21/06/2021

Βαγγέλης Γιαννίσης , «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» – Συνέντευξη με αφορμή το καινούργιο του αστυνομικό μυθιστόρημα που βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά

Αλεξάνδρας 173

Ο Βαγγέλης Γιαννίσης αφήνει, τη «Σουηδική του περίοδο» πίσω και επιστρέφει στα βιβλιοπωλεία με το νέο του μυθιστόρημα «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» (Εκδόσεις Διόπτρα) βουτώντας βαθιά και με επιτυχία στον ελληνικό «τόπο του εγκλήματος».

Το βιβλίο, «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που περιγράφει πραγματικές ιστορίες του «ανθρωποκτονιών» της Αθήνας και μέσα σε κάθε ιστορία φωτίζει και την προσωπικότητα του εκάστοτε αξιωματικού που αναλαμβάνει το βάρος της κάθε υπόθεσης.
Θα μπορούσα να βάλω μια ετικέτα στο βιβλίο και ν το ονομάσω: μια μυθιστορηματική βιογραφία του πιο ενδιαφέροντος τμήματος της Ελληνικής Αστυνομίας, του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας.

Το βιβλίο είναι συναρπαστικό. Γρήγορος ρυθμός, χωρίς περιττές και κουραστικές περιγραφές. Ο Βαγγέλης Γιαννίσης σχεδόν σαν ανατόμος μας δίνει το κλίμα, την ατμόσφαιρα και την ένταση των χαρακτήρων ανασυνθέτοντας παλιές υποθέσεις που κάποτε είχαν γίνει πρωτοσέλιδα. Καταφέρνει με μαεστρία να μην κάνει μια δημοσιογραφική έρευνα αλλά μια καλή λογοτεχνία, πάνω στο αγαπημένο του είδος. Καταφέρνει να δημιουργεί αγωνία ακόμη και αν θυμάσαι την υπόθεση από τις εφημερίδες.

Οι πέντε ιστορίες που έχει επιλέξει, και τις οποίες δούλεψε με στενή συνεργασία με το «Ανθρωποκτονιών» της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών» είναι γραμμένες με την απόσταση που χρειάζεται για να μην υπάρχουν μελοδραματισμοί και συναισθηματικοί βερμπαλισμοί, όπως προανέφερα.

Τις μέρες που διάβαζα το βιβλίο είχαμε στην επικαιρότητα τις αγριότητες των αστυνομικών εναντίον πολιτών στη Νέα Σμύρνη, τον άγριο ξυλοδαρμό αστυνομικού, το διάγγελμα του Πρωθυπουργού, και και την εύλογη πολιτική αντιπαράθεση για το θέμα της αστυνομικής βίας.
Όσο διάβαζα το βιβλίο, συνειδητοποιούσα ότι υπάρχει – ευτυχώς – και μια άλλη αστυνομία στη χώρα, που εκπαιδεύεται, που συμπεριφέρεται στους πολίτες με συμπάθεια και που δεν ηρεμεί μέχρι να βρει τον δολοφόνο, τον ένοχο προκείμενου να τον οδηγήσει στη δικαιοσύνη και να δώσει μια αίσθηση κάθαρσης και ανακούφισης στις οικογένειες των θυμάτων.
Ο Βαγγέλης Γιαννίσης με το «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» μας χαρίζει ένα δυνατό αστυνομικό μυθιστόρημα που θα θελα να το δω ως μίνι σειρά σε κάποια τηλεοπτική πλατφόρμα.

Με αυτή την ευκαιρία κάναμε τη συνέντευξη που ακολουθεί.

