27/05/2018

το tweet της ημέρας...

A, ένας μπατσούλης δέρνει δήμαρχο ...γκντουπ κι έπεσε απ' τα σύννεφα #peftosynnefakides

Ευτυχία Γιαννάκη: Ήρθε για να μείνει στην καλή αστυνομική λογοτεχνία – Συνέντευξη

Ευτυχία Γιαννάκη

Η «Πόλη στο Φως» της Ευτυχίας Γιαννάκη (Εκδόσεις Ίκαρος) είναι το τρίτο βιβλίο από την Τριλογία της Αθήνας και ήδη έχει ξεκινήσει το ταξίδι του στους λάτρεις της καλής λογοτεχνίας και της αστυνομικής λογοτεχνίας.

Η Ευτυχία Γιαννάκη, πιο ώριμη από την πρώτη της γνωριμία με το κοινό και με έντονο το στοιχείο του πειραματισμού στη γραφή της, μας δίνει – πέρα από μια συναρπαστική αστυνομική ιστορία – δυνατούς και μεστούς χαρακτήρες που τους βλέπεις, τους μυρίζεις, τους λατρεύεις,  ή τους σιχαίνεσαι. Και «κλείνει» με έναν τρόπο τους λογαριασμούς της με τους βασικούς χαρακτήρες που μας σύστησε στο πρώτο της βιβλίο.

Μια ιστορία με φόντο την Αθήνα της κρίσης, με εικόνες και λεπτομέρειες που προκαλούν όλα εκείνα τα συναισθήματα μιας αμερικάνικης υπερπαραγωγής αλλά με ευρωπαϊκή ντελικάτη αισθητική – αν μιλήσουμε με κινηματογραφικούς όρους.

Με την «Πόλη στο Φως» , το τρίτο βιβλίο, μετά  το «Στο Πίσω Κάθισμα» και «Αλκυονίδες μέρες», η Ευτυχία Γιαννάκη δείχνει ότι ήρθε για να μείνει ως μια από τις καλύτερες εκπροσώπους της νέας γενιάς ελλήνων συγγραφέων που γράφουν αστυνομική λογοτεχνία.

Κατά την προσφιλή μου τακτική δεν θέλω να μιλήσω για την υπόθεση του μυθιστορήματος. Θέλω να μόνο να τονίσω ότι η δράση και οι ανατροπές – χωρίς καμία δημοσιογραφική υπερβολή υπάρχουν από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα.  (Θέλω πολύ να πω για το τέλος αλλά δεν θα το κάνω!!!)
Αυτό που καταφέρνει η συγγραφέας είναι να με παίρνει ως αναγνώστη σε ένα ταξίδι που το ευχαριστιέμαι όσες παρακάμψεις και αν κάνει. Περιμένω να φτάσω στον προορισμό μου αλλά περνάω θαυμάσια μέχρι εκείνη την ώρα.

Στο νέο της μυθιστόρημα η Ευτυχία Γιαννάκη φέρνει στο προσκήνιο σημαντικά κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας χωρίς μελό διδακτισμούς, αλλά ως χαρακτηριστικά των ηρώων της. Όπως τα συναντάς καθώς περιδιαβαίνεις την Αθήνα: είτε στα βόρεια προάστια, είτε στο κέντρο, είτε στα νότια.

«Πόλη στο Φως» λοιπόν και αφορμή για μια – ελπίζω ενδιαφέρουσα  – κουβέντα που κάναμε στο Κουκάκι, τη γειτονιά που ζει η συγγραφέας, αλλά την έχει περπατήσει και ο Χάρης Κόκκινος, ο βασικός ήρωας της Τριλογίας της Αθήνας.

