Βασίλης Αλεξάκης

Βασίλης Αλεξάκης: είμαι τόσο αφελής, οι έξυπνοι ας γράφουν δοκίμια

Favorite

Η χρυσή κορνίζα με τις δύο κίτρινες κάλτσες που κρέμονται από έναν σπάγκο τραβάνε το μάτι περισσότερο από το τραπέζι του πινγκ-πονγκ όταν μπαίνεις στο σπίτι του Βασίλη Αλεξάκη.
Δεύτερο υπόγειο, αλλά στο Κολωνάκι. Σε κάθε περίπτωση δεύτερο υπόγειο.
Μας υποδέχτηκε με πολύ χαρά για να γιορτάσουμε μαζί του την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του καινούργιου του βιβλίου με τίτλο «Το Κλαρινέτο».

Βασίλης Αλεξάκης

Σαν κουκέτα υποβρυχίου το διαμέρισμα, δεύτερο υπόγειο αλλά με τον δικό του μικρό κηπάκο και ολόφωτο. Όπως και η άλλη του πατρίδα, η πόλη του φωτός, το Παρίσι.

Βασίλης Αλεξάκης

Ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος, Δημοσιογράφοι, ο εκδότης του, , οι συνεργάτες των εκδόσεων Μεταίχμιο από τη μια πλευρά του τραπεζιού, ο Αλεξάκης στην άλλη, οι ρακέτες σε ένα μαρμάρινο τραπεζάκι δεν χρειάστηκαν γιατί το παιχνίδι με τις λέξεις, που τόσο αγαπάει ο συγγραφέας άρχισε :

Το να γράφεις είναι όπως το πλέξιμο, που θέλει δύο βελόνες! Δεν πλέκεις με μια βελόνα!

Έτσι και το γράψιμο, εκτός αν είσαι πολύ μεγάλος δεξιοτέχνης.

Εμένα τα δύο θέματα του βιβλίου είναι ο θάνατος του εκδότη μου που σιγά σιγά έρχεται και το ελληνικό δράμα.

Ήρθα σε επαφή με άστεγους, πούλησα τη σχεδία, έκανα μια έρευνα όσο πιο σοβαρά μπορούσα.

Το μυθιστόρημα είναι θέμα φαντασίας, χωρίς φαντασία μένει ένα κολλημένο πράγμα. Το ότι είναι όμως θέμα φαντασίας δεν μου επιτρέπει εμένα τα λάθη. Άλλο το λάθος άλλο η φαντασία.

Συγκέντρωσα εδώ στο σπίτι μου, όπως εσάς τώρα, τους άστεγους που πουλάνε τη «Σχεδία» και κουβεντιάσαμε για πολλές ώρες. Πήγα στα συσσίτια κλπ. Δεν το λέω γιατί θέλω κάποιον έπαινο. Μου είναι απαραίτητο και με βοηθάει πάρα πολύ το να έχω στο νου μου τους πραγματικούς ανθρώπους.

Είναι κανονικοί άνθρωποι. Ξεχνάς ότι ζουν στο δρόμο όταν αρχίσεις να κουβεντιάζεις μαζί τους.  Μιλήσαμε για λογοτεχνία και για πολλά θέματα. Και μετά συνειδητοποιείς ότι όταν φύγουν από εδώ που κουβεντιάζαμε, αυτοί δεν έχουν πού να πάνε.

Υπάρχει και ένα τρίτο θέμα σε αυτό το βιβλίο που εξηγεί και τον τίτλο «Το Κλαρινέτο».
Μαζί με τη φθορά του εκδότη, τη φθορά της Ελλάδας είναι και η φθορά της μνήμης, της δικής μου μνήμης. Μια μέρα, ούτε ξέρω πώς μου συνέβη – δεδομένου ότι δεν έχω καμία σχέση με τη μουσική –στη γκαρσονιέρα μου στο Παρίσι ότι μου ήρθε στο νου αυτό το κλαρινέτο. Πώς μου ήρθε … και λεω πώς λέγεται αυτό το όργανο; Και με πιάνει πανικός.  Λέω: μπορεί να φταίει ότι έχει άλλο όνομα στα γαλλικά κι άλλο στα Ελληνικά.

