«Μικρές γιορτινές ιστορίες» Γράφουν: Βαγγέλης Χαλικιάς, Αντώνης Λιβιεράτος, Γεωργία Συριοπούλου (Αbies Sylos), Αχιλλέας ΙΙΙ

Favorite

Στις γιορτές οι άνθρωποι έρχονται συνήθως πιο κοντά ο ένας στον άλλον, ανταλλάσσουν ευχές, δώρα, κουβέντες, μοιράζονται με τους οικείους τους τον πολύτιμο ελεύθερο χρόνο τους, μοιράζονται τον χώρο, μοιράζονται φαγητά, γλυκά, αναμνήσεις, ανησυχίες, όνειρα για το μέλλον, και καμιά φορά, όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, μοιράζονται και ιστορίες, κάποιες από τις οποίες σχηματίζονται επί τόπου, με αφορμή την περίσταση που κατήργησε τη μεταξύ τους απόσταση.

Κάπως έτσι, ο Βαγγέλης Χαλικιάς, ο Αντώνης Λιβιεράτος, η Γεωργία Συριοπούλου (Abies Sylos) και ο Αχιλλέας ΙΙΙ αφηγούνται από μια ιστορία ο καθένας και, μέρες που είναι, τη μοιράζονται με τους αναγνώστες του Viewtag.gr, τραβώντας ο καθένας τον δικό του δρόμο, για να καταλήξουν στις λέξεις οι οποίες τους φέρνουν πιο κοντά.

Χέι μπόι, Χέι γκερλ

Ο Αντρέας μπήκε στο club. Είναι δύο λεπτά μετά τα μεσάνυχτα και από τα ηχεία ακούγεται το Sin των Nine Inch Nails. Τα φώτα χορεύουν στο ρυθμό του τραγουδιού. Ιδρωμένα κορμιά λικνίζονται μεθυσμένα από το αλκοόλ και τις επιλογές του Dj που εκείνο το βράδυ μπορεί να έσωσε πάλι ζωές. Ζήτησε από τη μπαργούμαν μια βότκα εισπράττοντας ένα γεμάτο υπονοούμενα χαμόγελο από δυο έντονα βαμμένα χείλη κάτι το οποίο απόλαυσε αλλά δεν έδωσε περισσότερη σημασία γνωρίζοντας πως ουσιαστικά δεν απευθυνόταν στον ίδιο αλλά ήταν μέσα στα πλαίσια του «σερβίρω και θέλω να έρθεις σε λίγο να πάρεις και άλλο ποτό και χαμόγελο, αλλά ως εκεί φιλαράκο».

Άρχισε να χάνεται στο πλήθος, να χορεύει στο ρυθμό της μουσικής, άρχισε να μη νοιώθει, απολάμβανε την επίγεια πτήση του.

Ήταν μόνος, ήθελε να είναι μόνος απόψε. Τον είχε κουράσει η προσπάθεια να είναι αρεστός, αποζητούσε τη μοναξιά.

Εκείνη τη στιγμή τον πλησίασε μια μελαχρινή οπτασία της νύχτας γιατί την ημέρα οι άνθρωποι δείχνουν διαφορετικοί. Μια οπτασία με έντονα αμυγδαλωτά γαλάζια μάτια που τον μαγνήτισαν συντροφιά με το καλοσυνάτο χαμόγελο της.

Άρχισε να χορεύει δίπλα του. Του άρεσε η κατάσταση που βρέθηκε ξαφνικά. Αυτή ανέδυε μυρωδιά αρώματος και καπνού. Πλησίασε το πρόσωπο της στο δικό του.

Καλησπέρα, με λένε Ιοκάστη. Εμένα Αντρέα. Περνάς καλά τον ρώτησε;

Μια χαρά της είπε. Πιάστηκαν από το χέρι, έκαναν κάνα δυο φιγούρες που τους κατέβηκαν εκείνη τη στιγμή και μετά χωρίστηκαν. Από ότι φάνηκε αυτή είχε μια μεγάλη παρέα.