Ποια ήταν  αφορμή για την έρευνα που τελικά έγινε το καινούργιο σου βιβλίο;

Γράφοντας τη Γυναίκα του Ίσνταλ κατάλαβα πως θα ήθελα μελλοντικά να ασχοληθώ ξανά με κάποια πραγματική υπόθεση, ανεξιχνίαστη ή μη, ωστόσο κινούμενος στα πιο στενά όρια του non-fiction. Κάποια στιγμή, συνειδητοποίησα πως ενώ γνώριζα πώς λειτουργεί η σουηδική (και η νορβηγική) αστυνομία, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την ελληνική. Παράξενο, ε; Εκείνη την περίοδο έτυχε να γνωρίσω σε μία παρουσίαση βιβλίου τον τμηματάρχη του Ανθρωποκτονιών και κάπως έτσι μπήκε το νερό στο αυλάκι.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με την Αστυνομική Διεύθυνση;

Με μία λέξη: άψογη. Η ανταπόκριση από το Αρχηγείο στο αίτημά μου για συνεργασία ήταν άμεση, ενώ οι πέντε αξιωματικοί του τμήματος, οι οποίοι μου αφηγήθηκαν τις ιστορίες τους, από την πρώτη στιγμή μου έδειξαν πόσο πρόθυμοι ήταν να κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για την επιτυχία αυτού του πρότζεκτ.

Υπήρξαν «παρεμβάσεις» αφού είχες κάνει το πρώτο σχέδιο των ιστοριών σου;

Μόνο για να βελτιωθεί η ακρίβεια του κειμένου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, σε κάποιο σημείο του πρώτου draft είχα γράψει ότι δύο αξιωματικοί επιβιβάστηκαν σε ένα Χ αυτοκίνητο και ο τμηματάρχης σχολίασε πως η υπηρεσία δεν διαθέτει τα συγκεκριμένα μοντέλα.

Πιστεύεις ότι ένα διεθνές κοινό θα ενδιαφερόταν για τις ιστορίες του «Ανθρωποκτονιών» της Αθήνας;

Ειλικρινά, δεν το γνωρίζω. Κανονικά, εμάς τους συγγραφείς θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει μονάχα το δημιουργικό κομμάτι, το να φτιάξουμε μία άρτια ιστορία και όλο το υπόλοιπο κομμάτι της προώθησης (εγχώριας και στο εξωτερικό) να είναι θέμα των ατζέντηδων και των εκδοτικών.

Σε μια εποχή που οι καταγγελίες για αστυνομική βία γίνονται όλο και περισσότερες, ποιος πιστεύεις ότι τελικά είναι ο ρόλος της Αστυνομίας;

Θα πρέπει να είναι η προστασία της ζωής, της προσωπικής ελευθερίας και της περιουσίας του πολίτη. Αν κάτι με έμαθε η επαφή μου με τους αξιωματικούς του Ανθρωποκτονιών, αυτή είναι η σημασία της συνεχούς εκπαίδευσης των αστυνομικών.

Θεωρείς ότι μπορεί το βιβλίο σου να θεωρηθεί κάτι σαν «δημόσιες σχέσεις» της Αστυνομίας – σ’ αυτή την ιδιαίτερη συγκυρία;

Το Τμήμα Ανθρωποκτονιών δεν χρειαζόταν ποτέ ιδιαίτερες δημόσιες σχέσεις. Αν μη τι άλλο, είχε και έχει τον σεβασμό και την εκτίμηση των πολιτών. Από την άλλη, εάν η ηγεσία της αστυνομίας ήθελε να κάνει δημόσιες σχέσεις, πιθανότατα θα διάλεγε να σπονσοράρει κάποια τηλεοπτική σειρά ή ταινία και όχι ένα βιβλίο, μιας και δυστυχώς οι τακτικοί αναγνώστες στη χώρα μας είναι ελάχιστοι.