Λέω αν θυμηθώ το πρώτο γράμμα θα το βρω. Λέω: αρχίζει από «πι» και μετά σκέφτομαι, μα το πιάνο είναι από «πι». Και βγαίνω στους δρόμους και βλέπω τον πύργο του Άιφελ σαν ένα πελώριο κλαρινέτο, αλλά δεν ξέρω το όνομά του. Πάω να ρωτήσω κάποιον στο δρόμο και πέφτω σε έναν κινέζο τουρίστα και λέω ξέρουν κι αυτοί αυτό το περίφημο όργανο;
Και πάω τελικά στον εκδότη μου και του περιέγραψα το όργανο και μου γράφει σε ένα χαρτάκι «Το Κλαρινέτο» και μου λέει: είναι ωραίος τίτλος. Λίγο πριν πεθάνει.
Τα θέματα μνήμης και αυτά τα έψαξα. Στο κέντρο ατομικής ενέργειας λίγο έξω από το Παρίσι υπάρχει ένα κέντρο έρευνας του εγκεφάλου. Στο κέντρο αυτό, περιγράφω και τη σκηνή. Κουβέντιασα με τις δύο ερευνήτριες και πάνω στην κουβέντα τις ρώτησα: είναι δυνατόν όταν ξεχνάει κανείς, να φτάσει στο σημείο να ξεχάσει τη μορφή του; Δηλαδή να βρεθεί μπροστά σε έναν καθρέφτη με  κόσμο και να μην μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Αυτό το θέμα το είχα χρησιμοποιήσει σε ένα παλαιότερο βιβλίο που λεγόταν «Έλεγχος Ταυτότητας». Τότε δεν είχα κάνει την έρευνα, το είχα θεωρήσει ότι συμβαίνει αυθαίρετα.
Τώρα το ρώτησα και σκεφτόμουν να το χρησιμοποιήσω ξανά και μου είπαν ότι «βέβαια και μπορεί να ξεχάσει κάποιος τη μορφή του». Είναι γνωστό  ότι μπορεί να πηγαίνει στο μπάνιο και να βλέπει στον καθρέφτη κάποιον «άλλον». Και οι αντιδράσεις είναι δύο: ή να εκνευριστεί μαζί του και να αρχίσει μια κουβέντα «γιατί με κοιτάς, ποιος είσαι, πώς μπήκες εδώ μέσα» συχνότερα όμως πιάνει φιλίες μαζί του! Του λέει τον πόνο του, του λέει «πρέπει να ξυριστείς», και γίνονται φίλοι. Και συχνά είναι ο τελευταίος φίλος που του έχει απομείνει, είναι ο γνωστός «φίλος του μπάνιου», όπως τον αποκαλούν οι νευρολόγοι.

Έχω την εντύπωση ότι επειδή γράφω βιβλία και πάντα με ρωτάνε αν είναι αυτοβιογραφικά, ότι είμαι ο «φίλος του μπάνιου». Αυτός ο φίλος που δεν υπάρχει, έχει το καλό ότι δεν απουσιάζει ποτέ!

Ανοίγεις το φως και είναι εκεί!

Βασίλης Αλεξάκης

Το βιβλίο άρχισα να το γράφω στα Ελληνικά, επειδή λογάριαζα να μιλήσω για την Ελλάδα. Με έπνιγε αυτό το θέαμα! Αλλά προχωρώντας συνειδητοποίησα ότι μιλάω στον Γάλλο εκδότη μου, σε εκείνον μιλάω σε όλο το βιβλίο. Και λέω ότι δεν γίνεται να συνεχίσω στα ελληνικά γιατί δεν θα το καταλαβαίνει. Κι έτσι για πρώτη φορά στη ζωή μου άρχισα ένα βιβλίο σε μια γλώσσα και το τελείωσα σε μια άλλη.

