Αταλάντη Ευριπίδου: Δεν υπάρχει σήμερα χωρίς χθες – Συνέντευξη στον Γιάννη Καφάτο με αφορμή το βιβλίο «Εκείνοι που δεν έφυγαν»

Favorite

Το βιβλίο της Αταλάντης Ευριπίδου, «Εκείνοι που δεν έφυγαν» (Εκδόσεις Πόλις) είναι ό,τι πιο κοντά μπορείς να βρεις σε γιαγιά που σου λέει ιστορίες. Η διαφορά εδώ είναι ότι η λογοτεχνία είναι εμφανής και μάλιστα στα καλύτερα της. Παράλληλα με την αγάπη για τις ίδιες τις ιστορίες και τους ήρωες που τις δημιουργούν.
Τα «παραμύθια της γιαγιάς» που μπλέκανε την παράδοση, την ιστορία, το θρύλο και τη φαντασία που έβαζε ο κάθε παραμυθάς που τα είχε πει, μέχρι να φτάσουν στη δική σου γιαγιά είναι μια ετικέτα που θα έβαζα στο βιβλίο της Αταλάντης Ευρυπίδου γιατί νομίζω ότι αν έλεγα απλώς ότι πρόκειται για καλογραμμένες ιστορίες που ανήκουν στη λογοτεχνία του φανταστικού θα μείωνα πολλές πτυχές αυτού του βιβλίου που μου κέντρισε το ενδιαφέρον από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.

Η Ιστορία, το παρελθόν, οι ήρωες και οι καθημερινοί άνθρωποι περιδιαβαίνουν τις ιστορίες του «Εκείνοι που δεν έφυγαν» της Αταλάντης Ευριπίδου και αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι στο παλζ της νέας ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Η συγγραφέας μας με τρόπο καίριο, ώριμο και με μια αγάπη μας βάζει στους κόσμους που φτιάχνει με τα θραύσματα του χθες.
 Η ελληνική κοινωνία του σήμερα με τις ιδιαιτερότητες, τα προβλήματα, τους αποκλεισμούς, τα ελλείμματα και τις όποιες αρετές της είναι παρούσα στις ιστορίες από το «χθες» της Αταλάντης Ευριπίδου και αυτό κάνει, κατά τη γνώμη μου, το «Εκείνοι που δεν έφυγαν» ένα σημαντικό βιβλίο.
Τελειώνοντας την ανάγνωση η διάθεσή μου για κουβέντα με την συγγραφέα ήταν μεγάλη. Ελπίζω μέσα από τη συνέντευξη που ακολουθεί να γνωρίσετε και εσείς, οι αναγνώστες,  καλύτερα μια νέα Ελληνίδα συγγραφέα που ελπίζω να συνεχίσει να μας κρατάει σε αναγνωστική εγρήγορση με τα έργα της στο μέλλον.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου;

Γεννήθηκε πρακτικά και αρκετά οργανικά, θα έλεγα. Έγραψα τρία από τα επτά διηγήματα της συλλογής για να παρουσιαστούν σε λογοτεχνικά εργαστήρια των Tales of the Wyrd και της ΑΛΕΦ – με τη σειρά, αυτά ήταν η Τρισεύγενη, το Εκείνοι που δεν έφυγαν, και το Πέρα απ’ τα γυάλινα βουνά. Και, αφού τα έγραψα κι έλαβα σχόλια γι’ αυτά και τα δούλεψα ξανά, συνειδητοποίησα πως υπήρχαν ορισμένοι κοινοί θεματικοί άξονες μεταξύ τους κι αποφάσισα να γράψω μερικά ακόμη διηγήματα πατώντας στους άξονες αυτούς, με σκοπό ακριβώς να καταλήξω στο τέλος με μια συλλογή στα χέρια μου.

Ποια ιστορία έχει περισσότερη σημασία για σένα, με έναν τρόπο σε περιέχει περισσότερο από άλλες;

Σίγουρα όλες οι ιστορίες του βιβλίου περιέχουν πτυχές και κομμάτια μου, αλλά νομίζω πως η Τρισεύγενη πάντα θα έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου γιατί ήταν η πρώτη που έγραψα, αυτή που τα άρχισε όλα. Επίσης, ήταν ανέκαθεν το αγαπημένο μου Ελληνικό παραμύθι και ήθελα πολλά χρόνια να το χρησιμοποιήσω σε κάτι.

