Από την ώρα που τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου του Πάνου Ιωαννίδη, «Οι γυναίκες που φορούσαν τα μαύρα» (Εκδόσεις Κέδρος) έχουν συντελεστεί δύο ακόμη γυνακοκτονίες. Έτσι έχουμε φτάσει σε έντεκα μήνες του 2024 να μετράμε 12 δολοφονημένες από τους συζύγους/συντρόφους τους.
Προφανώς η παρατήρηση αυτή δεν κάνει καλύτερο ένα βιβλίο. Χρειάζεται όμως, να την καταγράψω, για να μπει κάνεις στον κόσμο που έχει τόσο άρτια έχει φτιάξει ο Πάνος Ιωαννίδης. Προσωπικά, ως πρώτη φορά αναγνώστης του έχω στα χέρια μου ένα σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα με έντονα τα στοιχεία του κοινωνικού νουάρ, μεσογειακού νουάρ, ό,τι ταμπέλα θες βάλε. Μια συγκλονιστική ιστορία που θα μπορούσε να έχει συμβεί.
«Οι γυναίκες που φορούσαν τα μαύρα» είναι μια «παρουσιολόγιο» της σκληρής πραγματικότητας που κάποιοι κάνουν ότι δεν τους αφορά, δεν τους αγγίζει, κι όμως είναι παρούσα με τον πιο σκληρό και απάνθρωπο τρόπο.
Ο λόγος, οι χαρακτήρες και οι περιγραφές του ο Πάνου Ιωαννίδη, δημιουργούν ένα κινηματογραφικό story board και παγιδεύουν τον αναγνώστη σε μια ιστορία τόσο σύγχρονη και τόσο ζωντανή που αφήνεις το βιβλίο μόνο όταν φτάσεις στην τελευταία σελίδα.
Ο Πέτρος Ριβέρης, οι γυναίκες και οι άντρες ήρωες του βιβλίου περιβάλλονται, ζουν, αναπνέουν και πεθαίνουν σε μια πόλη, τη Θεσσαλονίκη που ο συγγραφέας μας δείχνει με όλους τους τρόπους ότι τη λατρεύει και την καθιστά έναν ακόμη «ήρωα» της ιστορίας που έχει έντεχνα και απολαυστικά υφάνει!
Είναι καλύτερα όμως να μας μιλήσει για το βιβλίο του, και όχι μόνο γι’ αυτό. ο ίδιος ο συγγραφέας, τον οποίο και ευχαριστώ για τον χρόνο που μου αφιέρωσε!
Έχεις φτιάξει μια ιστορία με πολλά κοινωνικά πλοκάμια – αν και μας λες δυο λόγια στις Ευχαριστίες – πώς άρχισε να υφαίνεται ο ιστός των ιστοριών που περιέχονται στο μυθιστόρημα – Πόσο σε επηρέασαν οι «συνεντεύξεις» με τις γυναίκες που έκανες;
Ήθελα να γράψω μια ιστορία για μια δολοφονία που σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, τα κίνητρα της θα ήταν ερωτικά. Να φύγω κάπως από το πολιτικό και κοινωνικό νουάρ. Ήθελα επίσης η ιστορία να συμβαίνει σε μια λαϊκή γειτονιά της Θεσσαλονίκης, όχι στα ευκατάστατα προάστια. Μια ιστορία με μια κομμώτρια και έναν χασάπη, ας πούμε. Οι «συνεντεύξεις» με τις τέσσερις καταπληκτικές κυρίες με επηρέασαν πολύ· κυρίως όσον αφορά την ενσυναίσθηση που μου πρόσφεραν οι ιστορίες που μου αφηγήθηκαν ωθώντας με να καταλάβω καλύτερα τη γυναικεία φύση, η οποία πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα με τον ένα ή τον άλλον τρόπο. Χωρίς αυτές τις γυναίκες και τις πολύ προσωπικές τους ιστορίες θα γραφόταν άλλο βιβλίο.