Για να γράψεις ένα μυθιστόρημα δεν είναι απαραίτητο να είσαι ιδιαίτερα ευφυής. Ίσως καλύτερα και να μην είσαι. Χρειάζεται μια αθωότητα. Πρέπει να πιστεύεις στην ιστορία που λες. Αλλιώς δεν μπορεί να λειτουργήσει αυτό το πράγμα. Πρέπει να είσαι και λίγο παιδί. Φτιάχνεις ένα παραμύθι. Ακόμη κι αν τα πρόσωπα να είναι υπαρκτά … Όμως από τη στιγμή που γράφεις πρόκειται για πρόσωπα που αποτελούνται από λέξεις. Ανύπαρκτα δηλαδή.


Το «θα σε ξεχνάω κάθε μέρα» είναι μια κουβέντα με τη μάνα μου που έχει πεθάνει δέκα χρόνια στην οποία λέω τα νέα: αν με δεις σήμερα είναι πιθανό να μην με αναγνωρίσεις.
Ε, εγώ το πίστευα, ότι καθόταν σε αυτήν πολυθρόνα. Δεν μπορούσα να αρχίσω να γράφω αν δεν το πίστευα!

Είμαι τόσο αφελής! Οι έξυπνοι ας γράφουν δοκίμια: πώς φτάσαμε στη χούντα, τα βαθύτερα αίτια της κρίσης. Εγώ τους το αφήνω, δεν έχω θέμα.

Ίσως πρέπει να δημιουργήσουμε το «μεγάλο βραβείο του τελευταίου βιβλίου» .
Να το δίνουμε σε έναν συγγραφέα όταν θέλουμε να του πούμε «σταμάτα πια να γράφεις» πήρες το βραβείο του τελευταίου βιβλίου, φτάνει, να ησυχάσουμε λίγο!

– Ποια ήταν η αφορμή που σας οδήγησε να φτιάξετε ένα βιβλίο για την Ελλάδα. Μας είπατε ότι «πνιγόσασταν», από τι;

Όταν είσαι μετανάστης όπως εγώ που ζω από το 1969 στο Παρίσι, η Ελλάδα γίνεται μια μυθική χώρα. Σου φταίει η Γαλλία διότι το ένα το άλλο επειδή δεν αισθάνεσαι σπίτι σου. Υποβιβάζεις τη χώρα που ζεις και εξυμνείς τη χώρα από την οποία προέρχεσαι.

Και ξαφνικά η κρίση διέλυσε αυτό το πράγμα. Κατάλαβα ότι είναι χειρότερα τα πράγματα εδώ. Προσγειώθηκα στην πραγματικότητα. Η χώρα δεν είναι αυτό που φαντάζομαι, που έρχομαι και κάνω μπάνιο στην Τήνο τα καλοκαίρια, που αποφεύγω να πηγαίνω τον δεκαπενταύγουστο διότι είναι η γιορτή της Παναγιάς και δεν θέλω να της χαλάω τη μαγιονέζα. Είχα πει κάποτε ότι οι πιο γνωστοί στην Τήνο είμαστε η Παναγία κι εγώ, και θύμωσαν πολύ οι Τηνιακοί. Και λέω δεν πάω τον Αύγουστο, αφού είναι η δική της γιορτή, μην της το χαλάσω. Άστηνα να κάνει τα δικά της. Αν και τελευταία δεν κάνει και σπουδαία πράγματα. Δεν βλέπω κανένα θαύμα να γίνεται…

– Ζει η Ελλάδα το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου;

Όχι! Γνώρισα μια κυρία που έκλεισε τα εκατονπέντε χρόνια. Με αυτή την κυρία τελειώνει το βιβλίο. Είναι η Λιλή Αλιβιζάτου, σύζυγος του γιατρού και αδερφή του Γιώργου Θεοτοκά. Ήθελα να κλείσει το βιβλίο με μια γυναίκα που έχει ζήσει όλον τον αιώνα, κι ενώ της φταίνε πολλά πράγματα στη σημερινή Ελλάδα μου είπε: αφού θα μιλήστε για τον τόπο μας, κάντε το με γλυκύτητα. Κάντε το με κατανόηση! Μην ταπεινώνετε τη χώρα μας.
Εκεί τελειώνει το βιβλίο.

Είμαι υποχρεωμένος να είμαι αισιόδοξος. Δεν θα αγαπούσα την Ελλάδα αν δεν είμαι αισιόδοξος. Δεν είναι μια χώρα από την οποία φεύγεις τελικά. Στην Ελλάδα γυρίζεις, παρά φεύγεις.

