Ο «Αναρχικός τραπεζικός» του Μάρκου Κρητικού αξίζει μια θέση στη βαλίτσα με τα απαραίτητα των καλοκαιρινών σας διακοπών. Τι είναι ο «Αναρχικός Τραπεζικός»; Ένα βιβλίο για τις σχέσεις με νουάρ περιτύλιγμα ή μια αστυνομική ιστορία αγάπης…;
Το ερώτημα θα το απαντήσει παρακάτω ο ίδιος ο συγγραφέας, αλλά μέχρι τότε να σημειώσω ότι είναι βιβλίο με χιούμορ, μια αστυνομική ιστορία, με έναν ήρωα που ασφυκτιά στη μέση ηλικία του, στο γάμο, και στη δουλειά με καταφύγιο τις μουσικές του. Η ιστορία έχει και ελληνικό νησί – αυτό το άπιαστο όνειρο λόγω των συνεχών κρυφών και φανερών αυξήσεων των εισιτηρίων – οπότε το βιβλίο μας βοηθάει για μια ακόμη νοερή απόδραση.
Το αστικό περιβάλλον, η Αθήνα που «ανέχεται» ή αντέχει ακόμη μερικές μονοκατοικίες και τα κακόφημα μπαρ έρχονται σε αντίθεση με το λαμπερό, λόγω φωτισμού, αλλά υποχθόνιου κόσμου των τραπεζών που ο συγγραφέας περιγράφει καίρια. Όποιος έχει έστω και ένα ευρώ χρέος σίγουρα θα βρει τον εαυτό του μέσα στις περιγραφές του ωραρίου των ανθρώπων που οφειλέτες/πελάτες της τράπεζας και ίσως καταλάβουμε ότι οι υπάλληλοι που μας ζορίζουν δεν είναι ακριβώς «απέναντι» – όχι όλοι τουλάχιστον.
Η συζήτηση με τον Μάρκο Κρητικό ήταν εξίσου απολαυστική με την ανάγνωση του βιβλίου του, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.
Ποιες προσωπικές σας ανασφάλειες «καλύπτει» ο ήρωας του βιβλίου σας;
Τις ανασφάλειες που μου προκαλεί η επίγνωση της χαμένης νεότητας και μοιραία η συνειδητοποίηση ότι, όσο περνούν τα χρόνια ακόμα και οι πειρασμοί αρχίζουν να με αποφεύγουν, ενώ η σοφία που με αγωνία περιμένω, δεν λέει να φανεί.
Πώς χτίσατε τον ήρωα σας και το περιβάλλον του; – Τους είχατε σχεδιάσει «επί χάρτου» ή κατά τη διάρκεια της γραφής «πήραν» πρωτοβουλίες και προχώρησαν σε κινήσεις εκτός προγραμματισμού;
Τα βρήκα σχεδόν έτοιμα. Ακολουθώ την γνωστή συνταγή: γράφε γι’ αυτά που ξέρεις. Θα γράψεις σίγουρα μια καλύτερη ιστορία και δεν θα βρεθεί κανείς να σου πει ότι είναι κλεμμένη. Βέβαια, είχα κάνει ένα προσχέδιο που βασιζόταν στην κεντρική ιδέα της ιστορίας. Όμως στην πορεία αποδείχτηκε ότι δεν ήταν δεσμευτικό. Εξελίχτηκε παράλληλα με τη συγγραφή και διατήρησε μια δυναμική σχέση με το κείμενο μέχρι την ολοκλήρωση της ιστορίας, αφήνοντας μια ελεγχόμενη ελευθερία στους ήρωες.
Ποιον από τους ήρωες, κύριους και δευτερεύοντες στο βιβλίο σας θα καλούσατε για ποτό; – Και ποιους αν τους βλέπατε στο δρόμο θα αλλάζατε πεζοδρόμιο;
Θα άλλαζα πεζοδρόμιο μόνο αν έβλεπα τα υψηλόβαθμα στελέχη της τράπεζας. Όλους τους άλλους ήρωες θα τους προσκαλούσα ευχαρίστως για ποτό, με μια ιδιαίτερη προτίμηση στον Φώντα που νομίζω ότι είναι ο πιο απρόβλεπτος αλλά και πιο ενδιαφέρων ήρωας του βιβλίου και στην ουσία αυτός που κινεί τα νήματα της ιστορίας.
