20/11/2019

«Επικίνδυνοι Συγγραφείς», ένα βιβλίο για τα βιλία του Κώστα Αρκουδέα

Επικίνδυνοι Συγγραφείς
Στο βιβλίο υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για την Ελλάδα και τους συγγραφείς που διώχθηκαν

Το βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα «Επικίνδυνοι συγγραφείς» είναι ένα εγχειρίδιο για κάθε βιβλιόφιλο αλλά συγχρόνως και ένα βαθύτατα πολιτικό κείμενο, και πιστεύω ότι αξίζει να διαβαστεί με τη διπλή του αυτή «ταυτότητα».

Ο συγγραφέας για μια τετραετία έκανε μια σπουδαία – εκ του αποτελέσματος – έρευνα και μας έχει παραδώσει σε μια εξαιρετική έκδοση (Καστανιώτης) με σκληρό εξώφυλλο ένα μεγάλο έργο που καταγράφει κριτικά τους σπουδαίους λογοτέχνες του πλανήτη που κυνηγήθηκαν από την κρατική λογοκρισία.

Κάθε κεφάλαιο είναι μια αφορμή να βάλεις λίγα ευρώ στην άκρη για να πάρεις να διαβάσεις έργα γνωστά ή και λιγότερο γνωστά ή και μια αφορμή να ξαναδιαβάσεις βιβλία που ίσως βρίσκονται σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης σου με άλλο μάτι.

Ο Κώστας Αρκουδέας καταφέρνει να φτιάξει ένα εγχειρίδιο που ξεφεύγει από τα στενά όρια της λογοτεχνίας και μας δίνει με πλούσιο υλικό και το δικό του φίλτρο κομμάτια της παγκόσμιας ιστορίας και της εξέλιξης των κοινωνικών κινημάτων. Οι «Επικίνδυνοι συγγραφείς» αντιμετωπίστηκαν ως τέτοιοι από πολιτικοκοινωνικές εξουσίες, τις οποίες ο Αρκουδέας μας παρουσιάζει ανάγλυφα.
Οι παραπομπές από τα έργα που παρουσιάζει κάνουν την αναγνώση του βιβλίου ακόμη πιο συναρπαστική και σχεδόν σου επιβάλλουν να αναζητήσεις (όπως λέγαμε παραπάνω) κάποια, αν όχι όλα, από τα έργα που μελέτησε.

Στο βιβλίο υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για την Ελλάδα και τους συγγραφείς που διώχθηκαν.

Η λογοκρισία λοιπόν ήταν η αφορμή και το βασικό περιεχόμενο της συνέντευξης που μου παραχωρησε:

 Τελικά υπήρξε κάποια λογοκρισία που πέτυχε να μην διαδοθεί το μήνυμα ενός βιβλίου;

Υπήρξε. Στη Νότιο Αφρική, για παράδειγμα, όταν έπεσε το καθστώς του Απαρτχάιντ, οι τίτλοι των απαγορευμένων βιβλίων έφταναν τους είκοσι χιλιάδες. Ιδού το σχετικό απόσπασμα:

Η λογοκρισία στη Νότια Αφρική, με την αγριότητα που την διέκρινε, απέτρεψε πολλούς νέους από το να ασχοληθούν με τη συγγραφή, μη επιτρέποντας έτσι να γεννηθούν μια σειρά από πνευματικά έργα –μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, πραγματείες και δοκίμια– που θα μπορούσαν να είχαν γραφεί.

          Επίσης, το σταλινικό καθεστώς όχι μονάχα εμπόδισε αλλά και θανάτωσε μια πλειάδα νέων συγγραφέων χρησιμοποιώντας διάφορες ευφάνταστες κατηγορίες. Ο πρόεδρος της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων Αλεξάντρ Φαντέγιεφ, ο οποίος εξωθήθηκε στο περιθώριο από τη νέα ηγεσία για να καταλήξει αλκοολικός και να αυτοκτονήσει το 1965 με μια σφαίρα στην καρδιά, έγραψε στο σημείωμα που άφησε πίσω του:   