Οι δύο τελευταίες μου γραμμές στο βιβλίο είναι για την Τήνο. Εκεί τελειώνει ο αφηγητής μου. Μάλιστα είχα κάνει και γι’ αυτό έρευνα: Πόσο μακριά φτάνει την ώρα της δύσης η σκιά του πύργου του Άιφελ. Ήθελα να ξέρω που ακριβώς φτάνει.
Μίλησα με έναν ειδικό γεωγράφο των πόλεων. Μου είπε ότι την ώρα της δύσης η σκιά φεύγει προς το άπειρο.
Δηλαδή, τον ρώτησα , μπορούμε να υποθέσουμε ότι φτάνει και στην Ελλάδα; Μου λέει ότι αφού είναι το άπειρο …  Το χειμώνα μάλιστα όπως δύει  ο ήλιος κατευθύνει την σκιά προς την Ελλάδα. Οπότε ο αφηγητής μου, περιμένει  να δει τη σκιά του πύργου του Άιφελ πάνω στη θάλασσα της Τήνου. Άρα αισιόδοξα.

Ψάχνω διαρκώς γέφυρες ανάμεσα στις δύο ζωές μου. Στις δύο γλώσσες, στις δύο κουλτούρες.
Μπορεί να μην είχα δουλέψει τόσο σοβαρά αν δεν είχα φύγει. Πάντα αυτό ήθελα να κανω: να γράψω μυθιστορήματα.
Θυμάμαι ότι είχα δώσει κάποια άρθρα πριν τη χούντα στο περιοδικό «Άλφα» που το εξέδιδε ο Κώστας Μπαστιάς, ο συγγραφέας. Όταν δημοσιεύτηκαν πολύ πανηγυρικά με μεγάλους τίτλους … σχεδόν απογοητεύτηκα!.

Η δουλειά του συγγραφέα είναι όπως του μαραγκού. Όποιο και να είναι το προσωπικό σου ερέθισμα, πρέπει να ξέρεις να φτιάχνεις ντουλάπες! Δεν μας ενδιαφέρει αν την παραμονή πέθανε η γιαγιά σου.  Το να ξέρεις να φτιάχνεις ντουλάπες είναι το θέμα. Ή ξέρεις ή δεν ξέρεις.
Τώρα αν μετά βάλεις και συρταράκια  και το κάνεις πιο περίπλοκο, ε μέσα στα συρταράκια θα βάλεις και κάποια προσωπικά σου είδη. Ένα παντελόνι ένα παπούτσι, κάτι από τη μάνα σου, κάτι από μια φίλη. Ε, γεμάτη την παραδίδω … όχι και άδεια.

Ζούμε πολύ δύσκολα χρόνια. Βλέπω την κατάθλιψη των φίλων μου. Είναι φορές που λέω ότι ο ελληνικός ήλιος μας εξαπατά. Σαν να τον έχουμε χάσει! Σαν να μας κοροϊδεύει.
Παραμένω όμως αισιόδοξος. Από αγάπη!

Τώρα πια δεν βλέπω αλλιώς την Ελλάδα. Αυτό έχει τελειώσει στα βιβλία μου εδώ και μια δεκαετία. Δεν λέω ότι βλέπω την Ελλάδα σαν να ζούσα εδώ, αλλά δεν την βλέπω από τη γαλλική σκοπιά. Δεν μπορώ να αποστασιοποιηθώ από την ίδια μου την ιστορία. Δεν θα ήμουν εγώ πια.

Αλλά πιστεύω ότι μέσα στην ελληνική ταυτότητα υπάρχει το ταξίδι. Δεν προδίδει κανείς την Ελλάδα ταξιδεύοντας. Ενισχύει την ταυτότητα του. Έχουμε τον Οδυσσέα. Έχουμε μια παράδοση στο ταξίδι. Ο Πλάτωνας πήγε στην Αίγυπτο.
Δεν προδίδουμε την Ελλάδα ταξιδεύοντας!

