19/05/2021

«Πότε διάβολος πότε άγγελος» – Ο Κώστας Ακρίβος μας ξανασυστήνει τον Γεώργιο Καραϊσκάκη με ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα – Συνέντευξη

Βιβλιοκριτική και συνέντευξη από τον Γιάννη Καφάτο

Πότε διάβολος πότε άγγελος

Στο πλαίσιο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 οι δημοσιογράφοι βομβαρδιζόμαστε με ενημερώσεις για τα σχετικά βιβλία. Η επέτειος αυτή είναι σίγουρο ότι θα πετύχει τουλάχιστον έναν στόχο: να ξαναδιαβάσουμε ιστορία μας μακριά από τα σχολικά, τολμώ να πω και τα πανεπιστημιακά στερεότυπα (οκ, στο Πανεπιστήμιο είναι λιγότερα – ας μην είμαι υπερβολικός).
Το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου, «Πότε διάβολος πότε Άγγελος» (Εκδόσεις Μεταίχμιο) είναι ένα βιβλίο που μας ξανασυστήνει τον αγωνιστή ήρωα του ’21 Γεώργιο Καραϊσκάκη με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο και σίγουρα απόλυτα επιτυχημένο.

Όπως μου λέει ο ίδιος ο συγγραφέας το βιβλίο του ξεφεύγει από την Ε.Η.Δ (Εθνική Ηθική Διαπαιδαγώγηση) που μας μάθαιναν στο σχολείο και μας παραδίδει τελικά μια βιογραφία ενός πολύ ιδιαίτερου τύπου, του Καραϊσκάκη. Νομίζω ότι ο συγγραφέας δεν κρύβει τον θαυμασμό για τον Καραϊσκάκη. Καταφέρνει όμως να μην γράψει μια «αγιογραφία». Το «Πότε διάβολος πότε άγγελος» είναι μια καλή λογοτεχνία και με μια ιστορική καταγραφή μακριά από τα στερεότυπα του παρελθόντος.

Στο βιβλίο του βλέπουμε την ιστορία μέσα από τα μάτια διαφορετικών ανθρώπων. Πρώτος από τους, ας τους πούμε, δευτερεύοντες ήρωες του βιβλίου είναι ο Μήτρος Αγραφιώτης, ένας ορφανός από πατέρα που γίνεται πρωτοπαλίκαρο του Καραϊσκάκη, και τόσο έμπιστός του που ο εκρηκτικός ήρωας της Επανάστασης του εμπιστευόταν το ταμείο του. Το γεγονός ότι Κώστας Ακρίβος  είναι μακρινός απόγονος αυτού του ήρωα κάνει τα πράγματα ακόμη πιο ενδιαφέροντα.
Η αφήγηση λοιπόν άλλοτε γίνεται από τον Καραϊσκάκη, άλλοτε από τον Μήτρο, άλλοτε από τους εχθρούς του, άλλοτε από άλλα πρόσωπα που το καθένα του  ανοίγει ένα κόμματι από το παζλ του αινιγματικού χαρακτήρα του Γεώργιου Καραϊσκάκη. Η αποκάλυψη που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου έρχεται αβίαστα, χωρίς λογοτεχνίζοντα τρικ που συνήθως εξάπτουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη.  
Ο συγγραφέας του «Πότε διάβολος πότε άγγελος» έχει καταφέρει να γράψει ένα σύντομο αλλά καταιγιστικό σε ρυθμό βιβλίο και περιγράφει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του Γεώργιου Καραϊσκάκη, που από διάβολος γινόταν άγγελος διατηρώντας όμως τα βασικά συστατικά της ύπαρξης του.

Αυτό που με δυσκόλεψε, ή να πω καλύτερα με ενόχλησε ήταν το γεγονός ότι το γλωσσάρι βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου και αυτό το πίσω μπρος για να βρω το νόημα κάποιων λέξεων μου χάλαγε λίγο τον ρυθμό τη ανάγνωσης. Μπορεί να είναι προσωπική παραξενιά αυτό και κάποιον άλλον να τον ενοχλούσε ο αστερίσκος και η υποσημείωση στο κάτω μέρος της σελίδας. Προσωπικά πάντως θα το προτιμούσα.

Ο Κώστας Ακρίβος μου μίλησε λοιπόν για τον Καραϊσκάκη, τον μακρινό του πρόγονο Αγραφιώτη και όχι μόνο.