Τελικά ο «Αναρχικός Τραπεζικός» είναι ένα βιβλίο για τις σχέσεις με νουάρ περιτύλιγμα ή μια αστυνομική ιστορία αγάπης…;
Με καλύπτουν και οι δυο αυτοί χαρακτηρισμοί. Θα πρόσθετα ότι είναι μια ηθογραφία αστυνομικής πλοκής με καυστικό σχόλιο, όχι τόσο για επίκαιρα θέματα που αναδεικνύουν το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, όσο για διαχρονικές αξίες και θεσμούς, όπως η ηθική ή εργασία ο γάμος και η οικογένεια, και κυρίως για το πώς αυτά επιδρούν στις συμπεριφορές και στις σχέσεις των ανθρώπων.
Γιατί νιώσατε την ανάγκη στον επίλογο να γράψτε ότι δεν λέτε σε κανέναν να διαπράξει μια ληστεία;
Δεν το έκανα από κάποιο φόβο μην παρεξηγηθώ ότι προτρέπω τον αναγνώστη να σκεφτεί τη ληστεία μιας τράπεζας ως μια ευγενή πράξη απόδοσης κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά για να διατηρήσω και στον επίλογο την ειρωνεία που διατρέχει όλο το κείμενο για τον θεσμό των τραπεζών.
Αν «Ο αναρχικός τραπεζικός» ήταν θεατρικό ή γινόταν σειρά, ποιους ηθοποιούς θα βάζατε να παίξουν το βασικό ζευγάρι, την πεθερά και τον διευθυντή της τράπεζας στην Αθήνα;
Κάποιες φορές κατά της διάρκεια της συγγραφής είχα σκεφτεί την αξέχαστη Ντίνα Κώνστα στον ρόλο της πεθεράς. Για τους άλλους ήρωες πρόχειρα θα πω τον Τάσο Νούσια -φίλο μου απ’ τα πολύ παλιά- μαζί με την Κατερίνα Λέχου για το βασικό ζευγάρι, και τον Γιώργο Γιαννόπουλο στον ρόλο του διευθυντή της τράπεζας.

Η μουσική διατρέχει την καθημερινότητα του ήρωά σας. Τι σημαίνει για τη δική σας ζωή η μουσική;
Η μουσική είναι κομμάτι της καθημερινότητάς μου, από τα χρόνια της εφηβείας μου. Ο ρόλος της όμως με την πάροδο του χρόνου έχει διαφοροποιηθεί. Οι νότες των ροκ και μπλουζ τραγουδιών, από μουσική υπόκρουση μιας ορμητικής νεότητας, έχουν γίνει σήμερα –ας πούμε στη μέση ηλικία– μια αποδοτική αντικαταθλιπτική θεραπεία. Από τότε όμως που άρχισα να γράφω, η μουσική λειτουργεί και ως πηγή έμπνευσης. Κάποιες φορές οι μελωδίες ή οι στίχοι των τραγουδιών γεννούν στο μυαλό μου εικόνες τις οποίες μεταφέρω στο χαρτί και κάποιες άλλες δίνουν την αφορμή στους ήρωες μου να εκφράσουν τα υπαρξιακά τους διλήμματα.
Ακούτε μουσική όταν γράφετε ή προτιμάτε την απόλυτη ησυχία; – Γράφετε κατευθείαν σε υπολογιστή ή σε χαρτί;
Γράφω στην απόλυτη ησυχία της νύχτας και σβήνω την άλλη μέρα με τη συνοδεία μουσικής. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια που άρχισα να ασχολούμαι με τη συγγραφή δεν έχω γράψει ούτε μια ολοκληρωμένη πρόταση σε χαρτί πέραν κάποιων σχεδόν μονολεκτικών σημειώσεων για να ενεργοποιήσουν τη μνήμη μου όταν καθίσω μπροστά στον υπολογιστή.
