Όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο του Γιώργου Αρβανίτη, «Ταξίδι στον πράσινο ήλιο» (Εκδόσεις Αρμός) άρχισα την ανάγνωση και ήταν σαν μπήκα σε μια χρονομηχανή που με πήγε πίσω και με ιλιγγιώδη ταχύτητα με έφερνε στο σήμερα που ζω και προσπαθώ να αντιμετωπίσω, όπως όλοι μας.
Λόγω της ηλικίας μου, έχω ζήσει και θυμάμαι τα πάντα από όσα περιγράφονται στο βιβλίο του κυρίου Αρβανίτη. Οι δικές του περιγραφές από την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 μέχρι την επόμενη μέρα του μοναδικού μεταπολιτευτικού δημοψηφίσματος της κυβέρνησης Τσίπρα (πάντα θα θυμάμαι την παραμονή στην Μαλακάσσα την καυτή συναυλία των Prodigy), διανθισμένες με σωστές δόσεις χιούμορ κάνουν το βιβλίο ένα ιδανικό ανάγνωσμα για να θυμηθεί κάποιος ή να μάθει κάποιος άλλος όλα αυτά που ζήσαμε σε μια Ελλάδα που άρχισε να αλλάζει και πολλές φορές – προσθέτω εγώ – μπέρδευε τη σκιά με το πραγματικό της «μπόι». Αυτό φυσικά δεν το έκανε μια «Ελλάδα» αλλά οι πολιτικοί της Ελλάδας.
Το καλό με το βιβλίο είναι ότι την ώρα που είναι ένα πολιτικό ευθυμογράφημα με δόσεις μυθιστορηματικής πλοκής, την ίδια ώρα είναι ένα ημερολόγιο της ζωής μας. Τη ζωής που άνθισε και χρεωκόπησε, της ζωής που άλλαξε και παραστράτησε και σήμερα μας έχει δεμένους χειροπόδαρα. (αλλά αυτά είναι σχόλια του αναγνώστη, εμού δηλαδή, οπότε μην τα πάρετε τοις μετρητοίς και χαλάστε τη διάθεσή σας για ένα ανάγνωσμα που θα σας κάνει να περάσετε πολύ ωραία είτε καταφέρατε να πάτε διακοπές είτε κάνετε …staycation για να μην στεναχωρηθείτε που δεν έχετε φράγκα για κανονική απόδραση!)
Μόλις τελείωσα την ανάγνωση, ζεστός και μέσα στο κλίμα, φουντωμένος που ξαναθυμήθηκα τις απίστευτες καταστάσεις, που αν δε μας αφορούσαν θα ήταν για γέλια, έστειλα τις ερωτήσεις μου στον συγγραφέα, Γιώργο Αρβανίτη και τον ευχαριστώ για τον χρόνο που μας αφιέρωσε για να μπούμε στο κλίμα του βιβλίου του αλλά και να τον γνωρίσουμε καλύτερα!
Είναι τελικά το ΠΑΣΟΚ η «κακιά» μάγισσα της μεταπολίτευσης; (πέραν του χιούμορ, είναι τελικά η λογική που επικράτησε τα ΠΑΣΟΚ-χρόνια υπαίτια για πολλά από τα σύγχρονα δεινά;)
Δεν είναι η κακιά μάγισσα σε καμία περίπτωση, δεν θα μπορούσε άλλωστε. Δεν πιστεύω σε καλές και κακές μάγισσες και μάγους. Ίσα ίσα που έδωσε πολλά πράγματα στον ελληνικό λαό και πολλές φορές πράγματα που δεν μπορούσε εύκολα να τα αφομοιώσει γιατί πολύ απλά δεν προλάβαινε. Ήθελε χρόνο κι άλλο χρόνο, ο χρόνος είναι η μόνη αναλλοίωτη αξία. Η λογική που επικράτησε πολλές φορές έφερε τα πάνω κάτω, αλλοίωσε και τη φυσιογνωμία και τα χαρακτηριστικά και τις νοοτροπίες και οδήγησε σε συμπεριφορές που έφεραν δεινά. Όμως για τις συμπεριφορές και για τα δεινά βρήκε ευήκοα ώτα, βρήκε πρόθυμους, σαν έτοιμους από καιρό που περίμεναν απλά την ευκαιρία.