Ο Αντρέας δεν ήταν ο τύπος «κάνω καμάκι». Της έριξε ένα δυο ματιές, αυτή του χαμογέλασε και αυτός κατόπιν έφυγε.

Περπατούσε στο δρόμο κατευθυνόμενος προς το αυτοκίνητο του.

Μπήκε στο λευκό FIAT, εντάξει δεν ήταν τόσο λιώμα. Έβαλε μπρος και πήγε σπίτι του, έμενε μόνος. Ανέβηκε, γδύθηκε, έκανε ένα σχεδόν καυτό μπάνιο και ξάπλωσε αναλογιζόμενος την Ιοκάστη που τελικά δεν εξελίχθηκε σε τίποτα παραπάνω από έναν χορό δίχως σχεδόν κανέναν διάλογο.

Οκ σκέφθηκε, έτσι είναι η νύχτα, δεν υπόσχεται τίποτα αλλά είναι όμορφη.

Το πρωί έφαγε ένα ελαφρύ πρωινό, έφτιαξε καφέ, γέμισε το θερμός του και έφυγε για τη δουλειά του.

Έβαλε μπρος το αυτοκίνητο του και ξαφνικά γούρλωσε τα μάτια του, είδε απέναντι την Ιοκάστη. Γρήγορα πήρε την απόφαση να κατέβει από το αυτοκίνητο και να την προλάβει.

Ήταν κάπως διαφορετική το πρωί αλλά τα αμυγδαλωτά γαλάζια μάτια της  ήταν αδύνατον να βγουν από το μυαλό του και εκεί που είχε αποφασίσει πως ήταν ένα κάμωμα της νύχτας τώρα νηφάλιος και αυτός και αυτή δεν ήθελε να την αφήσει να φύγει χωρίς έστω μια κουβέντα.

Η Ιοκάστη σάστισε. Τον καλημέρισε ευγενικά μην μπορώντας να κρύψει την έκπληξη της.

Τελικά μένουμε κοντά ε;

Ξέρεις της λέει, χθες ήταν τα ποτά, η μουσική, η νύχτα, όμως ίσως τελικά έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία. Θα σου πω το εξής, εγώ σε λίγο θα φύγω. Μπορείς να μου δώσεις το τηλέφωνο σου και να με ξαναδείς, μπορεί και να τελειώσει εδώ. Τα μάτια σου και το γέλιο σου δεν μπόρεσα να τα βγάλω από το μυαλό μου σήμερα το πρωί αν και προσπάθησα να κάνω πως δεν συμβαίνει τίποτα ε και ξαφνικά σε βλέπω μπροστά μου. Τι να κάνω; Τουλάχιστον έπρεπε να σε ρωτήσω, να σου πω μια καλημέρα.

Αυτή δίστασε για μια στιγμή, αλλά τελικά αντάλλαξαν τηλέφωνα.

Ο Αντρέας έφυγε μετά από λίγο και η Ιοκάστη πήγε στη δουλειά της.

Στη διάρκεια της ημέρας το σκέφθηκε, είναι μια άγνωστη, τι να κάνω;

Τελικά την πήρε τηλέφωνο το επόμενο απόγευμα. Αυτή το σήκωσε με μια ελαφριά αμηχανία την οποία ο Ανδρέας θεώρησε φυσιολογική. Της είπε να βρεθούνε. Αυτή του είπε ότι βρίσκεται σε μια δύσκολη περίοδο στην εταιρεία που δουλεύει και θα λείψει μερικές μέρες σε μια έκθεση αλλά όταν αυτό τελειώσει ευχαρίστως να βρεθούνε.

Τις μέρες που ακολούθησαν ο Αντρέας ήθελε δεν ήθελε δεν έπαψε να τη σκέφτεται, πρόσεξε τη διατροφή του, πήγαινε καθημερινά γυμναστήριο μετά τη δουλειά και γενικότερα ένοιωθε σαν να προετοιμαζόταν για την είσοδο της Ιοκάστης στη ζωή του χωρίς κάτι να του το υπόσχεται αυτό.