Ποιο «στερεότυπο» για τα βιβλία, τη βιβλιοφιλία και την φιλανάγνωση πιστεύετε ότι λέγεται καθ’ υπερβολήν και είναι τελικά λάθος;
Έχω βαρεθεί να ακούω κάποιους να μετρούν τη φιλαναγνωσία τους με τον αριθμό των αδιάβαστων βιβλίων που έχουν μαζέψει στο σπίτι τους και να παραπονιούνται ότι ο χρόνος δεν επαρκεί. Υποπτεύομαι ότι περισσότερο από την ίδια την ανάγνωση τους αρέσει το προφίλ του βιβλιόφιλου, το οποίο κοινότοπα διαφημίζουν. Ένας πραγματικός βιβλιόφιλος δεν ασχολείται μ’ αυτά. Αγοράζει βιβλία, όχι οπωσδήποτε για να τα διαβάσει αλλά για να χαρεί τη διαδικασία και να εμπλουτίσει τον σκηνικό διάκοσμο της ζωής του όπως μια φιλάρεσκη γυναίκα χαίρεται με την γεμάτη ντουλάπα της αν και ξέρει ότι υπάρχουν ρούχα που ποτέ δεν θα φορέσει ή μια παλιά νοικοκυρά νιώθει περήφανη για το ακριβό σερβίτσιο του τσαγιού στη βιτρίνα της που ποτέ δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσει.
Με αφορμή το «μπιφ» για τον Καραγάτση, τι πιστεύετε εσείς για τα κλασικά έργα; Είναι για τον Καιάδα αφού προβάλουν απαράδεκτα σήμερα, αποδεκτά όμως, στερεότυπα, της εποχής που γράφτηκαν;
Κατ’ αρχάς δηλώνω εντυπωσιασμένος διότι δεν περίμενα ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί ηλεκτρονικοί φίλοι μου που έχουν μελετήσει σε βάθος το έργο του Μ. Καραγάτση ώστε να έχουν κριτική άποψη γι’ αυτό. Τώρα για την ουσία του θέματος νομίζω ότι είναι ανάγκη να γίνει ένας διαχωρισμός. Είναι άλλο πράγμα να συζητήσουμε αν είναι λογοτεχνικά υπερεκτιμημένο το έργο ενός συγγραφέα, να ακούσουμε τις γνώμες των θεωρητικών της λογοτεχνίας και να το επανεκτιμήσουμε και άλλο να το απορρίψουμε γιατί δεν εκφράζει τις αξίες της εποχής μας. Το δεύτερο μου φαίνεται αφόρητα υποκριτικό και άκρως επικίνδυνο. Ως κοινωνία, αδυνατούμε να αντιμετωπίσουμε τα συνεχή φαινόμενα γυναικείας κακοποίησης και ενδοοικογενειακής βίας σε μια εποχή που φέρνουν στο σπίτι σου πιο γρήγορα μια πόρνη από μια πίτσα αλλά θιγόμαστε βαθύτατα και δεν ανεχόμαστε τον σεξισμό και την έλλειψη φεμινιστικής ορθότητας στο έργο ενός συγγραφέα πριν από εβδομήντα χρόνια. Ας διαγράψουμε λοιπόν τα βιβλία του Καραγάτση, του Σελίν, του Ναμπόκοφ, του Μπουκόφσκι και όποιου άλλου δεν είχε την προνοητικότητα να ταυτιστεί ιδεολογικά με την εποχή μας και ας κοιμηθούμε ήσυχοι. Το λύσαμε το πρόβλημα.
