«Η περιπλάνηση» – Το νέο διήγημα του Γιάννη Καφάτου στο τεύχος Οκτωβρίου του ηλεκτρονικού περιοδικού Storywits

Favorite

To Storywits, σε μια εποχή που ο γραπτός λόγος και η ανάγνωση των βιβλίων στέκονται ανίσχυρα απέναντι στην εικόνα, είναι το 1o online λογοτεχνικό περιοδικό που συνδυάζει την τεχνολογία με την παραδοσιακή μορφή ενός αληθινού περιοδικού και όχι μιας απλής αρθρογραφίας που κυκλοφορεί σήμερα σε σημείο κορεσμού.
Στο μεγάλο λογοτεχνικό σύμπαν ως μια νέα και σύγχρονη αφετηρία κάνει μια ουσιαστική προσπάθεια ανάδειξης και των μικρών συγγραφέων εκτός των γιγάντων της λογοτεχνίας φιλοξενώντας τα έργα τους στα τεύχη ή στο κανάλι του στο YouTube.
Συμβάλλει στην πνευματική δημιουργία και στην ανάδειξη όλων των αξιόλογων σύγχρονων συγγραφέων και ποιητών, Ελλήνων και ξένων με έργα που επιλέγονται από την συντακτική ομάδα και προτείνονται ως ενδιαφέροντα ή πρωτότυπα.

Διαβάστε το περιοδίκο στο λινκ

Η Περιπλάνηση

Η περιπλάνηση είναι μια μορφή μοναξιάς. Περπατάς μόνος ανάμεσα σε κόσμο και νομίζεις ότι ξεχνάς από πού ξεκίνησες, ποι@ είσαι και όσο για το πού πας αυτό το έχεις πάρει απόφαση προ πολλού ότι δεν το ξέρεις. Σημασία έχει ότι …πας!

Αυτά σκεφτόταν καθώς προχωρούσε και βήμα το βήμα βρέθηκε έξω από ένα κτίριο που μπήκε στην εικόνα της μνήμης σχετικά πρόσφατα. Εκεί που βρίσκεται τώρα αυτό το μοντέρνο κτίσμα, θυμάται ένα χωράφι με ένα σπίτι με φουρούσια στο μικρό μπαλκόνι, μεγάλη δίφυλλη πόρτα με σκαλιστούς ταμπλάδες στο κάτω μέρος και μαυρισμένο ρόπτρο ή κάτι που κάποτε θα ήταν ρόπτρο. Είχε μια σοφίτα. Το έβλεπε για χρόνια. Έξι. Όσο διήρκεσε η γυμνασιακή και λυκειακή εκπαίδευση. Δεν ήταν καλοσυντηρημένο. Ήταν ένα χρέπι, ένα ρημάδι που οι κάτοικοί του, μια οικογένεια με πολλά παιδιά, έκλεβαν ρεύμα με μπαλαντέζα από την κολώνα της ΔΕΗ. Βρώμα. Η βρώμα ήταν όπως είναι στις σύγχρονες βίλλες οι έξυπνοι συναγερμοί. Από μια απόσταση και πέρα ήταν αδύνατον να πλησιάσει ουδείς. Εκτός των κατοίκων του, εκείνης της οικογένειας με τα πολλά παιδιά.
Τα παιδιά ‘παίζαν με τις σαβούρες που ήταν εκεί που κανονικά θα μπορούσε να βρίσκεται ένας περιποιημένος κήπος, με χώρο και για ένα μποστανάκι, δίπλα από το στέγαστρο για να μην κουτσουλίζουν τα πουλιά το αυτοκίνητο της οικογένειας. Από όλα αυτά που περιέγραψα μόνο τα παιδιά υπήρχαν. Ο χώρος ήταν σαν ένας σκουπιδότοπος με διαδρόμους για να φτάνει κάποιος στην πόρτα και κάπου άλλου. Βρόμα. Μπίχλα. Δεν ξέρω άλλη λέξη που να αποδίδει την αποφορά των οσμών που έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν να μην πλησιάζει κανείς αυτό το παράπηγμα.
Φαντάσου ένα σπίτι της οικογένειας Άνταμς, αλλά μικρό, βρομερό και λουσμένο στον αττικό ήλιο.

Η περιπλάνηση είναι και άσκηση μνήμης. Ήταν συμμαθητής στο δημοτικό με ένα από τα παιδιά που έμεναν σ’ εκείνο το σπίτι. Δεν το ήξερε τότε. Τότε, μαζί με τ’ άλλα τα καλοζωισμένα παιδιά κορόιδευαν τον βρομιάρη με τα βρώμικα μακριά νύχια που του έτρεχαν οι μύξες και τις σκούπιζε με ένα πουλόβερ που του ήταν μεγάλο. Τα γυρισμένα μανίκια κόλλαγαν από τις καθημερινές μύξες που σφούγγιζαν.