Τελικά ο Καραϊσκάκης ήταν διάβολος ή άγγελος;

Κεντρική φιγούρα του μυθιστορήματος είναι ο Καραϊσκάκης. Αλλά ένας Καραϊσκάκης γήινος, ντυμένος με τα λάθη και τις αδυναμίες, τα σφάλματα και τις αμαρτίες του. Η αρχή της πολεμικής του δράσης χαρακτηρίζεται από την αγωνιώδη προσπάθεια να κάνει δικό του το αρματολίκι των Αγράφων. Κάτι τέτοιο όμως ήταν ανέφικτο, καθώς πήγαινε με κληρονομικό άγραφο δίκαιο από πατέρα σε γιο, και ο Καραϊσκάκης, όπως όλοι ξέρουμε, πατέρα δεν είχε γνωρίσει. Πολλές μαρτυρίες φανερώνουν έναν πρώιμο Καραϊσκάκη άγριο και αδίστακτο, τις περισσότερες φορές απέναντι στους ομοφύλους του. Παρόμοια η δράση του και κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων. Και εδώ είναι ένας μανιασμένος πολεμιστής, που πράττει τα ανίερα και τα ανόσια κατά την εισβολή των Ρουμελιωτών στον Μοριά. Εκείνο όμως που με ενδιέφερε, που ενδιέφερε δηλαδή την αφήγηση, είναι πώς κατόρθωσε να κατανικήσει τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού του και, από ένας οπλαρχηγός με διφορούμενη αρχικά στάση, μια διαβολική λίγο πολύ φυσιογνωμία, όπως σωστά τον χαρακτήρισε ένας υδραίος οπλαρχηγός, να μεταμορφωθεί σ΄ αυτόν που όλοι θαυμάζουμε: έναν στρατηγό με ευφυΐα, οξυδερκή πολεμικό νου και, κυρίως, με πνεύμα αυτοθυσίας. Έναν αγωνιστή του ΄21, που όλοι οι Έλληνες και των προηγούμενων χρόνων αλλά και στις μέρες μας πίνουμε νερό στ΄ όνομά του.

Κάθε φορά που διαβάζω ένα βιβλίο με ιστορικό υπόβαθρο αναρωτιέμαι: γιατί δεν μας έμαθαν ποτέ σωστά την ιστορία στο σχολείο;

Η ευθύνη και η ενοχή ανήκει εξολοκλήρου στην εκπαιδευτική πολιτική των μεταπολεμικών δεκαετιών. Το μάθημα της Ιστορίας λίγο πολύ λειτούργησε σαν την Ε.Η.Δ. που γνωρίσαμε στον στρατό: Εθνική Ηθική Διαπαιδαγώγηση.

Η μακρινή σου συγγένεια με τον άλλο ήρωα του βιβλίου σου, τον Μήτρο Αγραφιώτη, πώς σε επηρέασε κατά τη συγγραφή;

Η ανακάλυψη πως ο Μήτρος Αγραφιώτης είναι ένας προπάππος της μητέρας μου μετά την αρχική έκπληξη, λειτούργησε και ως ο κινητήριος μοχλός για να επινοήσω και να στήσω όλη τη μυθοπλασία. Και σ΄ ένα τέτοιο ιστορικό περιβάλλον δεν θα μπορούσε φυσικά να απουσιάζει η μορφή που δέσποζε εκείνα τα χρόνια σ΄ εκείνους τους τόπους, αυτή του Γεωργίου Καραϊσκάκη.

Φαντάζομαι στην έρευνά σου θα συνάντησες πολλούς ανώνυμους ήρωες που όμως έπαιξαν κάποιο σημαντικό ρόλο σε στιγμές του απελευθερωτικού αγώνα. Γυναίκες υπήρξαν σ’ αυτό το ρόλο; (επίσης αγνοούνται στην καταγραφή της ιστορίας που διδάσκεται)

Υπάρχει ένα γυναικείο πρόσωπο στο βιβλίο, η Βασιλίτσα, που δείχνει να είναι στη σκιά των πρωταγωνιστών, όμως αυτή είναι που κινεί τα νήματα όλης της ιστορίας΄ το φανερώνει όχι μόνο η μητρική της σχέση με τον Μήτρο Αγραφιώτη, αλλά προπάντων η μυστήρια σχέση με τον Γιο της καλογριάς. Νομίζω λοιπόν πως μ΄ αυτόν τον τρόπο κάπως αποκαθίσταται και η αδικία που γίνεται με τον παραγκωνισμό των γυναικών από την επίσημη ιστορία της Επανάστασης.