«Τα καλύτερα στελέχη της λογοτεχνίας μας έχουν βιολογικά εξοντωθεί ή έχουν πεθάνει εξαιτίας της εγκληματικής συνενοχής των γραφειοκρατών. Οι καλύτεροι λογοτέχνες πέθαναν σε αφύσικα νεαρή ηλικία. Όλοι οι υπόλοιποι που ήταν ικανοί να παραγάγουν αληθινά έργα αξίας πέθαναν πριν φτάσουν τα σαράντα πενήντα χρόνια. Τώρα η λογοτεχνία έχει τεθεί υπό τον έλεγχο ατάλαντων, μικροπρεπών και μνησίκακων ανθρώπων. […] Η αυταρέσκεια των νεόπλουτων στα μεγάλα διδάγματα του Λένιν, ακόμα κι όταν ορκίζονται πίστη σε αυτά, με κάνει να δυσπιστώ απέναντί τους. Αυτοί είναι χειρότεροι ακόμα και από τον σατράπη Στάλιν. Εκείνος ήταν τουλάχιστον καλλιεργημένος, ενώ αυτοί είναι αστοιχείωτοι».

 Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με το θέμα της εξουσίας και της λογοκρισίας σε σχέση με τη λογοτεχνία;

Όταν έκανα την έρευνα για το προηγούμενο βιβλίο, Το χαμένο Νόμπελ, διαπίστωσα το μέγεθος του τρόμου της εξουσίας απέναντι στη λογοτεχνία. Την καλή λογοτεχνία, εννοείται, εκείνη που σε ξαφνιάζει και σε προτρέπει να σκεφτείς, όχι εκείνη που σε νανουρίζει, την προερχόμενη δηλαδή από τους ακίνδυνους συγγραφείς της παραλογοτεχνίας, που κάνει θραύση στις μέρες μας.

«Κανείς δεν δίνει τόση αξία στη λογοτεχνία όσο τα ολοκληρωτικά καθεστώτα», σχολίασε εύστοχα ο Ίταλο Καλβίνο.

Αναρωτιέται κανείς γιατί.

Η λογοτεχνία εκπροσωπεί τη γλώσσα – και, ως γνωστόν, η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει. Όποιο καθεστώς κατορθώνει να περιορίσει τη λογοτεχνία –την πεζογραφία και την ποίηση, το δοκίμιο και τη βιογραφία, τη μελέτη και την πραγματεία– φέρνει στα μέτρα του ολόκληρη την κοινωνία. Ακολουθούν οι υπόλοιπες τέχνες, πρωτίστως ο κινηματογράφος ως εκπρόσωπος της εικόνας, όμως η λογοτεχνία, και κατ’ επέκταση η γλώσσα, αποτελεί τον μεγαλύτερο εφιάλτη του καθεστώτος, την πλέον ορατή απειλή, τον πλέον θανάσιμο κίνδυνο. Ο φόβος που τρέφει γι’ αυτήν είναι ανάλογος του βαθμού της σήψης του.

Επικίνδυνοι Συγγραφείς
Κανείς δεν δίνει τόση αξία στη λογοτεχνία όσο τα ολοκληρωτικά καθεστώτα», σχολίασε εύστοχα ο Ίταλο Καλβίνο

Πόσο καιρό σου πήρε η έρευνα και η ταξινόμηση του υλικού σου;

Τέσσερα χρόνια, εκ των οποίων τα δυο τελευταία σε εντατικούς ρυθμούς. Ήθελα αφενός μεν να παραμείνω στην πορεία που είχε χαράξει Το χαμένο Νόμπελ, όσον αφορά το ύφος και τη δομή, αφετέρου να προχωρήσω ένα βήμα παραπέρα εντάσσοντας και κάποια νέα στοιχεία. Ήθελα να παρουσιάσω τη λογοτεχνία στην οικουμενική της διάσταση. Στόχος μου ήταν μια λογοτεχνία ζωντανή, απτή, που τρέχει αίμα στις φλέβες της, που μιλάει για το χθες και το σήμερα, αλλά και το αύριο. Μια λογοτεχνία που απαντά στα ερωτήματα των καιρών μας. Η «μουσειακή λογοτεχνία» μου είναι παντελώς αδιάφορη. Η λογοτεχνία στις μέρες μας πρέπει να αφυπνίζει, όχι να εφησυχάζει.