Η περιπλάνηση είναι η μνήμη της μοναξιάς. Όσο μεγαλώνω νιώθω τα βήματα μου να βεντουζώνουν πιο αποφασιστικά στο δρόμο και την ίδια ώρα να μετεωρίζονται σαν να θέλουν να ισορροπήσουν σε έναν ιστό από σκέψεις, εμπειρίες και όνειρα. Σκέψεις που έγιναν κι έμειναν καταχωνιασμένες, εμπειρίες που δοκιμάστηκαν και όνειρα που άλλα εκπληρώθηκαν κι άλλα έμειναν να κάνουν παρέα με τις καταχωνιασμένες σκέψεις.

Τα βήματα έχουν μνήμη, είναι η μνήμη του πλάνητα. Τα βήματα μας πάνε ή μας διώχνουν από κάπου. Πότε δεν ξέρεις τι σε περιμένει αν δεν κάνεις το βήμα σου. Η ίδια σου η ύπαρξη εξαρτάται από τα βήματα που σε πάνε και σε φέρνουν. Κάπου, οπουδήποτε, από οπουδήποτε.

Είχε πάρει το δρόμο της επιστροφής. Όπως τότε από το σχολείο προς το σπίτι.  Σ’ αυτό το δρόμο είχε δει τα γελάκια και ακούσει πρώτη φορά να τον κοροϊδεύουν. Αυτόν τον δρόμο τον έπαιρνε κόντρα στους νταήδες. Περπατούσε με τους άλλους, μόνος του όμως. Περπατούσε.

Η περιπλάνηση άρχισε εκείνη την εποχή. Η μνήμη του δούλευε, μάζευε τα κομμάτια του παζλ της ψυχής του βήμα το βήμα. Εικόνες που κατέγραφε αρχικά με τα μάτια του, μετά σε ένα σημειωματάριο, μετά με μια φωτογραφική, μετά με το τηλέφωνο, πάντα με τα μάτια. Και τη μύτη. Κάθε εικόνα, κάθε στιγμή, κάθε βήμα έχει τη μυρωδιά του. Kι όλα αυτά σωρεύονταν στον σκληρό δίσκο, στον εγκέφαλό του. Και δεν ήξερε τι να τα κάνει για πολλά χρόνια. Δεν είχε καταλάβει ότι όλα αυτά τα χρόνια, αυτός, ήταν όλα αυτά που μάζευε στις περιπλανήσεις του. Κι ας διάβασε τον Καβάφη από μικρός, κι ας τον διάβαζε και μεγαλύτερος. Δεν είχε καταλάβει ότι ήταν οι αναμνήσεις. Αυτές που θυμόταν αλλά και αυτές που δεν τις θυμόταν. Αυτές οι δεύτερες που είναι …πρώτες και καλύτερες και τελικά οδηγούν βήματα, μπρος και πίσω. Και κάνουν τα πόδια να τρέχουν ή να κοκκαλώνουν.

Είχε χρόνια να έχει έναν προορισμό. Το καβαφικό ταξίδι ήταν η καθημερινότητά του χωρίς την ποιητική αίγλη. Δεν θυμήθηκε τυχαία εκείνο το πουλόβερ με τα μακριά μανίκια και τις ξεραμένες μύξες του ξανθού ψιλόλιγνου παιδιού που κορόιδευε με τους άλλους, τότε. Σήμερα ένα πουλόβερ που βρώμαγε φορούσε και έψαχνε στους κάδους για κάποιο καινούριο. Δεν άντεχε πια ούτε τη μυρωδιά του. Έπρεπε όμως να συνεχίσει να περιπλανιέται. Η περιπλάνηση είναι η μοναξιά αλλά και ένας τρόπος να ξαναβρείς τον εαυτό που έχασες. Ελπίζεις ότι κάπου θα τον πετύχεις, να του πεις τρυφερά «συγγνώμη», να φιλιώσετε και να πάτε μαζί πια, πλήρεις, κάπου ν’ αράξετε! Πριν την επόμενη περιπλάνηση.

Γιάννης Καφάτος

Διαβάστε ακόμη:
Το βλέμμα ήταν η αφορμή – Το βραβευμένο διήγημα του Γιάννη Καφάτου στο διαγωνισμό του ΙΑΝΟΥ

Στου Μπενίτο – Διήγημα/αφιέρωμα του Γιάννη Καφάτου

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top