Ο υπότιτλος του βιβλίου σας, μιλάει για την πιο «βλαχομπαρόκ χρεωκοπία που έγινε ποτέ». Αναλύστε μας λίγο τι θα πει «βλαχομπαρόκ» και πού το ζήσαμε στην ελληνική πολιτική/κοινωνική πραγματικότητα;
Είναι αυτό ακριβώς το δήθεν και το ψεύτικο που δεν στηρίζεται πουθενά, δεν έχει καμία βάση αλλά γίνεται μόνο για τον ρηχό και φτηνό εντυπωσιασμό, για το θεαθήναι. Αυτό είναι που ζήσαμε στο μέγιστο βαθμό μια ολόκληρη περίοδο, την εποχή αυτής της επίπλαστης, της χωρίς υπόβαθρο οικονομικής ευμάρειας και που σημάδεψε την καθημερινότητα μικρών και μεγάλων. Μια τάση διαρκούς επίδειξης και ενός ακατανόητου νεοπλουτίστικου στυλ που γενικεύτηκε, έγινε κανόνας στην ελληνική κοινωνία στις μικρές και μεγάλες επιλογές και στο τέλος έγινε ταυτόσημο με την ίδια την εποχή. Τότε που αν δεν έκανες αυτό που έκαναν οι άλλοι γύρω σου, ήσουν ένα τίποτα με μπόλικο καθόλου.
Πώς γεννήθηκε η ανάγκη να είναι αυτό το πρώτο σας βιβλίο;
Η ανάγκη γεννήθηκε αρκετό καιρό πριν και ήταν σταδιακά αυξανόμενη γιατί όλο και περισσότερο ερχόντουσαν οι αναμνήσεις η μία πίσω από την άλλη και με τριβελίζανε και όλο και πολύ μεγάλωναν και ωρίμαζαν μέσα μου αυτά που ήθελα να πω. Ύστερα πολλά πράγματα και γεγονότα τα κουβεντιάζαμε σε παρέες και με φίλους και όλο αυτό μου δημιούργησε σιγά σιγά την ανάγκη να το αποτυπώσω σε ένα κομμάτι χαρτί, να εκφραστώ μέσα από αυτό και να πάρω θέση απέναντι στα πράγματα.
Ποιοι από τους χαρακτήρες του βιβλίου είναι ο πιο κοντινός σε εσάς;
Νομίζω ότι είναι ο εξάδελφος Γιώργος. Με όλη αυτή τη θολούρα και ανακατωσούρα που επικρατεί στον εγκέφαλο του. Με τη τάση για διαρκή αναζήτηση και με τα μεγάλα χαοτικά βήματα που προσπαθεί να κάνει στη ζωή του που όταν χρειάζεται όμως γίνονται μικρά και μετρημένα. Βέβαια ομολογώ ότι όσο περνούν τα χρόνια αρχίζει να με αγγίζει όλο και περισσότερο ο θείος Τάκης. Είναι εκείνη η φιγούρα που κουβαλάει μέσα της μεγαλύτερη εμπειρία και ακόμη μεγαλύτερη αγωνιστικότητα, εκείνος ο χαρακτήρας που από τη μία γίνεται σκληρός και επικριτικός και από την άλλη πλημμυρίζει με αγάπη τους πάντες γύρω του.
Ενώ το βιβλίο σας είναι πολιτικό τελικά οι ήρωες είναι οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι που είτε μεγάλωσαν απότομα το ’81 με την «αλλαγή» είτε καταστράφηκαν από τη φούσκα του εκσυγχρονιστικού χρηματιστηριακού πυρετού, είτε έφαγαν ξύλο την επόμενη του δημοψηφίσματος. Έχουν ξεχάσει οι πολιτικοί αυτούς τους απλούς ανθρώπους;
Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο και με στενοχωρεί δεν είναι μήπως τους έχουν ξεχάσει τελικά αλλά εάν τους θυμήθηκαν και ποτέ! Όσο υπερβολικό και αν ακούγεται αυτό. Με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα που μάλλον αποτελούν την εξαίρεση στον κανόνα, θα έλεγα ότι όλοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι ήταν στην ουσία αναλώσιμοι για τις πολιτικές ηγεσίες, ήταν αυτό που λέμε «μιας χρήσης». Δεν σχεδιάστηκαν δηλαδή σε βάθος πολιτικές που να τους εμπεριέχουν αλλά μάλλον χρησιμοποιήθηκαν και έγιναν άθελά τους ο μοχλός πίεσης για μια σειρά από επιλογές, χωρίς να ακουστεί η φωνή και το θέλω τους και πολύ περισσότερο χωρίς να γίνει ένας ειλικρινής διάλογος με αυτούς.

Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης του συγκεκριμένου βιβλίου;
Ιδανικός αναγνώστης δεν υπάρχει. Ο καθένας κουβαλάει την ταυτότητά του την κουλτούρα του και την ιδιοσυγκρασία του και με βάση αυτά μπορεί να προσεγγίσει όλα εκείνα που διατυπώνονται μέσα στο βιβλίο. Ο καθένας μπορεί να το ξεφυλλίσει και να το διαβάσει και να βρει μέσα σε αυτό πολλά πράγματα που να αγγίξουν τις ευαίσθητες χορδές της μνήμης και της ζωής του. Αρκεί να θέλει να ταξιδέψει στο χώρο και το χρόνο ή καλύτερα στη χώρα και το χρόνο και να προσεγγίσει την ιστορία αυτή με διάθεση χιουμοριστική που νομίζω ότι βγαίνει αυθόρμητα διαβάζοντάς το, αλλά και με μεγάλη όρεξη να ξαναγυρίσει και να σκαλίσει τα γεγονότα.
Η γενιά σας σημαδεύτηκε από μια δολοφονία. Το λέτε και στο βιβλίο, την περίοδο των μαθητικών κινητοποιήσεων στα 90’ς, κοιμηθήκατε παιδιά και με τη δολοφονία Τεμπονέρα ξυπνήσατε μεγάλοι. Κάτι αντίστοιχο έγινε και με τα παιδιά τη νύχτα της δολοφονίας Γρηγορόπουλου. Εκείνοι οι «μεγάλοι» της εποχής του Τεμπονέρα, νιώθουν, καταλαβαίνουν τα παιδιά και τις ανάγκες τους την εποχή του Γρηγορόπουλου;
Αυτό είναι αλήθεια μέσα σε μια νύχτα εκείνο τον Γενάρη άλλαξαν όλα στη ψυχή στην καρδιά και στο μυαλό μας. Κάτι αντίστοιχο και ακόμη χειρότερο έγινε και με τον Γρηγορόπουλο, γιατί εκείνος ήταν παιδί και αυτό βαραίνει ακόμη πιο πολύ τα πράγματα. Είμαι σίγουρος ότι η γενιά μας όχι μόνο μπορεί να καταλάβει και να νιώσει στο πετσί της την εποχή αυτή αλλά κάτι περισσότερο. Κουβαλώντας μια τέτοια πληγή μέσα της ένοιωσε δυο φορές λύπη, οργή και αγανάκτηση το 2008. Ένοιωσε ότι η κακή πλευρά της ιστορίας δυστυχώς μπορεί να επαναλαμβάνεται. Ένοιωσε ακόμη μεγαλύτερο θυμό και πόνο από την πρώτη φορά, γιατί μπορεί η πρώτη φορά να πονάει και καμιά φορά να πονάει για πάντα, η δεύτερη όμως είναι πάντα χειρότερη.
Το χιούμορ που διατρέχει τις σελίδες του βιβλίου σας, σας έχει σώσει σε προσωπικές ή επαγγελματικές στιγμές;
Μόνο με έχει σώσει; Ασπίδα μου έχει γίνει για να μπορώ να πορεύομαι και να αντιμετωπίζω αυτά που συμβαίνουν γύρω μου αλλά κυρίως μέσα μου. Το χιούμορ που μπορεί να φαίνεται ή να μην φαίνεται με την πρώτη ματιά είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης μιας πραγματικότητας που δεν μπορούμε να την αναλύσουμε και να την αντιμετωπίσουμε με άλλα εργαλεία πολλές φορές.