Ένα απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο του. Ήταν αυτή. Θα βρεθούμε του είπε; Φυσικά της είπε και την επόμενη μέρα βρίσκονταν σε ένα καφέ ο ένας απέναντι από τον άλλον. Την κουβέντα την ξεκίνησε αυτή λέγοντας του πως είχε μια αρκετά δυνατή επαγγελματική καριέρα, πως τη γέμιζε αυτό αλλά κάποιες φορές είχε την ανάγκη να βγει και να χαθεί, να είναι ένας άλλος άνθρωπος, πιο αυθόρμητος. Μετά επέστρεφε στην δική της κανονικότητα. Ο Αντρέας της είπε και αυτός για τη δική του δουλειά, για την αγάπη του για τη μουσική και μετά από λίγη ώρα βρήκαν και οι δύο χωρίς να χρειαστεί να το ομολογήσουν ότι είχαν αρκετά κοινά στη ζωή τους.

Κάποια στιγμή αποφάσισαν να πάνε σε κάποιο μπαρ να συνεχίσουν το βράδυ τους. Κουβέντα με την κουβέντα ο Αντρέας την τράβηξε γλυκά κοντά του και τη φίλησε. Αυτή τον κοίταξε και ταυτόχρονα ανταποκρίθηκε στο φιλί του. Αυτή η ανταλλαγή φιλιών και μπλεγμένων γλωσσών  κράτησε για κάμποση ώρα ώσπου κάποια στιγμή σταμάτησαν και ο Αντρέας τη συνόδευσε ως το αυτοκίνητο της.

Φτάνοντας η Ιοκάστη του είπε πως πέρασε πολύ ωραία πως και θα τα ξαναπούν.

Τελικά δεν τα ξαναείπαν ποτέ. Προσπάθησε κάποιες φορές να την πάρει τηλέφωνο, αυτή το σήκωσε κάποια στιγμή, του είπε, «συγνώμη αλλά δεν θέλω κάτι από σένα, να είσαι καλά».

Αυτός τη ρώτησε ένα τεράστιο γιατί γεμάτος θλίψη και απογοήτευση, η Ιοκάστη του απάντησε πως απλά δεν «ψηνόταν»…

Ο Αντρέας κλείνοντας το τηλέφωνο ένοιωσε μια ανακούφιση, σα να έφυγε ένα βάρος από πάνω του. Ουσιαστικά είχε καταλάβει ότι δεν υπήρχε κάτι να περιμένει σκεπτόμενος τη συμπεριφορά της μετά το ραντεβού τους.

Το βράδυ πήγε πάλι στο club που είχαν γνωριστεί. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και αυτή τη φορά πήρε και έναν φίλο του μαζί. Πήγε να πάρει ένα ποτό, το Hey Boy Hey Girl των Chemical Brothers που ξεκίνησε ήταν από τα δικά του τραγούδια, χαμογέλασε και άρχισε να χορεύει. Δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Dj του είχε σώσει τη ζωή αλλά σίγουρα του είχε φτιάξει τη διάθεση.

Σκέφθηκε πως ίσως τελικά δεν είχε προλάβει να την ερωτευθεί… Θα την κρατήσει σαν μια όμορφη ανάμνηση.

Βαγγέλης Χαλικιάς

Όχι σήμερα, Ντόναλντ

Τύλιξε σφιχτά το κασκόλ του γύρω απ΄το λαιμό του, κατέβασε το μάλλινο σκούφο του μέχρι τα φρύδια του, φόρεσε τα γάντια του και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ικανοποιημένος από την εμφάνισή του κινήθηκε προς την έξοδο του σπιτιού.

“Όχι σήμερα Ντόναλντ!” ακούστηκε η φωνή της κυρίας Μπέρθας απο τη συνηθισμένη θέση της μπροστά στο τζάκι.