 Από τα βιβλία που μας συστήνεις, μέσα από τις περιπέτειές τους με τους εκάστοτε λογοκριτές, ποιο είναι το πιο «κυνηγημένο»;

Αχά, ευκαιρία να κάνουμε μια μίνι ανασκόπηση ενθυμούμενοι όσους αναφέρονται στο βιβλίο μου, ούτως ώστε να επιλέξουμε το πιο «κυνηγημένο». Πρώτο Μέρος (Ευρώπη/Ρωσία): Λέων Τολστόι (Ανάσταση), Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ (Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα), Άννα Αχμάτοβα και Οσίπ Μαντελστάμ (για το ποιητικό τους έργο). Δεύτερο Μέρος (Λατινική Αμερική / Χιλή, Αργεντινή): Πάμπλο Νερούδα (Κάντο Χενεράλ ή Γενικό Άσμα), Χούλιο Κορτάσαρ (Το βιβλίο του Μανουέλ), Ρομπέρτο Μπολάνιο και Λουίς Σεπούλβεδα (υπέστησαν διώξεις και φυλακίστηκαν), Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα (θανατώθηκε), Τζακ Κέρουακ και η γενιά των μπήτνικς, Τζον Λένον. Τρίτο Μέρος (Νότια Αφρική): Ναντίν Γκόρντιμερ (Η κόρη του Μπέρτζερ, Οι άνθρωποι του Τζούλι), Αντρέ Μπρινκ (Κοιτάζοντας στο σκοτάδι), Τσινούα Ατσέμπε (Τα πάντα γίνονται κομμάτια, που το διάβαζε ο Μαντέλα στη φυλακή), Τζορτζ Όργουελ (1984), Σοφοκλής (Αντιγόνη). Τέταρτο Μέρος (Ασία / Ιράν): Σαλμάν Ρούσντι (Οι σατανικοί στίχοι), Τζαλαλαντίν Ρουμί ( Ο Αγαπημένος), Ομάρ Καγιάμ και οι μυστικοί της Ανατολής, γυναίκες συγγραφείς του Ιράν (Μαργιάν Σατραπί – Περσέπολις– Σαχάρ Ντελιντζανί – Τα παιδιά της τζακαράντας και Αζάρ Ναφίζι – Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη). Πέμπτο Μέρος (Αυστραλία): Όσκαρ Ουάλιντ (De profoundis), Ντ. Χ. Λώρενς (Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλυ), Τζαίημς Τζόυς (Οδυσσέας), Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (Λολίτα), Άλντους Χάξλεϋ (Θαυμαστός καινούργιος κόσμος), Ρομπέρτο Σαβιάνο (Γόμορρα – από τους πιο επικίνδυνους συγγραφείς του 21ου αιώνα), Μο Γιαν (Οι μπαλάντες του σκόρδου – Κινέζος Νομπελίστας που υποστήριξε τη λογοκρισία παρότι λογοκρίθηκε ο ίδιος). Επιπλέον: Ρέυ Μπράντμπερυ (Φαρενάιτ 451 στον Πρόλογο), Φραντς Κάφκα (Η μεταμόρφωση στον Επίλογο), Ηλίας Πετρόπουλος (Ρεμπέτικα τραγούδια στο Παράρτημα). Ειλικρινά, δεν μπορώ να διαλέξω ποιο βρίσκεται στην κορυφή. Όλα αυτά τα βιβλία και οι συγγραφείς τους λογοκρίθηκαν, απαγορεύτηκαν, λοιδορήθηκαν, στιγματίστηκαν, αλλά βρήκαν καταφύιο στην αγάπη του αναγνωστικού κοινού.   

 Σήμερα η εξουσία πώς «λογοκρίνει»;

Με πολύ πιο ύπουλο και αποτελεσματικό τρόπο. Ιδού!

Ακολουθώντας τα βήματα της λογοκρισίας που έχει την τάση να μεταλλάσσεται, ο σύγχρονος λογοκριτής βρίσκεται παντού. Τον ανιχνεύει κανείς σε συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, λόγου χάρη, να εποπτεύει σαν δράκος τις «κακές λέξεις» που μπορεί να διαβάσει το παιδί του, ενώ την ίδια στιγμή τού επιτρέπει να παίζει βιντεοπαιχνίδια με στρατιώτες που εισβάλλουν σε ειρηνικά χωριά διαμελίζοντας όποιον βρουν μπροστά τους.