Το «χθες» τι ρόλο έχει στο δικό σου «σήμερα»;

Πολύ μεγάλο. Δεν υπάρχει σήμερα χωρίς χθες⸱ οι εμπειρίες του παρελθόντος μάς διαμορφώνουν και, κυριολεκτικά, θα ήμασταν άλλοι άνθρωποι αν δεν τις είχαμε. Και σε επίπεδο κουλτούρας, όμως, με γοητεύει πολύ το παρελθόν. Ιδιαίτερα το συχνά αγνοημένο παρελθόν που αποτυπώνεται στη λαογραφία και που το παραμερίζουμε για να εστιάσουμε στην αρχαιότητα. Τα δημοτικά τραγούδια, τα λαϊκά παραμύθια, οι τοπικοί θρύλοι βρίθουν μαγείας, αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ γήινα και προσφέρονται για λογοτεχνική εξερεύνηση.

Πόσο μας επηρεάζει το «χθες» – όπως το βλέπεις και μέσα από τη δουλειά σου ως κοινωνικής ψυχολόγου;

Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια φράση από το βιβλίο της Άννας Μαντόγλου, Μνήμες: Ατομικές – Συλλογικές – Ιστορικές: «Στο άδειασμα της μνήμης, υπάρχει μια ιστορική συνέπεια που δεν είναι καθόλου αθώα». Το τι θυμόμαστε και το τι ξεχνάμε από το κάθε χθες δεν είναι τυχαίο. Το παρελθόν μας καθορίζει συλλογικά, αλλά και ιστορικά. Ακόμη και το παρελθόν που αγνοούμε ή ανακατασκευάζουμε μας καθορίζει μέσω της αποσιώπησης ή της αναδιάρθρωσής του. 

Πότε η «αλήθεια» υποκύπτει στην αισθητική της εξιστόρησης ενός γεγονότος;

Θα έλεγα ότι εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο η αισθητική υπηρετεί, έστω, το πνεύμα της αλήθειας. Πίσω από την ιστορική αλήθεια, βρίσκονται πραγματικοί άνθρωποι που είχαν πραγματικές εμπειρίες. Και πιστεύω πως, όσες δημιουργικές ελευθερίες κι αν παίρνουμε, καλό είναι να το θυμόμαστε αυτό και να προσεγγίζουμε τις εν λόγω εμπειρίες με σεβασμό. Να διαβάζουμε μαρτυρίες, να εξετάζουμε τα λόγια των ίδιων των ατόμων, στον βαθμό του εφικτού.

Η λογοτεχνία του φανταστικού τι έχει περισσότερο και σε τι ενδεχομένως υπολείπεται της κλασικής λογοτεχνίας;

Σίγουρα, το φανταστικό μας επιτρέπει να επεξεργαστούμε βαθιά και δύσκολα ζητήματα μέσα από το φίλτρο της κοσμοπλασίας, κι αυτό μπορεί να προσφέρει ασφάλεια, να σε ωθήσει να εξερευνήσεις ανεμπόδιστος από την πραγματικότητα, να πας σε μέρη όπου αλλιώς δεν θα πήγαινες. Από την άλλη, η κλασική λογοτεχνία υπερέχει αναμφίβολα σε αναγνώριση. Ακόμη και σήμερα, παρά τη μεγάλη της δημοφιλία, η λογοτεχνία του φανταστικού αντιμετωπίζεται ως κατώτερη και λιγότερο «λογοτεχνική».
Μου φαίνεται, βέβαια, πως κατευθυνόμαστε προς μία διαφορετική θεώρηση του είδους, σταδιακά. Στο εξωτερικό βλέπουμε συγγραφείς με μεγάλα βραβεία να γράφουν στο είδος ή συγγραφείς που γράφουν στο είδος να παίρνουν μεγάλα βραβεία – ο Καζούο Ισιγκούρο, ο Σαλμάν Ρουσντί, ο Μάρλον Τζέημς είναι ορισμένα από τα ονόματα που μπορώ να σκεφτώ. Στην εγχώρια σκηνή, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, ο Νίκος Μάντης, η Ούρσουλα Φωσκόλου, μεταξύ άλλων. Για μένα, είναι όλα λογοτεχνία. Σαν αναγνώστρια, έχω τις ίδιες προσδοκίες και αξιώσεις από ένα έργο φαντασίας και από ένα έργο mainstream λογοτεχνίας.