Με έναν αναστεναγμό ο Ντόναλντ έκανε μεταβολή και χωρίς να της απαντήσει, επέστρεψε στο κέντρο του λίβινγκ ρουμ, ανασήκωσε το μπουφάν του έπιασε το αγαπημένο του περίστροφο, ένα Μάγκνουμ 44, το οποίο είχε νωρίτερα σφηνώσει, ως συνήθως, στη ζώνη του παντελονιού του και το ακούμπησε με προσοχή στο μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας. Κινήθηκε ξανά προς την πόρτα αλλά η φωνή της κυρίας Μπέρθας τον έκανε να σταματήσει για δεύτερη φορά.

“Και τα υπόλοιπα Ντόναλντ! Ποιάν προσπαθείς να κοροϊδέψεις;”

Ανασήκωσε το δεξί του μπατζάκι κι έλυσε τη δερμάτινη θήκη του καταδρομικού μαχαιριού που είχε στερεωμένο στη γάμπα του. Ύστερα άνοιξε το σακίδιό του και έβγαλε έναν μικρό, καλά ακονισμένο μπαλτά. Τα άφησε κι αυτά στο τραπέζι, δίπλα στο περίστροφο.

“Ευχαριστημένη τώρα, κυρία;” ρώτησε.

Η κυρία Μπέρθα του χαμογέλασε και του ένευσε πως μπορεί να πηγαίνει.

“Να προσέχεις να μη γλιστρήσεις!” του είπε. “Είναι όλα παγωμένα εκεί έξω”.

Πιάνοντας το πόμολο για να βγει, επιτέλους, από το σπίτι σκέφτηκε πως οι περισσότεροι άνθρωποι, αν γινόντουσαν μάρτυρες αυτού του περιστατικού, θα τον θεωρούσαν έναν κοινό βουτυρμπεμπέ που στα σαρανταδύο του χρόνια συνέχιζε να πειθαρχεί στις  εντολές της υπερήλικης, καθηλωμένης εδώ και καιρό στην αναπηρική της πολυθρόνα μητέρας του και ίσως να γελούσαν εις βάρος του. Αλλά η αλήθεια ήταν πως, απλά, μια γιορτινή μέρα σαν τη σημερινή δεν του έκανε καρδιά να της χαλάσει το χατήρι. Και στο κάτω-κάτω ακόμα κι ο υπ’ αριθμόν ένα καταζητούμενος σε επτά πολιτείες κατά συρροή δολοφόνος είχε δικαίωμα να αντιμετωπίσει την ημέρα των Χριστουγέννων ως αργία, όπως όλος ο κόσμος.

Αντώνης Λιβιεράτος

Foggy dew

Κρύο πρωινό, η ομίχλη ακόμα δεν έχει διαλυθεί. Η ομίχλη κάνει τον κόσμο ασαφή και θολό. Τον κρύβει μουλωχτά και ύπουλα. Νομίζεις ότι όλα είναι οκ, το μπροστά, μπροστά και το πίσω, πίσω αλλα βλέπεις ένα μέτρο πάνω από το νοτισμένο χώμα κάτι απροσδιόριστο οπτικά και την επόμενη στιγμή είσαι μέσα στο απροσδιόριστο. Γίνεται η πορεία αβέβαιη, τα τζάμια του αυτοκινήτου αχνισμένα, πατάς υποχρεωτικά τα σχετικά κουμπιά του αυτοκινήτου που είναι ενάντια στη θάμπωμα.