Ακολουθείς μια αφήγηση σαν να βλέπουμε την ίδια σκηνή γυρισμένη από πολλές κάμερες. Και ενώ νομίζουμε ότι ξέρουμε, κρατάς άσσους για τον αναγνώστη στο μανίκι έως το τέλος. Πώς επέλεξες αυτόν τον τρόπο να διηγηθείς την ιστορία σου;

Χαρτοπαίκτης δεν είμαι, αν και μ΄ αρέσουν κάποια παιχνίδια της τράπουλας. Ωστόσο είναι πολύ ωραία η διαπίστωση της κυκλικής κινηματογραφικής γραφής. Πιστεύω πως μ΄ αυτόν τον τρόπο και ο δημιουργός αλλά κυρίως ο αναγνώστης μπορούν να αποκτήσουν μια σφαιρική αντίληψη των πραγμάτων και των προσώπων. Ο δογματισμός, κυρίως στην τέχνη, «σκοτώνει».

Ποια στιγμή της έρευνας και της συγγραφής φουρκίστηκες από τις περιπτώσεις του εμφύλιου σπαραγμού, που κάποιοι κατάφεραν να τον υποδαυλίζουν ακόμη και τις κρίσιμες ώρες της Ελληνικής Επανάστασης;

Θα έλεγα πως όχι΄ θύμωσα, όμως το ξεπέρασα γρήγορα. Μάλλον γιατί έχω γράψει ήδη βιβλίο για τον Εμφύλιο της δεκαετίας του ΄40 (το «Κίτρινο ρώσικο κερί»), που πάει να πει ότι ξεθύμανα εκεί. Αν, βέβαια, ξεθυμαίνεται η οργή για έναν εμφύλιο σπαραγμό.

Υπήρξε κάτι, κατά την έρευνά σου, που αποφάσισες να μην είσαι αυτός που θα το δημοσιοποιήσει;

Όταν γράφεις ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει ιστορικά ντοκουμέντα, όσο κι αν προσπαθήσεις να κρύψεις κάποια ψέματα κάτω απ΄ το χαλί της μυθοπλασίας, αυτό είναι και αδύνατο είναι και, προπάντων, ανήθικο.

Ο Καραϊσκάκης, με τον χαρακτήρα και το ταμπεραμέντο του, θα μπορούσε να ξεχωρίσει, να εμπνεύσει και τι θα μπορούσε να πολεμήσει στη σημερινή εποχή;

Τρομάζω και γελάω με το φανταστικό σενάριο να ζούσε σήμερα. Κι αυτό γιατί δεν θα ήξερε ποιον και τι να πρωτοβρίσει.

Μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς οι Έλληνες επαναστάτησαν, νίκησαν και ίδρυσαν κράτος. 200 χρόνια μετά ποιο νομίζεις εσύ ότι είναι το μήνυμα που έπρεπε να «γιορτάζουμε» φέτος, το 2021;

Το είπε σοφά ένας αληθινός Έλληνας, ο διεθνιστής Ρήγας: «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά». Ελεύθερα από δογματισμούς, εμπάθειες, νεποτισμούς, αλαζονείες, αριστολαγνείες, γιαλαντζί υπερπατριωτισμούς…

Τι θα έκανε τους σύγχρονους Έλληνες και ειδικά τους «αγωνιστές» του διαδικτύου να ξεσηκωθούν;

Το να κλείσουν τα σούπερ μάρκετ;… Το να μείνουμε πολλές ώρες χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, άρα να μην έχουμε σύνδεση στο διαδίκτυο;…

Ο ήρωάς σου φοβόταν, και τι τον έκανε να διώχνει το φόβο από μέσα του;

Είναι στη φύση του ανθρώπου και ο φόβος και το δείλιασμα. Αν τώρα ο Καραϊσκάκης κατάφερνε πολλές φορές να τα κατανικήσει, είναι ίσως επειδή ήταν πλασμένος από μια ξεχωριστή στόφα ανθρώπου΄ το δείχνουν πολλές πράξεις του, ακόμα κι αυτή η στιγμή του θανάτου του. Ίσως, πάλι, γιατί έβαζε πάνω κι απ΄ τη ζωή του την ανιδιοτελή αγάπη για την πατρίδα, κάτι που είναι η πεμπτουσία του ηρωισμού.

Εσύ, τι φοβάσαι και τι κάνεις για να διώχνεις τον φόβο από τη σκέψη σου;

Το αναπάντεχο. Ίσως για αυτό θέλω να συντηρώ μέσα μου μερικά καρβουνάκια φόβου, ώστε να μη βρεθώ ανυποψίαστος και ασκεπής μπροστά στο αναπότρεπτο.

Γιάννης Καφάτος

(Συνολικές Επισκέψεις 120, 1 επισκέψεις σήμερα)

mm
About Γιάννης Καφάτος 1909 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες πήρε όμως πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*