Ποια η γνώμη σας για την σημερινή αστυνομική λογοτεχνία;
Η αστυνομική λογοτεχνία έχει αναμφισβήτητα αναβαθμιστεί ως λογοτεχνικό είδος. Το πέρασμα από το κορεσμένο whodunit στο why done it και στην ολιστική θεώρηση του εγκλήματος προκειμένου να αναδειχτούν τα αίτια που το προκαλούν έδωσε μια νέα κοινωνική διάσταση στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι αναφερόμαστε σε εμπορική λογοτεχνία η οποία απευθύνεται σε ένα ευρύ πολυσυλλεκτικό κοινό, συνήθως χωρίς αναπτυγμένο λογοτεχνικό κριτήριο και με την αντίστροφη σχέση μεταξύ ποιότητας και αναγνωσιμότητας να παραμένει ένας κανόνας με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Ποιο είναι το πρώτο αστυνομικό βιβλίο που διαβάσατε; Θυμάστε τι αίσθηση σας άφησε;
Δεν θυμάμαι πιο ήταν συγκεκριμένα, αλλά θυμάμαι τη λαχτάρα με την οποία έβγαινα στη γειτονιά να αγοράσω ή να ανταλλάξω με φίλους τα πασίγνωστα τότε βιβλία περιπτέρου (βίπερ) που πολύ αργότερα συνειδητοποίησα ότι είχαν στον κατάλογό τους, τους σπουδαιότερους συγγραφείς της παγκόσμιας αστυνομικής λογοτεχνίας.
Ποια βιβλία ξαναδιαβάζετε;
Δεν το κάνω συνήθως. Αν γίνει για την ανάγκη κάποιου άρθρου που πρέπει να γράψω στο περιοδικό Ο Αναγνώστης είναι μια ευχάριστη διαδικασία στην οποία ανακαλύπτω μια άλλη οπτική στην ανάγνωσή του βιβλίου που με φέρνει πιο κοντά στη σκέψη του συγγραφέα.
Σε μια εποχή που όλοι μας είμαστε παραδομένοι στη google εσείς επιμένετε στο yahoo για το μέιλ σας… Μου φαίνεται πολύ ύποπτο αυτό… Γιατί δεν παραδίδετε τα δεδομένα σας στο gmail?
Είμαι λίγο άσχετος μ’ αυτά. Το μέιλ μού το έφτιαξε ένας φίλος πριν από πολλά χρόνια και έκτοτε πορεύομαι με αυτό. Αν κάποιος χρειάζεται τα προσωπικά μου δεδομένα προκειμένου να με παρακολουθεί θα πρέπει να τον προειδοποιήσω ότι συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες να πεθάνει από πλήξη.
Θα ήθελα ένα βιογραφικό σας μέσα από τρία βιβλία και τρεις δίσκους. Ποια σας περιέχουν ή σας έχουν καθορίσει με έναν τρόπο;
Υπάρχουν μερικές δεκάδες βιβλία από όλα τα λογοτεχνικά είδη που με έχουν συγκλονίσει όμως ένα είναι αυτό που ξεχωρίζω από όλα όσα έχω διαβάσει μέχρι σήμερα και έχει αλλάξει τον τρόπο που βλέπω τη ζωή και την λογοτεχνία. Το βιβλίο της ανησυχίας του Φερνάντο Πεσόα. Η σπονδυλωτή μορφή του μου επιτρέπει να διαβάζω σχεδόν κάθε βράδυ μικρά αποσπάσματα σαν θεραπεία για τις δικές μου ανησυχίες. To Aftermath των Rolling Stones, το Ziggy Stardust του David Bowie και το Forever Changes των Love είναι τα τρία πιο αγαπημένα άλμπουμ της εφηβείας μου που σηματοδότησαν τη μετάβαση μου από τον σκληρό μέταλ ήχο στη ροκ.
Τι φοβάστε και πώς καταπολεμάτε τους φόβους σας;
Οι φόβοι μου περιστρέφονται γύρω από την προσωρινότητα της ύπαρξής μας και την αναπόφευκτη βιολογική φθορά. Για να τους αντιμετωπίσω βάζω ένα ουίσκι. Αν επιμείνουν βάζω άλλο ένα…
Γιάννης Καφάτος