Ο ήλιος βγαίνει από πίσω, συνευθειασμένες οι ακτίνες του με την τροχιά του αυτοκινήτου, τυφλώνεσαι από τον καθρέφτη και τον κεντρικό και τον πλαϊνό του οδηγού. Μπροστά η θολούρα, πίσω η τύφλωση. Στη μέση εσύ μετέωρος στο παρόν σαν τις ιπτάμενες φιγούρες του Σαγκάλ και πίσω η χρονιά που σέρνει τις σιδερένιες μπάλες της όπως ο σκλάβος που έρχεται από το Κονγκό στα νησιά της Καραϊβικής. Η χρονιά η δύσκολη, η σκλαβωμένη, η κουρασμένη, η βρώμικη. Επιβίωσε αυτή η χρονιά μέσα στο κύτος του ιστιοφόρου, καθώς ο Ατλαντικός και αυτός βρίσκεται τα πρωινά κάτω από την ομίχλη, τα μεσημέρια ζεστός• άλλα φαινόμενα γεμίζουν ψευδαισθήσεις το μυαλό του ταραγμένου και  αποπροσανατολισμένου ανθρώπου όπως η Φάτα Μοργκάνα, ένας ιπτάμενος Ολλανδός, πείνα, πυρετός, αβεβαιότητα. Τα θυμάμαι αυτά καθαρά, έχω μια θολούρα στην όραση αλλά η μνήμη μου είναι ακέραια. 

Κρυμμένα μέσα στα καλάμια παραπήγματα που κατοικούν τσιγγάνοι. Νάυλον τα σκεπάζει και προεκτείνει τις πρόχειρες προκάτ κατασκευές για κάποια τετραγωνικά. Μπαλώματα με σακούλες Jumbo κολλημένα με καφέ αυτοκόλητη ταινία και μετά στρίβω δεξιά. Από τη μία μερια όλα γκρί ομιχλώδη από την άλλη όλα πορτοκαλί και ροζ, ο ήλιος φωτίζει τον κάμπο με τις ακτίνες παράλληλα με το έδαφος (τι θαυμαστό και αυτό!) και κάτω από τη γέφυρα ένας καλικάτζαρος με το πριόνι του έχει ξεμείνει επάνω με θράσος, κοιταζόμαστε στα μάτια, το άγριο δικό του βλέμα με το ανθρώπινο δικό μου αναμιγνύονται σε κάτι κοινό, η χρονιά θα τελειώσει, κόψε σε παρακαλώ τις ρίζες του κόσμου καλικάτζαρέ μου!

Γεωργία Συριοπούλου (Αbies Sylos) κάμπος Πύργου Ηλείας-Αθήνα Δεκέμβριος 2025

Δώρα να φεύγουμε

Τρεις ολόκληρες ημέρες έσπαγε το κεφάλι του τι δώρο να πάρει στην επί είκοσι έτη σύζυγό του. Κατά το διάστημα αυτό μπαινόβγαινε σε καταστήματα κάθε είδους, έψαχνε ιστοσελίδες, διάβαζε κακογραμμένα άρθρα με «πρωτότυπες ιδέες για δώρα Χριστουγέννων» και απέρριπτε ως ακατάλληλες τη μια πρόταση μετά την άλλη, πραγματοποιώντας περίτεχνα σλάλομ προκειμένου να αποφύγει ιδέες για:

τσάντες (έχει ένα σωρό και δεν χρησιμοποιεί καμία πια, προτιμώντας να βαδίζει χωρίς βάρος από τη μια ή την άλλη πλευρά του σώματός της),

πορτοφόλια (και τι να βάζει μέσα σε ένα πορτοφόλι; χρησιμοποιεί κυρίως κάρτες και ο μισθός της ξοδεύεται πλέον σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα μετά την είσπραξή του, ώστε ένα τέτοιο δώρο θα αποτελούσε μια σχεδόν μια σαρκαστική κίνηση),

προϊόντα μακιγιάζ (απεχθάνεται το βάψιμο και προτιμά τη φυσική όψη του προσώπου της, χώρια που, αν τελικά τα χρησιμοποιούσε, κατά πάσα πιθανότητα θα βαφόταν θα ξεβαφόταν πάνω του, και η αλήθεια είναι ότι και ο ίδιος προτιμούσε τη φυσική όψη του δικού του προσώπου),

αρώματα (πάσχει από υπεροσμία και δεν ανέχεται καμία έντονη μυρωδιά),

αρωματικά κεριά (πέραν της υπεροσμίας, της θυμίζουν επισκέψεις στην εκκλησία, γάμους, βαφτίσεις, κηδείες, πυρκαγιές, καντήλια με φλογίτσες που τρεμοπαίζουν σαν την ανά πάσα στιγμή έτοιμη να εξαλειφθεί ανθρώπινη ζωή, ενώ επιπλέον της θυμίζουν την υποκρισία στην οργανωμένη πίστη, στους θεσμούς και στους ασφυκτικούς δεσμούς),