Ευτυχία, πώς είναι η επιτυχία; Τρία βιβλία μετά την πρώτη μας συνέντευξη,  είσαι πλέον μια επιτυχημένη συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Αν ορίσουμε ως επιτυχία το γεγονός ότι σε διαβάζουν περισσότεροι  από αυτοί που με διάβαζαν στο πρώτο μου βιβλίο, μου δίνει χαρά, μου δίνει και  δύναμη για να συνεχίσω. Ανήκω στη γενιά των συγγραφέων που ναι μεν τους ενδιαφέρει το εσωτερικό ταξίδι – κι αυτό είναι το κύριο μέλημά τους – όμως από εκεί και πέρα ειδικά όταν είσαι σε μια φάση που διαμορφώνεις, πειραματίζεσαι, ρισκάρεις, οι σκέψεις και τα συναισθήματα που σου μεταφέρει ο αναγνώστης και ιδίως η αρνητική κριτική, μπορεί να σε βοηθήσουν να κάνεις κάποια βήματα που θα τα έκανες ενδεχομένως πιο αργά και πιο δύσκολα.

Τι αρνητικές κριτικές έχεις ακούσει;

Όταν φτιάχνεις κάτι μπορεί κάποιος να πει: Δεν μου άρεσε. Μπορεί έτσι να ανοίξει ένας διάλογος και είτε συμφωνείς είτε διαφωνείς μαζί του θα διαπιστώσεις ότι έχει μια οπτική την οποία δεν είχες σκεφτεί εξ αρχής. Δεν σημαίνει ότι όλες τις κριτικές θα τις λάβεις υπόψη σου, ούτε πως όταν γράφεις  έχεις στο μυαλό σου τον αναγνώστη. Εγώ  τουλάχιστον έχω πάρει σημαντικά κομμάτια από τέτοιες κριτικές για τα βιβλία μου. Για την αισθητική, ή την οπτική. Για παράδειγμα μου έχει πει κάποιος ότι σε εκείνο το σημείο ο ρυθμός πέφτει. Αν μεν το έχεις κάνει συνειδητά  λες εντάξει. Κατέβασα ρυθμό αλλά προφανώς στον συγκεκριμένο αναγνώστη δεν  λειτούργησε. Οπότε σε επόμενη ευκαιρία θα μπορείς να ζυγίζεις καλύτερα τις ισορροπίες ή αν όχι «καλύτερα», θα πειραματίζεσαι με αυτό που σου είπαν οι αναγνώστες.

Κάποια αρνητική κριτική που σε πλήγωσε, υπήρξε;

Όχι. Με την έννοια ότι έναν έργο τέχνης δεν μπορεί να αρέσει σε όλους. Είναι θεμιτό να μην αρέσει σε όλους. Είναι σαν να έχουμε έναν άνθρωπο που να είναι αρεστός σε όλους. Απλώς δεν γίνεται. Ή αν γίνεται είναι λίγο παράξενο. Δεν με στενοχώρησαν λοιπόν κάποιες αρνητικές κριτικές. Με βοήθησαν να σκεφτώ κάποια πράγματα που δεν τα είχα σκεφτεί σε τόσο μεγάλο βάθος νωρίτερα.

Μου είπες πριν από λίγο ότι «δεν γράφω για τον αναγνώστη». Μετά από τρία βιβλία, εξακολουθείς να το τηρείς αυτό; Γράφεις μόνο για σένα;

Η διαδικασία της γραφής είναι ένα εσωτερικό ταξίδι, μια περιπέτεια στην οποία μπαίνεις με τον εαυτό σου. Δηλαδή όταν κάθεσαι, κλείνεσαι στο σπίτι και είσαι εσύ, οι λέξεις, ο ρυθμός, η ατμόσφαιρα, η αίσθηση, η ιδέα που θέλεις να παλέψεις με τον εαυτό σου. Από εκεί και πέρα ο αναγνώστης «θα έρθει» και,  από την εμπειρία που απέκτησα, θα μοιραστεί  αυτό που κι εσύ ένιωσες γράφοντας. Ναι μεν υπάρχει το λογικό επίπεδο της πλοκής που θα τον κρατήσει ή θα του δίνει τη δύναμη να συνεχίζει  παρακάτω, αλλά αυτό που θα τον οδηγήσει σε ένα δεσμό μαζί σου είναι το συναίσθημα που θα περνάει κάτω από την αφήγηση. Και πίστεψε με, έχω δει ότι όπου εγώ ένιωθα έντονα γράφοντας το ίδιο κατά κανόνα περνάει και στους αναγνώστες.