Υπάρχει κοινό για τη φανταστική λογοτεχνία στην Ελλάδα και αν ναι, μπορείς να μας δώσεις κάποια χαρακτηριστικά του;

Για την ακρίβεια, υπάρχουν περισσότερα από ένα κοινά. Υπάρχει εκείνο που γνώρισε τη λογοτεχνία του φανταστικού ή μεγάλωσε με αυτήν μέσα από τις παλιές μεταφράσεις των εκδόσεων Ωρόρα, των Terra Nova, των Παρά Πέντε, του Κέδρου. Υπάρχει, επίσης, το κοινό που έμαθε τη λογοτεχνία του φανταστικού μέσα από την εφηβική λογοτεχνία του είδους, στις δεκαετίες του ’90 και του ’00. Και υπάρχει και αυτό της mainstream λογοτεχνίας που ήρθε σε επαφή με τη λογοτεχνία του φανταστικού ακριβώς χάρη σε συγγραφείς όπως η Μπουραζοπούλου ή ο Μάντης, που ανέφερα παραπάνω. Δεν θέλω να σταθώ τόσο στο πού διαφέρουν αυτά τα κοινά μεταξύ τους, οπότε θα επικεντρωθώ σε αυτό που, εμπειρικά εντελώς, θεωρώ ότι μας ενώνει:  μια ανάγκη αντίστασης. Διαβάζουμε επιστημονική φαντασία – ακόμη και δυστοπική ή μετα-αποκαλυπτική – γιατί μας δείχνει πως θα έρθουν καλύτερες μέρες, διαβάζουμε φανταστικό γιατί, όπως λέει κι ο Τσέστερτον, μας δείχνει πως οι δράκοι μπορούν να νικηθούν, διαβάζουμε τρόμο για να νιώσουμε ζωντανοί. Αντίσταση στην απελπισία, στη μοχθηρία, στον θάνατο.

Ποια θεωρείς «πατρίδα» της φανταστικής λογοτεχνίας;

Πολύ δύσκολη ερώτηση. Μεμονωμένα έργα μάλλον υπήρχαν από πάντα. Λέμε πως η Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού είναι το πρώτο έργο επιστημονικής φαντασίας, για παράδειγμα. Αρκετά έργα του Σέξπιρ εντάσσονται στη λογοτεχνία του φανταστικού. O Ζακ Καζότ έγραψε τον Ερωτευμένο Διάβολο τον 18ο αιώνα. Αν μιλήσουμε, όμως, για λογοτεχνία του φανταστικού σαν ρεύμα, πλέον, μάλλον από την Αγγλία ξεκίνησε το πράγμα, με συγγραφείς όπως ο Ντάνσανι, ο Τόλκιν, ο Έντισον. Στην Αμερική αναπτύχθηκε περίπου παράλληλα, αλλά ξεχωριστά, με τον Λάβκραφτ, τον Χάουαρντ, τον Άντερσον. Ενδεικτικά ονόματα αναφέρω μόνο, υπήρχαν πολύ περισσότεροι.

Κυκλοφορώντας στην πόλη και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τι σε απωθεί και σε ενοχλεί περισσότερο;

Στην πόλη με απωθεί το πώς έχουν αλλάξει αρκετές περιοχές εξαιτίας του Airbnb και του τουρισμού. Όσον αφορά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μου προκαλούν άγχος. Ο ρυθμός ανανέωσής τους είναι υπερβολικά γρήγορος, εύκολα διαδίδονται ψευδείς ειδήσεις και όλοι φιλτράρουν τις αναρτήσεις τους, αλλά ταυτόχρονα επιμένουν ότι δεν το κάνουν και είναι «αληθινοί».

Πώς είναι  καθημερινότητά σου και τι θα ήθελες να αλλάξεις σ’ αυτήν;

Κουραστική, αλλά μου προσφέρει ευχαρίστηση. Εργάζομαι στην εκπαίδευση και αγαπώ τη δουλειά μου, οπότε, παρά τις δυσκολίες, βρίσκω κάθε μέρα συναρπαστική και παίρνω πολλή ενέργεια από τους σπουδαστές. Δεν θα πρωτοτυπήσω, αλλά ήθελα να έχω περισσότερο χρόνο για γράψιμο.

Δώσε μας ένα «βιογραφικό» σου μέσα από πέντε βιβλία και τραγούδια που σε περιέχουν.

Πέντε βιβλία: Ιστορία Χωρίς Τέλος – Μίχαελ Έντε, Κοντά στις Ράγες – Άλκη Ζέη, Ο Κόμης Μοντεχρήστος – Αλέξανδρος Δουμάς, Συνέντευξη μ’ έναν Βρικόλακα – Αν Ράις, Φαρενάιτ 451 – Ρέι Μπράντμπερι.

