάτι μουσικό ή ηχητικό γενικά, on demand. Δηλαδή, μου ζητάνε κάτι συγκεκριμένο, και επαγγελματικά, κάνω ο,τι μπορώ για να το “κατασκευάσω”. Υπάρχει και άλλο ζύγι, της προσωπικής μου δημιουργίας, όπου μέσα στην πνευματική κόπωση της δουλειάς, γίνεται πιο σπάνιο σαν φαινόμενο. Εκεί συνήθως συμβαίνει κάτι το οποίο μου τραντάζει τη χημεία των συναισθημάτων μου. Χαρά, στενοχώρια, φόβος, θυμός, αγωνία; Όλα μαζί και πολλά ακόμα; Μπλέκονται, και προσπαθούν να βρουν μια διέξοδο από μέσα μου. Και έχω την τύχη να έχω και την διέξοδο της μουσικής για να το επικοινωνήσω. Πρώτα να το δω εγώ, να καταλάβω τι συμβαίνει μέσα μου, και μετά να το μοιραστώ, για αισθανθώ ότι το επικοινώνησα, επίσης σπάνιο σαν φαινόμενο πια. Γράφω πολλά περισσότερα από όσα έχουν κυκλοφορήσει.
Βασικά γράφω με αστεία μέσα ηχογράφησης, από την εφηβεία μου, όταν έπιασα την πρώτη κιθάρα μου και είδα στα χέρια του Tom Delonge (Blink 182) ότι μπορείς να παίξεις ό,τι γουστάρεις, όπως γουστάρεις. Μέσα στην άτσαλη επαναστατική Punk διάθεση και την ορμή μου να αμφισβητήσω την εγκληματική σύνδεση με την μουσική που μας μάθαιναν στο γυμνάσιο, ήρθα σε επαφή και με την ευαισθησία ανθρώπων όπως ο Moby, που δάκρυζα με την απλότητα και το συμπυκνωμένο νόημα και συναίσθημα της τέχνης του. Μπορώ να μιλάω συνεχόμενα για μήνες για τα ακούσματά και το διαφορετικά και αντιφατικά ερεθίσματα που είχα μουσικά από μικρός, αλλά επέλεξα να αναφέρω δυο από τις πιο σημαντικές επιρροές μου, σε ιδιαίτερα μικρή ηλικία και ευκόλως διαμορφούμενη αισθητική.
Τι θα δούμε στο ΠΛΥΦΑ 21 Νοεμβρίου στην επίσημη παρουσίαση του Detroit
Νομίζω ότι θα ζήσουμε κάτι πάρα πολύ έντονο. Ο Παναγιώτης έχει “spoil”αρει κάποια από αυτά στα social media… Θα είναι ένα full οπτικοακουστικό experience, σχεδόν βιωματικό. Είναι κάτι που το είχε οραματιστεί χρόνια πριν, και ήρθε η ώρα να το ζήσουμε! Σε όλο αυτό το experience έχουν βάλει το έμπειρο και μαγικό χέρι τους ο The Krank και η Olympia Theodoridoy, πράγμα που θα κάνει όλο το set up, να είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια μουσική παρουσίαση δίσκου!
Μουσικά, θα παίξουμε όλο το Detroit, πολλά κομμάτια Bad Poetry Social Club και του PIEV, διασκευασμένα στην αισθητική του Detroit. Στη σκηνή, μαζί μας θα είναι ο Nikiforos Nugent (Kepler is free) στα πλήκτρα και ο Sativa (Λόγος Τιμής) στα DJ decks. Δυο άνθρωποι που εκτιμώ και θαυμάζω βαθύτατα για τα ταλέντα τους, και νιώθω ειλικρινά πηγαία χαρά που δουλεύουμε μαζί αυτό το live.
Όμως, αυτή τη φορά θα είναι μαζί μας σαν guests, όλα τα καλά παιδιά που έβαλαν την ψυχή τους και το μουσικό τους touch στον δίσκο: Ο χείμαρρος της ρίμας: Turboflow3000, o παναπανίσχυρος μεγιστάνας των synths: Pan Pan, η yaas queen: VASSIŁINA, το ονειρικότερο και σκληρότερο κορίτσι: Καλλιόπη Μητροπούλου, ο δάσκαλος της ζωής και του μουσικού σκοταδιού: Μάκης Παπασημακόπουλος. Φυσικά, πάντα δίπλα και σε μορφή συνοδοιπόρου, οι Bad Poetry Social Club: η βγαλμένη από το πιο ανατρεπτικό και γλυκόπικρο anime: Fâné, o δεν-μπορεί-να-είναι-πατρινός, πιο φλογερός και από την ουρά του Charizard: MFS, η υπαρξιακή μου συνταξιδιώτης: Alexandra Epitheti, και η διαχρονική μούσα through thick and thin: Vina Sergi.