Θέλω να μου πεις μετά από τρία βιβλία πώς έχεις αλλάξει εσύ. Στην πρώτη μας συνάντηση και συνέντευξη σε γνωρίσαμε. Τώρα που σε ξέρουμε… τι έχεις να μας πεις για σένα;

Πειραματίζομαι, εξελίσσομαι, δοκιμάζω πράγματα από βιβλίο σε βιβλίο. Όμως τα βιβλία αυτά είχαν εξ’ αρχής μια κοινή στρατηγική. Είναι ένα πλέγμα. Μια πολυπεπίπεδη αφήγηση που σε κάθε βιβλίο έρχεται να τονίσει διαφορετικά πράγματα.
Στο πρώτο βιβλίο (Στο πίσω κάθισμα) είχα σαν στόχο να δώσω τις συστάσεις των ηρώων μου, της πόλης, της ατμόσφαιρας. Η πόλη πρωταγωνιστεί και για τους ήρωες έχουμε μια πιο ρευστή εικόνα των χαρακτήρων. Αυτό έχει γίνει εσκεμμένα.

Σε μεγαλύτερο βάθος, από τη σύσταση, περνάμε στο δεύτερο βιβλίο (Αλκυονίδες μέρες) όπου το στοιχείο της πλοκής  και το βάθος των χαρακτήρων  γίνονται πιο έντονα και κυρίως τονίζω το κοινωνικό στοιχείο. Το κοινωνικό σχόλιο της τρέχουσας πραγματικότητας.

 Και στο τρίτο βιβλίο (Πόλη στο Φως) δεν λείπει μεν το κοινωνικό σχόλιο και η πλοκή αλλά στρατηγικά είναι σχεδιασμένο ώστε να μπει σε μεγαλύτερο ψυχολογικό βάθος στους χαρακτήρες. Η προσπάθεια είναι όταν ο αναγνώστης κλείσει την τελευταία σελίδα του τρίτου βιβλίου να γνωρίζει όλους τους χαρακτήρες πολύ καλά.

Έτσι έχουμε: σύσταση στο πρώτο βιβλίο, γνωριμία στο δεύτερο και δεσμούς με τους χαρακτήρες, στο τρίτο.

«Δολοφονικά» πήγες να ξεφύγεις από την ερώτηση: Εσύ ως άνθρωπος πώς έχεις αλλάξει, αυτό θέλω να μου πεις.

Τα τρία  βιβλία έχουν γραφεί σε λιγότερο από τρία χρόνια. Οπότε οι όποιες αλλαγές στην καθημερινότητα μου ή σε προσωπικό επίπεδο είναι αυτές που μπορεί να συμβούν σε έναν άνθρωπο σε δύο χρόνια χωρίς να έχει βιώσει κάτι συνταρακτικό. Είχε προηγηθεί μια διαδικασία δουλειάς με τον εαυτό μου πριν αρχίσω να γράφω . Αυτό που θεωρώ ότι έχει αλλάξει μέσα μου είναι πλέον στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τη γραφή. Δεν ξέρω  αν εξελίσσομαι – αυτό θα το κρίνει ο αναγνώστης. Όμως από βιβλίο σε βιβλίο πειραματίζομαι και δοκιμάζω πράγματα. Δίνω άλλες πτυχές του εαυτού μου.

Τι θα «τολμήσεις» να γράψεις μετά τις τρεις αστυνομικές ιστορίες.