Πιστεύεις ότι η νομική καθιέρωση του όρου γυναικοκτονία είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση των σχετικών εγκληματικών πράξεων;
Αναμφίβολα, ναι. Οι γυναίκες που έχουν χάσει τη ζωή τους από το χέρι ενός συζύγου, συντρόφου, εραστή, την έχασαν λόγω του φύλου τους. Θέλω να πω, πως αν δεν ήταν γυναίκες, οι δολοφόνοι δεν θα τις θεωρούσαν κτήμα τους, ούτως ώστε να φτάσουν μέχρι το τέλος, την αποτρόπαια πράξη του φόνου δηλαδή. Αυτό συμβαίνει γιατί εκείνοι που αφαιρούν τις ζωές γυναικών, δεν μπορούν να διανοηθούν ότι οι γυναίκες τους μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτούς. Οπότε επιλέγουν να τις σκοτώσουν γιατί θεωρούν ότι η γυναίκα τους ανήκει. Αλλά, ακόμη και αν δούμε το πράγμα από τα πριν, εύκολα μπορούμε να κατανοήσουμε, ότι η υποβάθμιση της αξιοπρέπειας των θυμάτων στην σχέση τους ή στην οικογενειακή εστία, προέκυψε ακριβώς λόγω του φύλου τους. Οι άντρες και οι σύντροφοι τους, φερόταν όπως φερόταν γιατί απέναντι τους είχαν γυναίκες που σύμφωνα με την πατριαρχική ιδεοληψία τους, τους ανήκαν. Με βάση όλα αυτά, συνοψίζω ότι η νομική καθιέρωση του όρου γυναικοκτονία, είναι απαραίτητη, αφενός για λόγους καταστολής, αλλά και για λόγους πρόληψης του δυσάρεστου αυτού φαινομένου.
Ποιο κομμάτι του βιβλίου σε δυσκόλεψε περισσότερο;
Το τελευταίο μέρος του. Όχι τόσο για το τι θα γινόταν στην εξέλιξη του και στο κλείσιμο του. Άλλωστε, το μυθιστόρημα με πήγαινε εκεί που άξιζε να πάει και να ειπωθούν αυτά που ήταν να ειπωθούν. Η δυσκολία έγκειτο στο να δουλευτεί όσο πιο λεπτεπίλεπτα γινόταν, ώστε να αναδειχτούν όλες οι πτυχές του. Η επιμέλεια της κυρίας Μαρίας Σπανάκη, ήταν ένα σημαντικό χέρι βοηθείας.
Η περιγραφή των πτωμάτων που δείχνει πώς έγιναν οι φόνοι, που περιγράφεις, έχουν πολύ σπλάτερ στοιχείο. Σκέφτηκες να το απαλύνεις σε κάποια από τις διορθώσεις του κειμένου σου;
Χαίρομαι που παρατηρείς κάτι τέτοιο, καθότι μέχρι τώρα απέφευγα αυτού του είδους τις περιγραφές. Ωστόσο εδώ επιλέχθηκαν, για έναν και μόνο λόγο: για να φανεί και να αναδειχθεί η σκληρότητα αυτού του θέματος, που κατά βάθος καίει την ελληνική κοινωνία. Οι περιγραφές των νεκρών αποσκοπούν στο να δείξουν ότι η βία προκαλεί νέα βία δημιουργώντας έναν ατελέσφορο φαύλο κύκλο όπου το πρόβλημα αναπαράγεται και δεν λύνεται.
Η Θεσσαλονίκη απλώνεται στον αναγνώστη, σα μια δευτεραγωνίστρια στο «καστ» των ηρώων του βιβλίου σου. Άραγε ο Πέτρος Ριβέρης θα μπορούσε να μετακομίσει σε άλλη πόλη ή είναι από τα ατού του το περιβάλλον αυτό;
Δεν νομίζω ότι θα μετακομίσει μόνιμα σε άλλη πόλη. Δεν του πάει, δεν το θέλει, δεν μπορεί να λειτουργήσει εκτός αυτής της πλανεύτρας μεσογειακής πόλης. Γι’ αυτό και δεν ακολούθησε την πρώην συμβία του Αύρα Συκουτρή στο φευγιό της στο εξωτερικό. Εντούτοις, στην επόμενη περιπέτεια του, θα επιχειρήσει ένα προσωρινό κατέβασμα στην Αθήνα, για να μιλήσει με κάποιους ανθρώπους εκεί και να λύσει την καινούρια υπόθεση που θα αναλάβει.