Οι καλεσμένοι που έχετε στο Live είναι με έναν τρόπο η «φυλή» σας – Πιστεύεις στις «φυλές» ή είσαι «μοναχικός λύκος» της δημιουργίας;
Νομίζω ότι είναι φίλοι μας, όχι τόσο φυλή μας! Μπορεί να μην έχουμε περάσει με όλους πολύ χρόνο μαζί, αλλά το να μοιράζεσαι την δημιουργία και καλλιτεχνική ουσία με ανθρώπους, σε φέρνει πολύ κοντά, αν το μοίρασμα γίνεται με ειλικρίνεια και αλληλοσεβασμό. Οπότε τους νιώθω κυρίως συνδημιουργούς και φίλους, όχι τόσο φυλή και ανθρώπους που τυχαίνει να μοιραζόμαστε κοινά μουσικά μονοπάτια.
Έχοντας παίξει πολλά χρόνια σε μπάντα, και έχοντας υπάρξει και πολλέεεες ώρες μόνος στο στούντιο, μπορώ να πω με σιγουριά ότι απολαμβάνω περισσότερο να παίζω με άλλους ανθρώπους. Θέλω να το μοιράζομαι αυτό το παιχνίδι! Με κάνει να νιώθω ζωντανός , μέσα σε ένα flow. Το να παίζω μουσική με άλλους ανθρώπους είναι από τα λίγα πράγματα που μου έχουν απομείνει που με κάνει να ξεφεύγω, να μη σκέφτομαι τίποτα άλλο, να ξεχνάω προβλήματα, υποχρεώσεις, σκοτούρες, κινητά, μαυρίλα. Είμαι απλά εκεί.

Στέκια και διασκέδαση στην Αθήνα. Πού κυκλοφορείς και τι σου προσφέρει διασκέδαση;
Αγαπάω τα Εξάρχεια, τα οποία νιώθω σπίτι μου, σε αυτή την περίοδο της ζωής μου. Κυκλοφορώ κυρίως σε αυτά, αλλά γενικά θέλω να γυρίζω στην Αθήνα και να μαθαίνω τα μικρά μυστικά κάθε περιοχής, κάθε γειτονιάς. Τα σημεία που το gentrification tsunami δεν ακουμπά ακόμα. Όπως ο Mr Z ψάχνει το Perfect Souvlaki στα παλιά ιστορικά σουβλατζίδικα, κάπως έτσι απολαμβάνω να βρίσκω τα μικρά σημεία που έχουν συμπυκνωμένη ιστορία και ουσία. Λατρεύω τα μέρη που παίζουν καλή (για τα γούστα μου) μουσική και ακολουθώ αρκετούς φίλους κ Dj ή music selectors, για να βρω τη νυχτερινή διασκέδασή μου! Η οποία διασκέδαση είναι η από βαλβίδα αποσυμπίεσης από την απαιτητική καθημερινότητα, μέχρι έμπνευση για δημιουργία. Είναι το αντίβαρο, που χρειάζομαι για να νιώσω την ισορροπία που αναζητώ πνευματικά και σωματικά, στο χάος που ζούμε. H διασκέδαση είναι ένα middle finger στην φθορά και την ματαιότητα της ύπαρξης. Είναι ζωή.
Τι θα έκανες για τους φίλους σου; Μέχρι πού θα έφτανες;
Νομίζω ότι λειτουργώ καλύτερα σαν άνθρωπος και σαν φίλος, στις δύσκολες στιγμές, παρά στα “απλά” καθημερινά. Οι φίλοι ξέρουν ότι θα είμαι μπροστά, δίπλα, πίσω, όπου χρειαστεί, όταν χρειαστεί. Και ξέρω ότι θα είναι και αυτοί εκεί, αντίστοιχα. Για να τοποθετηθώ “γεωγραφικά” στην ερώτηση “πού θα έφτανα”, θα έλεγα “Παντού”!