Όπως σου είχα πει και την πρώτη φορά που μιλήσαμε στόχος μου είναι να γράψω αστυνομική λογοτεχνία αλλά χωρίς αυτή να υπολείπεται σε τίποτα από τα άλλα είδη της κλασικής λογοτεχνίας. Θέλω να πω ότι θα φλέρταρα με την ιδέα να μη δώσω μια αστυνομική ιστορία. Ωστόσο έχω αποφασίσει να συνεχίσω στο αστυνομικό μυθιστόρημα έστω κι αν χρειαστεί να το «τεντώσω», να ανοίξω  αυτά που έχουμε συνηθίσει ως όριά του. Θα μείνω στην αστυνομική λογοτεχνία… εντός εκτός και επί τα αυτά.

Ευτυχία Γιαννάκη

Ως κομμάτι πλέον της «αστυνομικής λογοτεχνίας» γιατί πιστεύεις ότι υπάρχει μια ομάδα αναγνωστών και κριτικών που την θεωρεί υποδεέστερο είδος;

Όσο περνάνε τα χρόνια μειώνεται η αντίληψη, όταν μάλιστα έχουμε πιο συναρπαστικά και ουσιαστικά έργα. Γι’ αυτό δεν είναι υπεύθυνοι μόνο οι αναγνώστες ή οι κριτικοί – που την είχαν για χρόνια στο περιθώριο – είναι υπεύθυνοι και οι ίδιοι συγγραφείς. Όσο πιο στερεοτυπικές αφηγήσεις έχουμε ή αφηγήσεις που δεν μπαίνουν σε μεγάλο βάθος και μένουν μόνο ως περιπετειώδη αφηγήματα την περιχαρακώνουν ως είδος και τη διαφοροποιούν από τα άλλα είδη ή ύφη. Βεβαίως η ουσία της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι η περιπέτεια, το σασπένς, όμως μόνο αυτά έχουν «δώσει» ό,τι είχαν να δώσουν στο είδος και βλέπουμε ότι οι συγγραφείς μπαίνουν σε μεγαλύτερο βάθος, δίνουν λιγότερο στερεοτυπικούς χαρακτήρες (και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό) κρατώντας το πρώτο επίπεδο που είναι η πλοκή. Πλέον δίνουν και άλλα επίπεδα στην αφήγηση.

Θέλω να μιλήσουμε για μια πρωταγωνίστρια και στα τρία σου βιβλία: την Αθήνα. Πώς τη βλέπεις σήμερα, τρία βιβλία μετά;

Τα βιβλία διαδραματίζονται στο 2014. Υπάρχει μια απόσταση «ασφαλείας» λοιπόν και τονίζονται γεγονότα εκείνης της εποχής. Στην καθημερινότητά μου μέσα στην πόλη βλέπω ότι η Αθήνα εξακολουθεί να είναι μια συναρπαστική πόλη. Με ποια έννοια: Διαρκώς σε εκπλήσσει, διαρκώς σε αλλάζει. Ειδικά στο κέντρο που μένω. Βλέπεις  πώς ένα γέρικο σώμα, που μπορεί να είναι ένα παλιό κτίριο μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι καινούριο. Χάρις στις προσπάθειες νέων ανθρώπων και μέσα στις συνθήκες πίεσης που ζούμε.
Βλέπω περισσότερο φως απ’ ό,τι έβλεπα το 2014 χωρίς όμως να είμαι αιθεροβάμων να πιστεύω ότι αυτό το φως θα μας οδηγήσει σε ένα λαμπρό ξέφωτο πολύ σύντομα. Εστιάζω όμως στις θετικές προσπάθειες, στη θετική συνεισφορά του καθένα μας μέσα στη δύσκολη συγκυρία.