Τι ενοχλεί εσένα αλλά και τον Ριβέρη στη Θεσσαλονίκη;
Ξεκαθαρίζω ότι εγώ δεν είμαι ο Πέτρος Ριβέρης, αν και είναι στιγμές που πολύ θα το ήθελα! Με ενοχλεί η στενομυαλιά που επικρατεί, σε ανώτερο επίπεδο τουλάχιστον, και η οποία διαχέεται σαν ίωση προς τα κάτω. Ενώ πρόκειται για μια τόσο όμορφη πόλη, ο κωμικοτραγικός ρόλος της «συμπρωτεύουσας» που της έχει αποδοθεί, της κάνει κακό, γιατί τη θέτει σε ένα καθεστώς σύγκρισης με την πρωτεύουσα. Και ενώ η ανθρωπιά κυριαρχεί ακόμη στην πόλη, ίσως γιατί είναι προσφυγομάνα, δεν έχει γίνει αποδεκτή η πολυπολιτισμική ιστορία της Θεσσαλονίκης, κάτι που θα διεύρυνε την οπτική μας στα πράγματα, παρά τις αξιέπαινες προσπάθειες του δημάρχου Μπουτάρη. Από την άλλη πλευρά, ο Πέτρος Ριβέρης ενοχλείται από την αδικία που επικρατεί, και το γεγονός ότι ο κόσμος ενώ στη βάση του έχει πολλές ευαισθησίες δεν αντιδρά όσο μπορεί. Τον ενοχλεί επίσης που η πόλη έχει μπουκώσει από τις αμέτρητες υποσχέσεις που ακούει κάθε Σεπτέμβρη από τους αρμόδιους που ανεβαίνουν από την Αθήνα στη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης και υλοποιούνται ελάχιστες εξ αυτών.
Θα μπορούσε ο Πέτρος Ριβέρης να κάτσει …φρόνιμα;
Με τίποτα. Δεν είναι το στυλ του. Συνηθίζει να φτάνει μέχρι το τέλος, ότι και αν γίνει. Όταν οι άλλοι σταματούν εκείνος συνεχίζει. Και όπως συνηθίζει να λέει στον καθρέφτη του, «το μπλέξιμο είναι η ειδικότητα σου». Ίσως στα γεράματα του, ποιος ξέρει; Αλλά μέχρι τότε, έχει πολλές ιστορίες να μας αφηγηθεί.
(χωρίς να κάνουμε μεγάλο σπόιλερ) Θα συνεχίσει ο έρωτας του Ριβέρη που άρχισε στις «γυναίκες που φορούσαν τα μαύρα»;
Δύσκολα, γιατί θα αποφασίσει να φύγει ένα μεγάλο ταξίδι αυτογνωσίας στο εξωτερικό, λίγο πριν την επιβολή της καραντίνας λόγω του κορονοϊού. Ωστόσο, οι έρωτες δύσκολα ξεχνιούνται εντελώς από εκείνους που μοιράστηκαν κάτι από την σκοτεινή ομορφιά τους.
Πες μας πώς είναι ο χρόνος σου αφού παραδώσεις το χειρόγραφό σου στον εκδότη; Πώς είναι ένα 24ωρο σου;
Το διάστημα της αναμονής για την έκδοση ενός βιβλίου, είναι το χειρότερο κατά την άποψη μου για έναν συγγραφέα. Η συνεχής αγωνία, αντισταθμίζεται εν μέρει από τη διαδικασία της διόρθωσης του μυθιστορήματος, κουραστική μεν, απαραίτητη δε, η οποία σε φέρνει αντιμέτωπο με το αντικείμενο της δημιουργίας σου. Τότε καταλαβαίνεις πόσο έχεις αγαπήσει το έργο σου και γιατί το έχεις γράψει.