Έρωτας στη μετά-κοβιντ εποχή. Νιώθεις να υπάρχει ερωτισμός στα μπαρ, στις συναυλίες, στα στέκια, στο δρόμο κλπ ή απλές συνευρέσεις ελέω και των εφαρμογών;
Έχω σκεφτεί πολύ τον τελευταίο καιρό, το τι κάνει το κινητό στη ζωή μας. Η αυτόματη κίνηση, να βγει από την τσέπη, ενώ περιμένουμε στην ουρά για τον καφέ πχ. Ο εθισμός στην ντοπαμίνη που προσφέρει απλόχερα, που μοιάζει με τους πιο επικίνδυνους εθισμούς που γνωρίζουμε. Η κίνηση του δαχτύλου μας στο feed, να βλέπουμε ανούσια reels σαν να παίζουμε φρουτάκια. Η ευκολία και η ταχύτητα να “εκφραστούμε” ή να “εξαφανιστούμε” μέσα από ένα μήνυμα, μοιάζει σαν συναισθηματικό fast food τηγανισμένο στο χειρότερο λάδι, μετά από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά. Η απάθειά μας όταν βλέπουμε τι σκατά συμβαίνει γύρω μας στις ειδήσεις, όταν είμαστε στο καναπέ, μεταξύ memes και ανακύκλωσης ιδεολογιών. Νιώθω ότι έχει χαθεί πολύ μεγάλο μέρος της επαφής μας με το τώρα εξ αιτίας αυτής της συνήθειας. Βγαίνεις με μια παρέα, και μιλάς με άλλη στο κινητό, πάντα με μια δικαιολογία έτοιμη, την οποία την κοιτάμε με καμάρι όταν την λέμε, σαν να φτιάξαμε πίνακα μαζί με τον Bob Ross: “Ρε θέλω να κανονίσω κάτι για δουλειά”, λέμε, και η παρέα στο τραπέζι χάνεται, αποσυντονίζεται, ενώ ειρωνικά, τα κινητά φωτίζουν τα σκυφτά κεφάλια μας. Η μουσική παίζει και δεν την ακούει κανείς. Σηκώνουμε το Shazam όταν κάτι πιάνει το αυτί, και σκεφτόμαστε την στιγμή που θα το ακούσουμε στο Spotify, αντί να το απολαύσουμε εκεί που το ακούμε. Πιστεύω ότι η γενιά μου, έχει ανάγκη αυτή την επαφή που η τεχνολογία μειώνει με ταχύτατους ρυθμούς. Νιώθω ότι όταν τυχαίνει (ή προσπαθούμε) και ερχόμαστε κοντά της, βλέπω χαμόγελα γύρω μου και ανθρώπους να αποκτούν φως αυτόφωτο, όχι της οθόνης τους.
Βία της καθημερινότητας – Αστυνομική βία. Με ό,τι συμβαίνει γύρω μας πιστεύεις ότι «εκπαιδεύεται» μια νέα γενιά που θα φοβάται και θα ανέχεται ή μια γενιά που θα αντιδράσει;
Όπως είπα και στην προηγούμενη ερώτηση, μάλλον μουδιάζουμε πολύ εύκολα πια. Η ενημέρωσή μας αντιλαλεί ένα μη παραγωγικό echo chamber. Κοιτάμε αστεία βίντεο με γάτες και πετάγεται βίντεο για την γενοκτονία στην Παλαιστίνη, και αμέσως όταν σφίγγεται η καρδιά μας, έχει τελειώσει το 15 δευτερόλεπτο slot και έρχεται reel για πρωτεϊνικό γεύμα και memes με εκλαϊκευμένη ψυχολογία. Και πάει, χάθηκε κάπου ανάμεσα στην πληροφορία. Στα Εξάρχεια βρισκόμαστε συχνά μπροστά σε αστυνομική βια , και μπορώ να πω ότι το rush και η οργή που νιώθουμε μου την ώρα που τρώμε δακρυγόνο επειδή πίνουμε την μπίρα μας εκεί, δεν μοιάζει με τίποτα που βλέπουμε από τον καναπέ μας ή το κρεβάτι μας στο κινητό μας. Δεν ζούμε όμως εύκολα έξω πια. Και εδώ μιλάμε ότι απλά μερικοί wanna be Robocop παίζουν με την ελάχιστη εξουσία που τους δόθηκε. Η αδικία, η πολεμική βια, η φτώχεια, είναι σε τροματική έξαρση δίπλα μας, και εμείς το νιώθουμε σαν να περνάμε ένα reel. Aν αφήναμε να μας παρασύρει το αληθινό συναίσθημα που βράζει μέσα μας, θα τους ¨βλέπαμε να τρέχουν”…
Η ψηφιακή μας ανοχή είναι τεράστια, ενώ η ανάγκη μας να φωνάξουμε και να οργιστούμε για την πίεση που δεχόμαστε με χειρουργική μαεστρία καθημερινά σε κάθε πτυχή της ζωή μας , είναι τεράστια. Ακόμα και οι πορείες, μοιάζουν σαν μέρος για να κάνεις το “check in” σου. Λείπει έντονα ο παλμός, η φλόγα. Ελπίζω ότι αυτό το ναρκωτικό, θα κάνει τον κύκλο του όταν φτάσει στο απροχώρητο. Περιμένω το “Ozymandias” της “αυτοκρατορίας” αυτής να έρθει κάποια η στιγμή να το ζήσουμε και να γεμίσουμε ξανά χρώμα, φλόγα, και ζωή.