άλατα για το μπάνιο (είναι υπέρμαχος της εξοικονόμησης νερού, και αν τον έβλεπε δίπλα σε μια γεμάτη μπανιέρα μάλλον θα τον έπνιγε σε αυτή),

βιβλία (έχει ένα βουνό από αδιάβαστα βιβλία, οπότε ένα ακόμη τέτοιο θα επέτεινε το άγχος της σχετικά με την αδυναμία να προλάβει να διαβάσει όλα όσα έχει ήδη στο σπίτι πριν εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο· άλλο ένα θα αποτελούσε μια ακόμη υποχρέωση στην οποία θα ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να αντεπεξέλθει, αφού κάθε νέο βιβλίο αποτελούσε για εκείνη μια εξαρχής χαμένη μάχη, ένα γκολ από τα αποδυτήρια),

κοσμήματα (δεν φοράει ποτέ, επειδή θεωρεί ότι λειτουργούν ως αντιπερισπασμός για το ανθρώπινο βλέμμα και ως μέσο επίδειξης, ενώ η ίδια όχι μόνο είναι ταπεινή, αλλά δεν έχει τίποτα να κρύψει),

ρούχα (παρότι διαμαρτύρεται καθημερινά ότι δεν έχει τίποτα να φορέσει, όποτε έκανε το λάθος να της αγοράσει κάποιο ρούχο δεν την είδε ποτέ να το φοράει, οπότε υποψιαζόταν πως είτε τα επιστρέφει χωρίς να του το πει και αγοράζει κάτι άλλο, είτε τα έχει όλα καταχωνιασμένα σε μια γωνιά της ντουλάπας της, μαζί με άλλα πράγματα που μπορεί να απεχθάνεται),

ρολόι (είναι σε μια ηλικία που η σκέψη ότι ο χρόνος κυλάει και η ίδια μεγαλώνει και φθείρεται της προκαλεί βαθιά στεναχώρια· ακόμη και η αγορά ενός ρολογιού με ξεριζωμένους δείκτες θα της προκαλούσε μια σειρά δυσάρεστων συνειρμών),

παπούτσια (δεν μπορεί ούτε η ίδια να αποφασίσει τι παπούτσια της αρέσουν και όταν τελικά βρίσκει κάτι έχει τη συνήθεια να αγοράζει δυο πανομοιότυπα ζευγάρια, ώστε να έχει ρεζέρβα, με αποτέλεσμα η αποθήκη τους να έχει γεμίσει με ένα σωρό κουτιά αφόρετων υποδημάτων, ορισμένα εκ των οποίων δεν θα γνωρίσουν ποτέ ανθρώπινα δάκτυλα, ούτε θα πατήσουν σε οδόστρωμα),

κρέμες προσώπου (είναι όμως πολύ νέος για να πεθάνει από ίδια της τα χέρια, αφού ένα τέτοιο δώρο θα εκλαμβανόταν από την καλή του ως υπόνοια ότι οι ρυτίδες της τον ενοχλούσαν και ότι για να αντέχει να την κοιτάζει θα προτιμούσε να τις εξαφανίσει),

διακοσμητικά για το σπίτι (αφού έμεναν μαζί, αν έπαιρνε κάτι που θα του άρεσε θα ήταν σαν να είχε κάνει δώρο και στον εαυτό του, εκτός αν ορκιζόταν να μην κοιτάζει ποτέ το δώρο της, γεγονός που σημαίνει ότι θα έπρεπε να έχει μονίμως τον νου του στο να αποστρέφει το βλέμμα του από το σημείο όπου εκείνη θα το τοποθετούσε, δυσκολεύοντας την καθημερινή του κίνηση στο σπίτι),

