Οι «Άγνωστες λέξεις» της Σοφίας Αυγερινού (Εκδόσεις Πόλις) είναι μια συνταρακτική νουβέλα για τη μνήμη, και τον τρόπο που η συναισθηματική ταύτιση και οι λέξεις ή η απουσία τους καθορίζουν, στιγματίζουν, επηρεάζουν τους χαρακτήρες.
Οι ήρωες της Αυγερινού είναι άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη που τους καθιστά ανήμπορους να βγουν από τη συντριβή και τη «σιωπή» τους.
Μια ξαδέλφη, με το αίσθημα του καθήκοντος τόσο έντονα περασμένο μέσα της που νομίζει ότι είναι ένας υπεράνθρωπος στην υπηρεσία των πάντων. Ο ξάδελφος που σιωπηλός γράφει λέξεις σε χαρτάκια ποστ-ιτ, ένας άνθρωπος της σιωπής που ζει με δύο τυφλούς γονείς χωρίς καμία επικοινωνία μεταξύ τους. Υπάρχει και η μητέρα της ξαδέλφης σκληρή και δεσποτική.
Το σύμπαν που έχει φτιάξει η συγγραφέας στις «Άγνωστες λέξεις» είναι ακραίο αλλά τελικά μπορεί να πει κάποιος είναι υπαρκτό αν το δεις υπό το πρίσμα των διαπροσωπικών σχέσεων και της έλλειψης, όχι μόνο της λεκτικής, επικοινωνίας. Η λέξη που απεγνωσμένα αναζητά για να του αλλάξει ή λυτρώσει τη ζωή του ο εξάδελφος είναι αυτό που τελικά αναζητούμε όλοι για να είμαστε λίγο πιο ισορροπημένοι στην καθημερινότητά μας.
Η αναπηρία των γονιών του ήρωα λειτουργεί συμβολικά – όπως μας λέει και η ίδια η συγγραφέας στη συνέντευξη που ακολουθεί – και κρύβει τη βαθιά ουσία του έργου που κατά τη γνώμη μου είναι ότι χωρίς ψυχική επικοινωνία οι λέξεις δεν επαρκούν, δεν υπάρχουν και εν τέλει χάνονται και γίνονται άγνωστες, απροσπέλαστες και αχρείαστες.
Στο βιβλίο σας υπάρχουν οι ήρωες που νοσούν – ψυχικά. Πώς γεννήθηκε η ιδέα;
Ίσως η λογοτεχνία να είναι, ούτως ή άλλως, ένας λόγος περί της απόκλισης και της αποτυχίας, γιατί η ευνοϊκή πορεία, η αποκαλούμενη ευτυχία, συνήθως δεν προσφέρεται ως αντικείμενο της αφήγησης ή της ποίησης. Θέμα μου πάντως δεν είναι η νοσηρή κατάσταση καθ’ αυτή, αλλά ως απεικόνιση των διαστρεβλωμένων ανθρώπινων σχέσεων και ως έκφραση της έλλειψης επικοινωνίας. Η ιδέα της νουβέλας προέκυψε από μια εικόνα – τα κίτρινα χαρτάκια με τις ακατανόητες λέξεις επάνω στο ψυγείο. Οι λειψές λέξεις του πρωταγωνιστή, οι αλλόκοτες ζωγραφιές των γονέων του, είναι αποτυχημένες προσπάθειες να βγουν από τη μοναξιά τους και να περιγράψουν τον κόσμο στον εαυτό τους και στους άλλους.