Οι υπερβολές δεν έχουν τέλος. Την άνοιξη του 2019 αποσύρθηκαν από τη βιβλιοθήκη του σχολείου Tàber στη Βαρκελώνη διακόσιοι περίπου τίτλοι βιβλίων, γιατί, λέει, δεν είχαν καμία παιδαγωγική αξία. Αντιθέτως, είχαν κρυμμένο σεξιστικό περιεχόμενο που έβλαπτε ποικιλοτρόπως τα παιδιά. Ανάμεσα στα βιβλία που αποσύρθηκαν ήταν το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας και ο θρύλος του Αγίου Γεωργίου. Αύριο θα έρθει κάποια άλλη ομάδα «ειδικών» να αναιρέσει την προηγούμενη, προτείνοντας να αποσυρθούν νέα βιβλία για διαφορετικούς λόγους.

Η οργάνωση Πρόγραμμα για τα Δικαιώματα του Παιδιού στο Διάβασμα, που ασχολείται με φαινόμενα λογοκρισίας στην αμερικανική κοινωνία, δίνει καθημερινά μάχη στα δικαστήρια προσπαθώντας να αποτρέψει την απαγόρευση ενός βιβλίου σε μια κωμόπολη του Μίσιγκαν ή μιας πολίχνης στην Πολιτεία της Νότιας Καρολίνας. Οι επίδοξοι λογοκριτές είναι συνήθως θρησκόληπτοι γονείς ή επισκέπτες σε βιβλιοθήκες ή αξιωματούχοι υπερσυντηρητικών απόψεων που κρίνουν ότι ορισμένα σημεία από τον Άρχοντα των μυγών του Ουίλιαμ Γκόλντινγκ ή από το Σφαγείο νούμερο 5 του Κουρτ Βόνεγκατ χρησιμοποιούν σκληρή γλώσσα ή περιέχουν αναφορές σε ναρκωτικά που μολύνουν τις νεανικές ψυχές.

«Διευθετούμε ένα ζήτημα και την επόμενη μέρα ξυπνάμε για να διαπιστώσουμε ότι πρέπει να διευθετήσουμε ένα ακόμα», λένε αγανακτισμένοι οι υπεύθυνοι της οργάνωσης.

 Στην Ελλάδα έχεις κάποιο παράδειγμα λογοκρισίας που έγινε με συστηματικό τρόπο από τη μεταπολίτευση έως σήμερα;

Το εγχειρίδιον του καλού κλέφτη του Ηλία Πετρόπουλου και Ο Μεγάλος Ανατολικός του Ανδρέα Εμπειρίκου. Το πρώτο θεωρήθηκε πορνογράφημα και απαγορεύτηκε με την αιτιολογία της «προσβολής δημοσίας αιδούς» και «εξύβρισης δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας». Κατασχέθηκαν όσα βιβλία κυκλοφορούσαν, ενώ ο συγγραφέας καταδικάστηκε σε φυλάκιση δεκαοχτώ μηνών. Όλα αυτά εν έτει 1979, όταν η χούντα των συνταγματαρχών ήταν παρελθόν και η χώρα ανέπνεε μεθυσμένη το άρωμα της δημοκρατίας. Μόνο που το πουλάκι είχε πετάξει αυτή τη φορά και ο Πετρόπουλος βρισκόταν πλέον στο Παρίσι. Όσο για το δεύτερο, έργο μύησης στις απέραντες εκτάσεις του έρωτα, χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες προκειμένου να κυκλοφορήσει ελεύθερα. Ακόμα, αξίζει να αναφέρουμε το μυθιστόρημα της Έρσης Σωτηροπούλου Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές που θεωρήθηκε πορνογράφημα και αποσύρθηκε από τις σχολικές βιβλιοθήκες, όπως και το Μν του Μίμη Ανδρουλάκη που θεωρήθηκε βλάσφημο και ο συγγραφέας του αποκλήθηκε «αντίχριστος», ενώ μέλη παραθρησκευτικών οργανώσεων έκαψαν δημοσίως αντίτυπα του βιβλίου. Δεν ήταν, φυσικά, τα μόνα που λογοκρίθηκαν, αλλά αποτελούν τις κατ’ εμέ πλέον ενδεικτικές περιπτώσεις.