Επειδή ζεις στο Κουκάκι, ζεις μαζί με το Airbnb, ποια είναι η γνώμη σου – Τι προξενεί στην πόλη;

Το Κουκάκι είναι κάπως το κέντρο των εξελίξεων του Airbnb και λόγω των ξενοδοχείων που ξεφυτρώνουν και συμβάλλουν στην τουριστικοποίηση της περιοχής. Θα έλεγα ότι είναι μια αλλαγή που θα δούμε πώς θα εξελιχθεί. Σίγουρα δυσκολεύει τους κατοίκους γιατί ανεβαίνουν πολύ τα ενοίκια. Έτσι ότι ξενοικιάζεται νοικιάζεται μέσω Airbnb όποτε το χειμώνα φτάνουμε στο σημείο να έχουμε μπλοκ από σπίτια-φαντάσματα.  Αλλάζουν και τα μαγαζιά. Από μαγιά της γειτονιάς μετατρέπονται σε μαγαζιά θα εξυπηρετήσουν κυρίως τις τουριστικές αφίξεις. Μου έλεγε ένας φίλος μου από το Εδιμβούργο και μου έλεγε για ολόκληρες συνοικίες που έχουν ερημοποιηθεί λόγω Airbnb δίνοντας μια εικόνα φαντάσματος το χειμώνα. Η Αθήνα, το Κουκάκι ή το κέντρο δεν ξέρω αν θα φτάσει σε αυτό το σημείο. Για εμάς τους παλαιότερους κατοίκους αλλάζει τη φυσιογνωμία της γειτονιάς η οποία όμως έτσι και αλλιώς τελευταία σαράντα χρόνια έχει αλλάξει πολλές φορές. Δεν είμαι αρνητική αλλά δεν πετάω κι από τη χαρά μου όταν ακούω τα βαλιτσάκια το πρωί στο πεζοδρόμιο.

Θέλω να μου πεις την άποψη σου για το μεγάλο θέμα – αφορμή για καυγάδες ακόμη και στα social media – της αναδοχής από ομόφυλα ζευγάρια.

Σ’αυτό το κομμάτι γίνονται βήματα. Από τότε που ψηφίστηκε το σύμφωνο συμβίωσης έχουμε σιγά-σιγά, έστω και με δειλά βήματα, μια στροφή του κράτους και των νομοθετικών πρωτοβουλιών στη σωστή κατεύθυνση. Σε όλα τα ζητήματα φύλου, και στην αναδοχή οι απαντήσεις έχουν δοθεί. Αυτό που μένει είναι η κοινωνία να κάνει το βήμα να αποδεχτεί και να συμφιλιωθεί με αυτά τα δεδομένα.

Και πώς θα γίνει αυτό;

Νομίζω ότι χρειάζεται παιδεία, χρόνος, ενημέρωση. Κυρίως είναι ζήτημα παιδείας και ενός κράτους που αποφασιστικά χαράζει τον δρόμο πρωτίστως στην παιδεία και φυσικά στη νομοθεσία.

Για τις πολεμικές των social media θα σου πω κάτι που το έχουμε ξανασυζητήσει:  Καλό είναι ο καθένας στη δημόσια σφαίρα –όσο δημόσια σφαίρα είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έστω και στον μικρόκοσμο του καθενός – να εκφράζει το θετικό. Το  να ασκούμε κριτική για ό,τιδήποτε αρνητικό – όπως συστηματικά γίνεται – δεν βοηθάει. Ας μην ασχολούμαστε με αυτά που δεν μας αρέσουν. Ας συνεισφέρουμε σε αυτά που μας αρέσουν. Ας πούμε, για παράδειγμα, άκουσα αυτόν  τον ωραίο δίσκο. Δεν έχει νόημα να πούμε την ελεεινή, σιχαμένη κλπ τραγουδίστριαα. Το βρίσκω βλακώδες. Αν συνεισφέρουμε το θετικό ο καθένας όλα θα γίνουν πιο θετικά.