Οι λέξεις που δε μας έρχονται στο μυαλό πόσο μπελάς μπορούν να γίνουν;
Συνήθως οι λέξεις που γνωρίζουμε ότι υπάρχουν στο μυαλό μας, αλλά δεν μπορούμε ενεργητικά να τις ανακαλέσουμε μια συγκεκριμένη στιγμή μας γεννούν ένα αίσθημα βαθιάς ανημπόριας, λες και η γλώσσα είναι το προνομιακό πεδίο της μνήμης, η μεγάλη δοκιμασία της. Δεν είναι ίδια η δυσφορία όταν ξεχνάμε ένα πρόσωπο ή μια οσμή, όσο όταν δεν μπορούμε να θυμηθούμε ένα όνομα. Ίσως γιατί η «γλωσσική αμνησία» μάς θυμίζει πως ό,τι θεωρούμε ανώτερο μέσα μας, ο νους και ο λόγος, μπορεί να αποτύχει. Τότε νιώθουμε, νομίζω, έκθετοι, το κενό της γλώσσας σημαίνει μια λευκή κηλίδα, ένα σημείο όπου, κατά κάποιον τρόπο, δεν υπάρχουμε.

Έχετε βρεθεί σε αδυναμία να θυμηθείτε μια λέξη και να «τρομάξετε» για το μικρό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι να αναδυθεί;
Το περασμένο καλοκαίρι αγόρασα ένα παγωτό από το περίπτερο και, πληρώνοντάς το, θέλησα να ζητήσω ένα κουταλάκι μιας χρήσεως. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα αυτό τον γλωσσικό τρόμο, έστεκα μπροστά στον άνθρωπο και άνοιγα το στόμα προσπαθώντας να ξεστομίσω τη σωστή λέξη και δεν έβρισκα τίποτε να πω. Ένιωσα μεγάλη ντροπή και αδυναμία, λες και είχα αναπάντεχα βρεθεί στο επίπεδο μιας άλογης ύπαρξης. Είναι πολύ λεπτή η γραμμή που μας χωρίζει από αυτό το μη έλλογο και προξενεί φόβο.
Η αναπηρία των γονιών του κεντρικού ήρωά σας αντιμετωπίζεται στο βιβλίο με έναν συμβολικό τρόπο – κατά τη γνώμη μου – στο χτίσιμο της σχέσης γονιών-παιδιού. Τι δε «βλέπουν» οι γονείς στα παιδιά τους και κατακερματίζονται οι σχέσεις;
Ναι, έχετε δίκιο. Η αναπηρία των γονέων είναι και συμβολική, γιατί σημαίνει πως δεν έχουν καμία γέφυρα που να τους ενώνει με το παιδί τους. Δεν το ακούν, δεν το αγγίζουν, δεν συμμετέχουν καθόλου στη ζωή του. Από την άποψη αυτή δεν είναι η αναπηρία το βασικό τους πρόβλημα, αλλά το ότι έχουν υψώσει έναν τοίχο, είναι κυριολεκτικά κλεισμένοι στον εαυτό τους. Έτσι, οι κατεστραμμένες σχέσεις αρχίζουν να εκδηλώνονται με τη μορφή μιας ασθένειας του λόγου, μιας «κατεστραμμένης» γλώσσας.
Η ψυχική υγεία του ήρωά σας θρυμματίζεται όλο και περισσότερο όσο προχωράει η εξέλιξη της ιστορίας. Πώς φτιάξατε αυτόν τον χαρακτήρα και τι θέλετε να επικοινωνήσετε μέσω αυτού;
Ο πρωταγωνιστής είναι μια περιφερόμενη σιωπή. Η σιωπή του έρχεται σε συνειδητή αντίθεση με την πλημμύρα των λανθασμένων λέξεων που βγαίνουν από μέσα του. Προέκυψε πολύ φυσικά από την αρχική εικόνα που γέννησε την αφήγηση, τα κίτρινα χαρτάκια με τις λέξεις. Ο δημιουργός τους θα έπρεπε να είναι μια προσωπικότητα στα όρια, γιατί με κάποιον τρόπο επιχειρεί να γεφυρώσει τους κόσμους που ανοίγονται στη νουβέλα, τον δικό μας και τον «κόσμο της παραφροσύνης».
Η εξαδέλφη, που συντρίβεται κι αυτή μέσα από τη σχέση της με τον ήρωα, την δεσποτική μητέρα και τους δύο τυφλούς θείους, τι συμβολίζει.