Πότε έγραψες το πρώτο σου μουσικό κομμάτι/θέμα. Ποιος το άκουσε πρώτος;
Δεν ήταν ακριβώς “γράψιμο” κομματιού, όσο περισσότερο τοποθέτηση samples στη σειρά! Κάτι σαν αυτό που λέμε “Beat”. Ήταν κάποια στιγμή στο 1999, όταν έπεσε στα χέρια μου ένα music sequencer game για το Playstation, το Music 2000! Με τον παιδικό κολλητό μου στο σχολείο, είχαμε κάτι σαν τελετουργικό τις Παρασκευές μετά τα μαθήματα, να μαζευόμαστε να παίζουμε μπάλα στην πλατεία στη γειτονιά μας εξω από το γήπεδο της Παναχαϊκής, και μετά στο σπίτι να πειραματιζόμαστε με το Music 2000 και να φτιάχνουμε beats. Κάπως έτσι ξεκίνησε όλο αυτό το ταξίδι. Ο φίλος έγινε ποδοσφαιριστής (και ο πρώτης ακροατής!) και εγώ μουσικός. Κολλήσαμε ο καθένας το “μικρόβιό” του σε μικρή ηλικία και μάλλον είχαμε τους σωστούς ανθρώπους γύρω μας για να το αποδεχτούμε και να ακολουθήσουμε τα μονοπάτια που μας καλούσαν.
Η νέα μουσική σκηνή της Αθήνας που ανήκετε κι εσύ με τον Π.Ι.Ε.Β. είναι μια απάντηση σε ερωτήματα ή απλώς προσφέρει έναν ρυθμό για fun.
Πιστεύω πως κάθε σκηνή τέτοιου τύπου, ξεκινάει (ή μεταλλάσσεται) από κάποια ανάγκη έκφρασης. Μπορεί να περνάει εύκολα το “κύμα” της φάσης από πάνω από τέτοιες σκηνές, αλλά η ουσία παραμένει η ανάγκη της έκφρασης. Και δεν ζούμε λίγα τα τελευταία χρόνια, για να πεις ότι δεν χρειάζεται έκφραση…
Βέβαια, η ευκολότερη πρόσβαση στην δημιουργία και παραγωγή μουσικής που μας έχει δώσει η τεχνολογία, δίνει και πρόσβαση σε κάθε φωνή να μιλήσει και ίσως και να ακουστεί. Αυτό μπορεί να κάνει τις σκηνές να φαίνεται ότι “λαλούν πολλοί κόκορες” μέσα της, και η υπερπληροφόρηση να δυσκολεύει τελικά τον ακροατή που μπλέκει με αλγόριθμους αντί για ραδιοφωνικούς παραγωγούς. Κάποιοι θα απαντάνε σε ερωτήματα, κάποιοι θα κάνουν τον χαβαλέ τους, κάποιοι θα κάνουν κάτι άλλο Χ. Όλα είναι χρήσιμα, αρκεί να είναι ειλικρινή από την πλευρά του δημιουργού.