Τι μας ετοιμάζεις συγγραφικά;

Κοίτα, μετά από τρία βιβλία που βγήκαν σχετικά σύντομα, ως κομμάτι ενός μεγάλου πρότζεκτ, τώρα θα περιμένω καθίσει ο κουρνιαχτός, και με σταθερά βήματα θα προσπαθήσω να πάω παρακάτω. Θέλω πειραματιστώ στην περιπέτεια της γραφής.

Τι κάνεις για να αυτοεκπαιδευτείς στο θέμα της γραφής Ευτυχία;

Η καλύτερη δουλειά είναι γράφοντας. Κάθε μέρα που φεύγει, αυτό που θα γραφόταν δεν πρόκειται να ξανάρθει. Έχοντας αυτό στο μυαλό σου, καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι να αξιοποιείς τον διαθέσιμο χρόνο γράφοντας .

Έχεις κάποιο ημερήσιο πρόγραμμα «κάθομαι και γράφω»;

Έτσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα,  αυτό το κάνω συνέχεια. Και τώρα που μιλάμε. Με τις ερωτήσεις και την αισθητική που μου μεταφέρεις εσύ παράλληλα «γράφω». Σκέφτομαι  πράγματα. Σκέφτομαι πράγματα συνέχεια: Το πρωί που θα ξυπνήσω, πριν κοιμηθώ, ενώ κοιμάμαι. Έχω μια σκέψη και μ’ αρέσει να κάνω κύκλους. Ακόμη και στη φάση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Αυτοί οι ατέρμονοι κύκλοι που κάνει η σκέψη, μου αρέσει. Δεν είναι απαραίτητα ότι συμβάλει στην πλοκή που έχω ως ιδέα. Μου αρέσει η διαδικασία αυτή των ιδεών που πάνε κι έρχονται. Υπ’ αυτή την έννοια λοιπόν μάλλον γράφω συνεχώς ακόμη και χωρίς να κάθομαι στον υπολογιστή να πληκτρολογώ λέξεις.  Και κάποιες στιγμές αποφασίζω να συγκεντρώνομαι και να περνάει στο χαρτί αυτό που έχω στο κεφάλι μου.  Σαφώς γράφω πολύ περισσότερο από ό,τι έγραφα πριν από ένα χρόνο,  πριν από δυο  και ούτω καθεξής .

Τελευταία ερώτηση «γκρούπι» του ήρωά σου, που συνήθως τρώει εδώ παρακάτω  από όπου καθόμαστε στο Κουκάκι: Ο Χάρης Κόκκινος θα είναι στο επόμενο βιβλίο ή μας τελείωσε;

Δεν μπορώ να στην απαντήσω με βεβαιότητα αυτή την ερώτηση. Και χωρίς να κάνουμε σπόιλερ, εκεί που τον αφήνω στην «Πόλη στο φως» είναι ένα πολύ πρόσφορο έδαφος αλλά και πολύ επικίνδυνο. Είναι σαν να είμαι εγώ στη μια άκρη ενός χωραφιού, ο Χάρης στην άλλη, στη μέση έβαλα νάρκες και πέταξα τον χάρτη. Και με ρωτάς αν θα πάω να τον συναντήσω…
Πρώτον πρέπει να είναι πολύ γοητευτικός και δεύτερον πρέπει να είμαι διαθεμένη να ρισκάρω.

Γιάννης Καφάτος

 

 

(Συνολικές Επισκέψεις 255, 1 επισκέψεις σήμερα)
Ποιος θυμάται ότι ο Αϊλάν ήταν θύμα πολέμου; - Έκθεση αντιπολεμικής γελοιογραφίας στο Σύνταγμα
ELIZA SHADDAD – WHITE LINES- Το τραγούδι της Τετάρτης (video)

Περισσότερα


mm
About Γιάννης Καφάτος 967 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες αλλά πήρε πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*