Δεν συμβολίζει κάτι, αυτό που κυρίως τη συντρίβει δεν είναι οι άλλοι, αλλά ο εαυτός της, με όλη αυτή την υπέρμετρη αίσθηση της ευθύνης, το «σύνδρομο του σωτήρα», όπως λέει σαρκαστικά η ίδια. Παρουσιάζεται ως – και σε μεγάλο βαθμό είναι – η φωνή της λογικής, του καθήκοντος και του μέτρου, φαινομενικά ανεπηρέαστη από τις «τρέλες» των δικών της, αλλά κρύβει μέσα της βαθιά τραύματα και μια τεράστια ανάγκη να ξεκινήσει απ’ την αρχή. Με τον δικό της τρόπο ψάχνει κι αυτή να βρει μια λέξη που «θα της αλλάξει τη ζωή».
Αν την είχατε φίλη, τι θα τη συμβουλεύατε;
Είναι εύκολο να δίνεις συμβουλές, όταν είσαι παρατηρητής της ζωής των άλλων. Είναι εύκολο να λες «κοίτα τον εαυτό σου», «καιρός να ζήσεις κι εσύ», «άλλαξε σπίτι, άλλαξε πόλη, άλλαξε δουλειά», «άσε το παρελθόν», «απομακρύνσου από τους τοξικούς ανθρώπους». Να, κάπως έτσι δεν είναι οι συμβουλές μας; Απλές και ανεφάρμοστες. Στην πραγματικότητα ο χαρακτήρας μας έχει διαμορφώσει ένα πλαίσιο από συμπεριφορές και επιλογές που έχουν σχεδόν τη θέση της μοίρας και θα δυσκολευόμουν να πω σε κάποιον άνθρωπο που ξέρω ότι έχει ισχυρή αίσθηση καθήκοντος «παράτησέ τα όλα και φύγε». Από την άλλη μπορεί ο άνθρωπος να καταλήξει έτσι αιχμάλωτος του εαυτού του. Νομίζω όμως ότι η ηρωίδα αντλεί θάρρος και αυτοεκτίμηση από τον ρόλο που έχει αναλάβει, αυτός είναι πλέον μέρος της εικόνας που έχει για τον εαυτό της, οπότε, απλώς θα την άκουγα στ’ αλήθεια – γιατί αυτό μας λείπει και όχι οι συμβουλές – και νομίζω ότι, μέσα από την εξομολόγηση αυτή, θα έβρισκε μόνη της την ανεπαίσθητη κίνηση που χρειάζεται για να πάρει η ζωή άλλη χροιά.
Πώς προκύπτει η συγγραφή μετά τη μετάφραση – Πέραν του βιοπορισμού – ποια ανάγκη σας καλύπτει;
Η συγγραφή υπήρχε πριν από κάθε σκέψη για μετάφραση, εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Φυσικά, όταν ο άνθρωπος που γράφει νιώθει ξάφνου ότι αυτό που γράφει δεν είναι μόνο για τον εαυτό του, επιδιώκει το άνοιγμα σ’ ένα αναγνωστικό κοινό, τη δημιουργία ενός δίαυλου επικοινωνίας. Για μένα το άνοιγμα αυτό συνέβη το 2003, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο μου μυθιστόρημα. Έκτοτε δημοσίευσα άλλα δύο μυθιστορήματα και τα τελευταία δέκα χρόνια πειραματίζομαι με τη λεγόμενη μικρή φόρμα. Η γραφή λειτουργεί ούτως ή άλλως θεραπευτικά και σε κάποιες περιπτώσεις αυτές οι δύο λειτουργίες, η θεραπεία και η επικοινωνία, βρίσκουν την ιδανική τους έκφραση σ’ ένα λογοτεχνικό έργο που νιώθεις πως έχει κάτι να πει, όπως και έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο για να το πει. Ας μην ξεχνάμε, η λογοτεχνία δεν είναι τόσο το τι, όσο το πώς.