Πέντε τραγούδια: Time – Pink Floyd, Temple of Love – Sisters of Mercy, The Highwayman – Loreena McKennitt, A Thousand Kisses Deep – Leonard Cohen, Μάνα μου, Ελλάς – Σταύρος Ξαρχάκος.

Έχεις κάποιο βιβλίο μόνιμα στο κομοδίνο σου και ανατρέχεις σ’ αυτό αναλόγως της ψυχικής σου κατάστασης;

Η αλήθεια είναι πως όχι. Παλιότερα ξαναδιάβαζα συχνά βιβλία. Πλέον, τα βιβλία είναι πολλά και ο χρόνος λίγος. Ανατρέχω, όμως, συχνά σε ποιήματα – ειδικά στην ποίηση του Σαχτούρη, του Ρόμπερτ Φροστ και του Μπωντλέρ.

Ποιο θεωρείς μεγαλύτερό σου ελάττωμα και προσόν;

Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα είναι ότι είμαι αυστηρή – με τον εαυτό μου και με τους άλλους. Το μεγαλύτερό μου προσόν είναι ότι μαθαίνω από τα λάθη μου και προσπαθώ να γίνομαι καλύτερη.

Τι φοβάσαι και πώς καταπολεμάς τους φόβους σου;

Μιας και ανέφερα τον Ρόμπερτ Φροστ, θα τον παραφράσω: φοβάμαι τα δικά μου έρημα μέρη – εκείνες τις πτυχές του εαυτού μου που επιμελώς αγνοώ ή για τις οποίες ντρέπομαι. Καταπολεμώ τον φόβο θυμίζοντάς μου πως το να είσαι εντάξει άνθρωπος απαιτεί σκληρή δουλειά και πρέπει να την κάνεις κάθε μέρα, όλη μέρα. Και, όπως συμβαίνει με κάθε δουλειά, είναι λογικό να υπάρχουν μέρες που δεν θα αποδώσεις στο 100%. Μου θυμίζω να συγχωρώ τον εαυτό μου και, έτσι, εκείνα τα έρημα μέρα μοιάζουν λιγότερο έρημα.

Γιάννης Καφάτος

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

– Ένας δήμιος αναζητά τη δράκαινα πέρα απ’ τα γυάλινα βουνά, προσπαθώντας να λύσει την κατάρα που κουβαλάει.

– Μια χήρα προσπαθεί να αναπαύσει τον άντρα της που βρικολάκιασε, ψάχνοντας απαντήσεις στα παλιά του λημέρια.

– Ένας νεαρός Κλέφτης κινεί γη και ουρανό για να γλιτώσει τον Καπετάνιο του από τη μυστηριώδη αρρώστια που τον ταλαιπωρεί, μέχρι τη στιγμή που θα πέσει στην ανάγκη μιας νεράιδας.

– Μια ανύπαντρη μητέρα ιστορεί έναν ψεύτικο σύζυγο τόσες φορές, που καταλήγει να τον φέρει στη ζωή.

– Μια τραγουδίστρια καμπαρέ μαθαίνει ένα πολύτιμο μυστικό, ικανό να ανατρέψει τα πάντα στον αγώνα εναντίον των Γερμανών, αλλά με τρομερό κόστος.

– Δυο αποξενωμένα αδέλφια συναντιούνται ξανά στο πατρικό τους σπίτι κι εξετάζουν τα αίτια της απομάκρυνσής τους και τον μύθο της οικογένειάς τους.

– Έντεκα φοιτητές εξαφανίζονται στην Αθήνα κι εμφανίζονται μερικούς μήνες αργότερα, αλλαγμένοι για πάντα.

Καλύπτοντας το διάστημα από την οθωμανική κατοχή μέχρι και σήμερα, τα διηγήματα της συλλογής εξιστορούν το χρονικό ανθρώπων στο περιθώριο της Ιστορίας: γυναίκες, κουήρ άτομα, εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, μπάσταρδα, σεξεργάτριες – ήταν ανέκαθεν παρόντες, παρότι σπάνια ορατοί, και ποτέ δεν έφυγαν. Επτά ιστορίες με φόντο μια ολοένα και λιγότερο μυθική Ελλάδα, όπου οι θρύλοι χάνονται, η ελευθερία στηλιτεύεται και η αλληλεγγύη είναι το μόνο που απομένει.

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top