Γιατί δεν υπάρχουν γυναίκες αξιωματικοί, όπως μας λες, στο «Ανθρωποκτονιών»; Παραμένει σεξιστικός μηχανισμός η φύση της Αστυνομίας;

Την περίοδο που άρχισε να γράφεται το βιβλίο δεν υπήρχαν γυναίκες αξιωματικοί. Εάν είχα αρχίσει μισό χρόνο (αν δεν απατώμαι) νωρίτερα, θα έβρισκα γυναίκες αξιωματικούς στο τμήμα. Μάλιστα, ο αρχιφύλακας Γαλάνης γνωρίστηκε με τη σύζυγό του ενώ και οι δύο υπηρετούσαν στο Ανθρωποκτονιών. Εικάζω πως και στο μέλλον θα υπάρξουν γυναίκες αξιωματικοί στην υπηρεσία. Τώρα, στο θέμα του σεξισμού: η ίδια η φύση της κοινωνίας μας όπως έχει δομηθεί μήπως δεν είναι σεξιστική; Πώς μπορεί να γλιτώσει η αστυνομία, ή οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία, δημόσια ή μη από αυτό;

Γιατί το αστυνομικό μυθιστόρημα αντέχει μέσα στο χρόνο;

Πιστεύω λόγω της διαχρονικότητας του θέματός του. Το έγκλημα και η προσπάθεια των ανθρώπων να αποδώσουν δικαιοσύνη είναι ένα καθολικό θέμα που ενδιαφέρει όλους, ή τουλάχιστον τους περισσότερους.

Έχεις σκεφτεί να γράψεις κάτι πέραν του αστυνομικού μυθιστορήματος;

Σε αυτό μπορώ να είμαι απόλυτος: όχι, μέχρι σήμερα δεν μου έχει περάσει ως σκέψη από το μυαλό.

Πόσο η καραντίνα επηρέασε την συγγραφική σου ρουτίνα;

Ευτυχώς δεν την επηρέασε. Γράφω όσο πριν. Δυστυχώς, όμως, επηρέασε το διάβασμά μου. Βλέπω ότι δεν μπορώ να συγκεντρωθώ όπως νωρίτερα. Δύο μήνες τώρα παλεύω ένα βιβλίο, το οποίο κατά τα άλλα μου αρέσει και υπό κανονικές συνθήκες θα είχα τελειώσει σε δύο, άντε τρεις εβδομάδες το πολύ.

Βλέπω πόσο δραστήριος είσαι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μπορείς να μου περιγράψεις πώς θα ήταν μια μέρα σου αν δεν υπήρχαν facebook, Instagram, followers;

Πιστεύω η ίδια. Φροντίζω να μη χρησιμοποιώ τα social σε ώρες δουλειάς, οπότε δεν μου “τρώνε” χρόνο από την εργασία μου.

Στην προηγούμενή μας συνέντευξη μου είχες πει ότι «ο φόβος είναι η σκιά μας». Ένα βιβλίο μετά, βλέπεις αυτή τη «σκιά» να μεγαλώνει ή να χάνεται;

Όσο μεγαλώνω φοβάμαι περισσότερο.

Θέλω να μου περιγράψεις την πρώτη σου βδομάδα, όπως την φαντάζεσαι, όταν λήξει κάθε μορφής καραντίνα.

Θα ήθελα να την περάσω με την οικογένειά μου, να μπορώ να τους αγκαλιάζω δίχως φόβο. Είναι αυτό που μου έχει λείψει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Τώρα, όλα τα υπόλοιπα, έξοδοι σε καφέ, μπαρ ή διακοπές, είναι δευτερεύουσας σημασίας. Εκεί είναι, δεν φεύγουν. Οι δικοί μας άνθρωποι όμως φεύγουν και αυτό είναι κάτι που διαπίστωσα πρόσφατα.

Γιάννης Καφάτος

(Συνολικές Επισκέψεις 511, 1 επισκέψεις σήμερα)

mm
About Γιάννης Καφάτος 1919 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες πήρε όμως πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

1 Trackbacks & Pingbacks

  1. Βιβλίο Βαγγέλης Γιαννίσης, «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» | fragilemag.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*