Ποιο έργο θέλετε να μεταφράσετε και ακόμη δεν έχετε καταφέρει να αναμετρηθείτε μαζί του;
Μέχρι στιγμής είμαι τυχερή, γιατί έχω πραγματοποιήσει ή πρόκειται να πραγματοποιήσω πολλά μεταφραστικά μου όνειρα. Θα ήθελα στο μέλλον να βρω ακόμη περισσότερο πρόσφορο έδαφος για κλασικά έργα, ιδίως των αρχών του 19ου αιώνα (για παράδειγμα Σίλλερ και Πούσκιν), που οι μεταφράσεις τους έχουν γίνει πριν από 50 ή και 100 χρόνια. Νομίζω πως η κλασική λογοτεχνία έχει πάντα τη θέση της πλάι στα σύγχρονα έργα, κάποια από τα οποία αξίζουν να μείνουν, ενώ άλλα έρχονται και παρέρχονται. Είναι κάτι που δεν παλιώνει ποτέ και πάντα μπορούμε να το δούμε με νέο μάτι.
Πώς τοποθετείστε στο κοινώς λεγόμενο: «οι Έλληνες δε διαβάζουν»; Ισχύει;
Φυσικά και ισχύει. Είναι έτσι κι αλλιώς λίγοι αυτοί που διαβάζουν ένα βιβλίο στο τρένο, ας πούμε. Και υπάρχει μια πολύ μικρή μερίδα αναγνωστών που είναι πραγματικοί γνώστες, επιλέγουν με κριτήρια, αξιολογούν, ακόμη και προτείνουν. Ο αριθμός των βιβλίων, αντιθέτως, είναι πολύ μεγάλος. Είναι μια εποχή που ευνοεί την έκφραση με γραπτό λόγο, σε πείσμα (ή εξαιτίας;) της ευκολίας και της ταχύτητας των μέσων δικτύωσης, αλλά μένει να δούμε πόσο θα αντέξει. Το ζητούμενο είναι να διαμορφωθεί η επόμενη γενιά αναγνωστών, γιατί εκεί θα κριθεί το παιχνίδι.
Ποιο βιβλίο έχετε ως σημείο αναφοράς και ποιοι λόγοι μπορεί να σας κάνουν να ανατρέξετε σ’ αυτό;
Υπάρχουν δύο βιβλία που ανοίγω πολλές φορές σε μια τυχαία σελίδα και πάντα ωφελούμαι από αυτά: το Έγκλημα και τιμωρία και τα Άπαντα του Χαίλντερλιν.
Θα μας συστηθείτε μέσα από πέντε βιβλία;
Πέντε βιβλία που διάβασα τον τελευταίο χρόνο:
- Το κιβώτιο, του Άρη Αλεξάνδρου (εκδ. Κέδρος): για μένα, το κορυφαίο μυθιστόρημα του ελληνικού 20ου αιώνα
- Herscht 07769, του Λάσλο Κρασναχορκάι (μετ. Μανουέλα Μπέρκι, εκδ. Πόλις): το παραμύθι για το παιδί που μεγάλωσε με τους λύκους, ειπωμένο αλλιώς
- Η βουή και η μανία, του Γουίλιαμ Φώκνερ (μετ. Παύλος Μάτεσις, εκδ. Καστανιώτη): απλώς απίστευτη η πρωτεϊκότητα, το εύρος και το βάθος της αφήγησης
- Αντιαφηγήσεις, του Τζον Κιιν (μετ. Γιώργος Μαραγκός, εκδ. Loggia): απρόσμενη ανακάλυψη ή πώς η αθέατη πλευρά της ιστορίας γίνεται λογοτεχνία
- Oh, Canada, του Ράσελ Μπανκς (μετ. Άννα Μαραγκάκη, εκδ. Πόλις): ένα βαθιά συγκινητικό βιβλίο για τα θεμελιώδη ψεύδη της ζωής μας
Τι φοβάστε και πώς αντιμετωπίζετε τους φόβους σας;
Φοβάμαι τη μέρα που θα πάψω να καταλαβαίνω τον κόσμο (ναι, παίζω λιγάκι με το βιβλίο του Λαμπατούτ, αλλά ισχύει). Πώς το αντιμετωπίζω; Με πολύ πείσμα.
Γιάννης Καφάτος