γεύμα σε ένα πολυτελές εστιατόριο (εκείνη όμως έχει αρχίσει να ανησυχεί για το βάρος της τελευταία και θα τον κατηγορούσε πως δυναμιτίζει την προσπάθειά της να αδυνατίσει, πάει να πει ότι δεν νοιάζεται αρκετά για αυτήν και δεν την υποστηρίζει όπως θα έπρεπε),

λουλούδια (τα άνθη πεθαίνουν πολύ γρήγορα, μαραίνονται μετά από λίγο καιρό, και η εικόνα τους καθώς θα γέρνουν μέσα στο βάζο χάνοντας σταδιακά τα πέταλα και το χρώμα τους, καταδικασμένα σε αργό θάνατο για δική τους ευχαρίστηση, δεν αποκλείεται να της προκαλούσε θλίψη ή να της φέρει στο μυαλό τη σε σταθερή πτωτική πορεία ερωτική τους ζωή),

πιτζάμες ή παντόφλες (βέβαια με αυτόν τον τρόπο σίγουρα θα την έκανε να αισθανθεί πως έχει μεγαλώσει, αφού και η ίδια συστηματικά τέτοια πράγματα έκανε δώρο στους γονείς της, και είναι αλήθεια ότι όταν είχε ξεκινήσει να τους αγοράζει πιτζάμες και παντόφλες, ο πατέρας και η μητέρα της βρίσκονταν στην ηλικία που είχε πλέον η ίδια).

Τελικά, φέρνοντας στο μυαλό του πώς τον τελευταίο καιρό η συνύπαρξή τους στο σπίτι προσέφερε και στους δυο ένα μεγάλο πλήθος από αφορμές για μικροκαβγάδες, που είχαν σαν τελικό αποτέλεσμα να αποφεύγουν όλο και περισσότερο να συναντιούνται ή να συζητούν για οτιδήποτε πέρα από ανώδυνα ζητήματα με πρακτικές κυρίως διαστάσεις, αποφάσισε να καινοτομήσει. Η ιδέα του ήρθε ξαφνικά και τον γέμισε ικανοποίηση. Εκείνα τα Χριστούγεννα θα κατάφερνε να την εκπλήξει!

«Χρόνια πολλά! Αυτό, αγάπη μου, είναι το χριστουγεννιάτικο δώρο σου», είπε τρυφερά και της παρέδωσε έναν φάκελο.

«Τι είναι;»

«Άνοιξε να δεις», της απάντησε χαμογελώντας.

«Ένα αεροπορικό εισιτήριο για τη Φινλανδία! Δεν το πιστεύω, σε ευχαριστώ πολύ! Μα, γιατί ένα, δεν θέλεις να πάμε μαζί;»

«Για κοίταξε πιο προσεκτικά», της είπε, με το χαμόγελό του να γίνεται ακόμη πιο πλατύ.

«Για ένα λεπτό, αυτό το εισιτήριο είναι στο δικό σου όνομα!»

«Ακριβώς! Αυτό είναι το χριστουγεννιάτικο δώρο μου για εσένα φέτος! Αποφάσισα να σου προσφέρω μια εβδομάδα μακριά μου. Μια εβδομάδα κατά την οποία δεν θα με έχεις μέσα στα πόδια σου, δεν θα χρειάζεται να με σκέφτεσαι ή να ακούς τα σχόλια ή την κριτική μου σε ό,τι κάνεις. Σου προσφέρω, λοιπόν, την απουσία μου! Τη Δευτέρα φεύγω. Λοιπόν, τι λες; Τι ψάχνεις στον φάκελο;»

«Την καρτούλα αλλαγής, φυσικά.»

«Θέλεις να γυρίσεις το εισιτήριο στο δικό σου όνομα;»

«Όχι, αγάπη μου, το δώρο δεν δωρίζεται, απλώς τον προορισμό θέλω να αλλάξω. Είμαι σίγουρη ότι θα περάσεις πολύ ωραία τέτοια εποχή στη Σιβηρία…»

Αχιλλέας ΙΙΙ

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top