Σχετικά με το εικοσιτετράωρο μου: Έγερση στις έξι και μισή περίπου για να πάω στη δουλειά μου. Γυρίζω γύρω στις τέσσερις και αφού φάμε οικογενειακώς, είτε γράφω, είτε πηγαίνω τον γιο μου στην ομάδα μπάσκετ που παίζει. Στη δεύτερη περίπτωση θα γράψω μετά, αφού επιστρέψουμε, ή αν επείγει θα πάρω το λάπτοπ και να γράψω στο αυτοκίνητο όταν τον περιμένω. Το βράδυ θα δω κάποια ταινία ή καμιά καλή αστυνομική σειρά παρέα με την σύντροφο μου. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, θα πέσω για ύπνο. Ενδιάμεσα, θα έχω ακούσει μουσική, και θα διαβάσω όσο περισσότερο μπορώ.
«Γράφω για να …» – Συμπλήρωσε μου τη φράση
Γράφω για να συμπληρώσω τα κενά. Του κόσμου που δεν είναι ποτέ αρκετός, και τα δικά μου κενά που με βασανίζουν και με κάνουν μερικές φορές να ξυπνώ τρομαγμένος μην πέσω. Γράφω για να δείξω ότι η πικρή ζωή, γεμίζει με την τέχνη και με τίποτε άλλο. Γράφω για να μάθω καλύτερα τον εαυτό μου, και να τον συναντήσω στην πιο πλήρη εκδοχή του. Γράφω πάντα για κάποιον ή για κάποια. Γράφω για εκείνους των οποίων η φωνή φωνάζει να ακουστεί. Γράφω για τους φίλους μου. Γράφω γιατί το να κάνω τέχνη, είναι συνθήκη επιβίωσης.
Πότε ξέρεις ότι είσαι έτοιμος να γράψεις το επόμενο βιβλίο σου, την νέα ιστορία σου;
Όταν εμφανιστεί στο μέσα βλέμμα μου εκείνη η εικόνα, η τόσο επίμονη, που δεν θα με αφήνει ήσυχο. Που θα με επισκέπτεται όταν ξυπνάω, όταν είμαι αφηρημένος και όταν περπατώ πάνω στο όμορφο κορμί της Θεσσαλονίκης παρατηρώντας και νιώθοντας την πόλη να κυλάει στο πνεύμα μου. Εκείνη την εικόνα που μου λέει, κάτι συμβαίνει εδώ δες ποια ιστορία κρύβεται από πίσω μου.

Θα ήθελα να μας δώσεις ένα βιογραφικό σου μέσα από πέντε βιβλία και πέντε τραγούδια
Οι ακυβέρνητες πολιτείες (όλη η τριλογία)- Στρατής Τσίρκας
Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ– Χόρχε Σεμπρούν
Οι θάλασσες του Νότου-Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν
Το μαύρο βιβλίο– Ορχάν Παμούκ
Οι υπνοβάτες (όλη η τριλογία)-Χέρμαν Μπροχ
Guilty pleasures-Deus
Kool thing-Sonic Youth
Laika-Arcade fire
Δεν χωράς πουθενά-Τρύπες
This big hush-Shriekback
Τι φοβάσαι και πώς αντιμετωπίζεις τους φόβους σου;
Όπως όλοι οι άνθρωποι, φοβάμαι μη χάσω τους αγαπημένους οικείους μου. Έτσι φροντίζω να περνώ όσο το δυνατόν ποιοτικότερο χρόνο μαζί τους. Φοβάμαι επίσης μη μετατραπεί η κοινωνία σε μια απέραντη ζούγκλα, όπου η ανθρωπιά θα αποτιμάται πολύ ακριβά. Προσπαθώ να είμαι ένας διανοούμενος που νοιάζεται για τα res publica και να δρα όσο μπορεί. Φοβάμαι επίσης, μην σκοτωθώ σε τροχαίο. Ακολουθώ την συμβουλή του πατέρα μου ότι ο δρόμος είναι ένα δημόσιο αγαθό και όχι η αυλή μας.