Eίχα ρωτήσει τον Παναγιώτη για το κομμάτι Φασαίοι. Ρωτάω κι εσένα τι είναι τελικά οι Φασαίοι σήμερα και πιστεύεις ότι κινδυνεύει ο «τρόπος ζωής» σου από δαύτους;
Αχ αυτή η λέξη! Ο Φασαίος για μένα, είναι ένας άνθρωπος ο οποίος προσδιορίζεται από ένα κύμα “φάσης”, το οποίο κινείται μαζικά χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, χωρίς αισθητική πυξίδα. Και νομίζω ότι πάντα υπήρχε αυτό, απλά βρήκαμε μια λέξη που να το περιγράφει πιο συμπυκνωμένα. Οπότε δεν φοβάμαι ότι κινδυνεύουμε τόσο από κάτι με το οποίο ζούμε παράλληλα τόσα χρόνια. Αυτό το κύμα, τα τελευταία χρόνια, φαίνεται να πέρασε και από τις κάποτε πιο underground μουσικές κουλτούρες της χώρας, και έτσι έγινε ένα μπέρδεμα, γιατί πήρε σβάρνα μια συγκεκριμένη μέχρι τότε ταυτότητα. Προφανώς, όπως πάντα, θα συνεχίσει το ταξίδι του το κύμα, σε επόμενο προορισμο . Νομίζω ότι έχουμε πολύ πιο σοβαρούς “εχθρούς” από τους οποίους κινδυνεύει ο τρόπος ζωής μας και η ζωή μας, από αυτούς τους ανθρώπους. Το gentrification πχ, δεν είναι πρόβλημα που δημιουργείται από τους “φασαίους”, παρ όλο που μπορεί να τους προσελκύει. Όταν όλα τα σπίτια γίνουν airbnb και μείνουμε στο δρόμο, θα είμαστε όλοι μαζί, έτσι κι αλλιώς! Και τότε ίσως δούμε ότι έχουμε κοινό αντίπαλο, που αγαπάει να μας διαχωρίζει. Λατρεύει να φτιάχνουμε micro enemies και να τρωγόμαστε μεταξύ μας. Είχαν πει τα Μεθυσμένα Ξωτικά “Τα Σαββατοκύριακα λασκάρουν τα λουριά και αμολιέσαι να εκτονωθείς σε πράγματα ακίνδυνα, ελεγχόμενα και πλαστικά. Σε γήπεδα και που κάνεις και λες στον διπλανό σου, ό,τι θα ήθελες να κάνεις και να λες στ’ αφεντικό σου.
Τι φοβάσαι και πώς καταπολεμάς τους φόβους σου;
Νομίζω το το final boss των φόβων μου είναι η ανυπαρξία. Όχι ο θάνατος. Η ανυπαρξία. Δηλαδή τρομάζω εξίσου με την σκέψη της μη ύπαρξής μου πριν γεννηθώ, πλάι στον pop φόβο της φθοράς και του τέλους. Προφανώς η κατάσταση της εποχής και η αστάθεια των πάντων, είναι κάτι που τρώει την millenial ψυχή μου που ζητάει μια σταθερότητα και μια ελπίδα. Ευτυχώς η τέχνη λειτουργεί σαν εξαιρετικό παυσίπονο και μάλιστα αντιφλεγμονώδες για κάθε φόβο που μοιράστηκε με τον κόσμο ένας δημιουργός. Το λέω από την πλευρά του receiver, όχι του πομπού.
Όταν νιώθεις πως δεν είσαι μόνος σε αυτό το σκοτεινό μονοπάτι, κάποιος το περπάτησε πριν από σένα και άφησε σημειώσεις και οδηγίες για να βγεις, κάνει τη διαδρομή πιο υποφερτή.
Και για να το καταπολεμήσεις, πρέπει να το περάσεις αυτό το μονοπάτι.
Είναι μια ατάκα που είχε πει ο Τζόι στα Φιλαράκια “If you are afraid of bugs… get a bug”
Αν φοβάμαι κάτι, θέλω να το ζήσω, να βγω ζωντανός, έστω και σημαδεμένος από αυτή την εμπειρία. Αλλά συνήθως οι φόβοι μας είναι αντίδραση σε μια δυσάρεστη μνήμη. Αν πάρουμε μια βαθιά ανάσα, σφίξουμε τις γροθιές, βάλουμε καλή μουσική στα ακουστικά μας, και περπατήσουμε το μονοπάτι, θα βγούμε και θα δούμε ότι ίσως δεν ήταν και τόσο τρομακτικό.
Γιάννης Καφάτος