-Πώς προδίδουμε την Ελλάδα;

…την προδίδουμε αρνούμενοι τον χρόνο. Ότι περνάει ο χρόνος ότι έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια από την αρχαιότητα. Ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με κάποια πράγματα

Με τα θέματα της εκκλησίας, που είμαστε κολλημένοι σε ένα παρελθόν, και λίγο επαρμένοι και λίγο έτσι τα εκμεταλλεύεται και η άκρα δεξιά. Ένα είδος νοσταλγίας που δίνει την εντύπωση ότι το μέλλον  είναι πίσω μας, στις ρίζες. Ποιες παραδόσεις … Χρειάζονται και μια αμφισβήτηση οι παραδόσεις.
Νομίζω ότι το να κολλάς στις παραδόσεις ή σε ένα είδος ελληνικής παλαιοντολογίας … όσο καταπληκτικά βρίσκω τα κείμενα των αρχαίων τόσο ανόητη βρίσκω τη στάση κάποιων ανθρώπων που δεν δέχονται ότι έχει περάσει ο χρόνος.

Ακόμη και στο θέμα της γλώσσας. Δεν ανήκω  σε αυτούς που παραπονιούνται «πώς μιλάνε οι νέοι». Όχι! Οι νέοι ένια μέρος της γλώσσας. Αυτοί την προχωρούνε τη γλώσσα. Η γλώσσα θέλει και προσοχή αλλά και ελευθερία! Χρειάζεται μια λεπτή ισορροπία.

Βασίλης Αλεξάκης

Ακόμη και στη Γαλλία  λέξεις που είχα μάθει ως φοιτητής δεν υπάρχουν πια.
Δεν σημαίνει ότι εγκρίνω όλες τις αλλαγές, αλλά πρέπει να δεχθούμε ότι είμαστε σε μια πορεία. Αν δεν το δεχτούμε αυτό αναιρούμε το μέλλον. Κι αυτό είναι μια μορφή προδοσίας.

Λίγο πριν τελειώσει αυτή η ιδαίτερη παρτίδα πινγκ-πονγκ, ο Βασίλης Αλεξάκης θυμήθηκε τον φίλο του , Ηλία Πετρόπουλο:

Ήταν φίλος μου ο Ηλίας Πετρόπουλος. Μου είχε ζητήσει να σκορπίσουμε τις στάχτες του στον υπόνομο. Η γυναίκα του, μόλις βγήκε από το κρεματόριο στάθηκε σε έναν υπόνομο και έριξε μέσα τις στάχτες του.
Ο Ηλίας δούλευε πάρα πολύ!  Είχε ακρότητες, αντιπαλότητες, αλλά δούλευε πολύ. Και αυτό είναι κάτι!

Βασίλης Αλεξάκης

«Το Κλαρινέτο»  είναι μια ακόμη πρόσπαθεια του συγγραφέα να απαντήσει στο ερώτημα: γιατί ξεχνάμε!
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Γιάννης Καφάτος

 

Σχόλια

2 thoughts on “Βασίλης Αλεξάκης: είμαι τόσο αφελής, οι έξυπνοι ας γράφουν δοκίμια”

  1. Ευαγγελία Γιάννου

    Από τις πιο ειλικρινείς κι ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις που έχω διαβάσει. Από έναν άνθρωπο που έχει να πει κάτι, σε όποιον έχει τη διάθεση, την ανάγκη αλλά και την ικανότητα να τον ακούσει.
    Προσωπικά της δίνω θέση δίπλα στην τελευταία συνέντευξη του Κούντερα (όχι ακριβώς συνέντευξη, καθώς ο συγκεκριμένος συγγραφέας απέφευγε να το κάνει αυτό. Τις τελευταίες του σκέψεις λοιπόν, πάνω στη ζωή και την τέχνη).
    Ακριβώς το ίδιο συναίσθημα μου έβγαλε και η κατάθεση ψυχής του κυρίου Αλεξάκη.
    Σας ευχαριστώ γι’ αυτό το μάθημα ήθους και θεώρησης της ζωής.

  2. mm
    Γιάννης Καφάτος

    Με τιμούν πολύ οι κουβέντες σας! Ευχαριστώ πολύ, ειλικρινά ήταν πολύ τιμητικό το σχόλιό σας!
    Καλό υπόλοιπο καλοκαίρι!
    Γιάννης

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top