Έχετε πολιτική δραστηριότητα, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ποιες είναι οι παθογένειες που ενώ όλοι τις αναγνωρίζουμε τελικά δε λύνονται και συνεχίζουν να διαιωνίζουν τα προβλήματα της καθημερινότητάς μας;
Νομίζω ότι η μεγαλύτερη παθογένεια είναι αυτό το περίφημο «κατόπιν ενεργειών μου» που διατρέχει και δυστυχώς κατατρέχει πέρα για πέρα τις πολιτικές που εφαρμόζονται στην τοπική αυτοδιοίκηση. Είναι αυτή η εμμονική πολλές φορές συμπεριφορά να γίνουν πράγματα στο άρπα κόλα μόνο και μόνο για να πιστωθούν στη θητεία της εκάστοτε διοίκησης, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς να ρωτάμε τους πολλούς, χωρίς να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες και τα θέλω τους. Αρκεί να το κάνουμε εμείς να μας γράψει η ιστορία. ότι να ναι και όπως να ναι δηλαδή αρκεί να είναι δικό μας.
Αν χαρίζατε το βιβλίο σας στους 8 υποψηφίους του ΠΑΣΟΚ, στον Πρωθυπουργό και στον Αλέξη Τσίπρα. Τι αφιέρωση θα τους βάζατε;
Στους 8 υποψηφίους του ΠΑΣΟΚ θα χάριζα το βιβλίο με έναν αγαπημένο στοίχο το «εμείς για αλλού κινήσαμε για αλλού και αλλού η ζωή μας πάει». Στον πρωθυπουργό θα αφιέρωνα τον καταπληκτικό στοίχο του Μανόλη Ρασούλη «καλές οι ΗΠΑ κι η Ρωσία, μα έχω το δράμα κι εγώ» και στον Αλέξη Τσίπρα θα αφιέρωνα τη σοφή λαϊκή ρήση «που είσαι νιότη που ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος»

Θέλω να μας συστηθείτε μέσα από πέντε ελληνικά τραγούδια που σας περιέχουν και σας περιγράφουν με έναν τρόπο
Μου αρέσει πολύ να μιλάω και να εκφράζομαι μέσα από τα τραγούδια και τους στοίχους οπότε θα ξεκινούσα αυτή την περιγραφή με το «Στην Κ» του Παύλου Σιδηρόπουλου που κουβαλάει μέσα του όλα τα όνειρα τις αγωνίες και τις αντιστάσεις της εφηβείας και των νεανικών μου χρόνων. Στην συνέχεια θα έβαζα το «Στο ίδιο έργο θεατές» Νταλάρας – Παπακωνσταντίνου, γιατί πιστεύω ότι με εκφράζει διαχρονικά και αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο αυτό που νοιώθω χρόνια τώρα. Μετά θα ερχόταν ο Μάρκος ο πατριάρχης του ρεμπέτικου με «Τα ζηλιάρικά σου μάτια» με όλες αυτές τις τρομερές εσωτερικές αντιφάσεις που μπορεί να κρύβει μέσα, του να είσαι το πρωί εκδορέας στα σφαγεία του Ταύρου και το βράδυ να γράφεις αυτά τα αριστουργήματα. Αυτές οι αντιφάσεις με συγκινούν πολύ και με καθορίζουν πολλές φορές. Ύστερα θα ήταν ο Χρήστος ο Κυριαζής με το «Κάθε δειλινό» που μιλάει για την αγάπη και τον έρωτα με τον ευαίσθητο και μοναδικό τρόπο, που τα βάζει σε τροχιά προσευχής και τους δίνει θεϊκή διάσταση. Τέλος θα συστηνόμουνα με ένα τραγούδι σε στοίχους δικούς μου και μουσική του Τάκη Μπινιάρη με την φωνή της Νανάς Γεωργιάδη «Πειραιάς» Ένα τραγούδι με την ταυτότητα και τα βιώματά μου με τον Πειραιά που μας μεγάλωσε σε ρόλο πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ποιο είναι το επόμενο συγγραφικό σχέδιο;
Το επόμενο συγγραφικό σχέδιο είναι ένα βιβλίο που σιγά σιγά αρχίζω και το σχηματοποιώ στο μυαλό μου και τριγυρνάω στις πρώτες του σελίδες. Ένα μυθιστόρημα που θα μιλάει και αυτό για πολλά πράγματα καθημερινά απλά αλλά και σύνθετα. Μαζί με αυτό φυσικά συνεχίζω να παλεύω με τους στοίχους και τα τραγουδάκια μου και ολοκληρώνω κάποιες δουλειές μου.