 Ποιος Έλληνας λογοτέχνης είναι ο πλέον κυνηγημένος από την εξουσία;

Αναμφίβολα, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ι’ αυτό και τον επέλεξα στο Παράρτημα του βιβλίου με τίτλο «Η περίπτωση της Ελλάδας». Τα βιβλία του τραγούδια Ρεμπέτικα και Καλιαρντά απαγορεύτηκαν, ενώ ο ίδιος κλείστηκε στη φυλακή. Το ίδιο συνέβη και με το ποίημά του «Σώμα», που δημοσιεύτηκε στο «Τραμ» της Θεσσαλονίκης και περιείχε αρχαϊστί την αισχρότατη λέξη «αιδοίον». Στη δίκη που ακολούθησε, του επιβλήθηκε επτάμηνη φυλάκιση. Οι εκδότες του «Τραμ», ο τότε φοιτητής και αργότερα πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων Δημήτρης Καλοκύρης και η συμφοιτήτριά του Μάρω Κορδάκου καταδικάστηκαν σε πενταετή φυλάκιση, ενώ το περιοδικό διέκοψε τη λειτουργία του.   

Ο Καλοκύρης αφηγήθηκε το εξής περιστατικό: «Η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν κατάμεστη. Ο εισαγγελέας δριμύτατος. Είπε ότι οι λέξεις “αυνανίστηκα”, που υπήρχε σε κείμενο του Λιβεριάδη, και “αιδοίον”, που υπήρχε στο κείμενο του Πετρόπουλου, θα σκανδάλιζαν όποιον τις διάβαζε. Σηκώθηκε όρθιος και πρόσθεσε ότι δεν είχε ακούσει ποτέ του ελληνόπουλα να χρησιμοποιούν τέτοιες λέξεις. Για μια στιγμή στην αίθουσα επικράτησε σιγή. Αμέσως μετά, από τα ανοιχτά παράθυρα ακούστηκε η λέξη “μαλάκα!” από μια ομάδα παιδιών που έπαιζαν παραδίπλα. Όλο το δικαστήριο ξέσπασε σε γέλια».  

 Εσύ έχεις λογοκρίνει ποτέ τον εαυτό σου. Είτε καλλιτεχνικά, είτε στην επαγγελματική ή προσωπική ζωή σου;

Καλλιτεχνικά δεν νομίζω πως τον έχω λογοκρίνει. Τώρα, στον επαγγελματικό χώρο ή στην προσωπική μου ζωή είναι πολύ πιθανόν να το έχω διαπράξει, έστω και ασυνείδητα, χωρίς να θυμάμαι κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Αποφεύγω τη λογοκρισία όπως ο διάολος το λιβάνι.

 Λογοκρισία ή αυτολογοκρισία. Ποια είναι πιο επικίνδυνη;

Η αυτολογοκρισία, γιατί αποτελεί εσωτερική διαδικασία. Ακολουθεί υπόγειες διαδρομές, ενώ η λογοκρισία φανερώνεται και μπορεί να αντιμετωπιστεί.

 Ζούσες στην Αθήνα, πριν, και στη Θεσσαλονίκη τώρα. Ποια από τις δύο πόλεις, έχει χαρακτηριστικά «λογοκριτή» – Πώς τα έχεις βιώσει;

«Αισθητικού λογοκριτή», θα έλεγα. Στην Αθήνα είχα μείνει πολλά χρόνια (άλλωστε εκεί γεννήθηκα) και ένιωθα πως είχα βαλτώσει. Εκτός αυτού, είχα παρακολουθήσει την πτώση της πόλης από το 2004 και μετά, παρά τα παχιά λόγια των πολιτικών και των εκάστοτε δημάρχων που μιλούσαν για την αναμόρφωσή της. Τη θεωρώ μια από τις πιο άσχημες πρωτεύουσες της Ευρώπης, με εξαίρεση ίσως κάποιες γωνιές του ιστορικού κέντρου και την περιοχή γύρω από την Ακρόπολη. Αντίθετα, η Θεσσαλονίκη χρειάζεται μια μικρή ώθηση για να πάρει τα πάνω της. Είναι μια πόλη που σφύζει από νεολαία και καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Είναι μια πόλη που διαβάζει.  

Τι «κινδύνους» μπορεί να κρύβει η συγγραφή για τον ίδιο τον συγγραφέα;

Της μονομανίας και της αποκοπής από το κοινωνικό σύνολο. Πρόκειται για ένα είδος αυτισμού. Ευτυχώς, είχα πάντοτε τη δουλειά μου, που με απέτρεπε από τον ερμητισμό, και τα τελευταία χρόνια τον μεγάλο μου έρωτα, που με βοήθησε να ωριμάσω συγγραφικά.

Γιάννης Καφάτος

Επικίνδυνοι Συγγραφείς
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη
(Συνολικές Επισκέψεις 108, 1 επισκέψεις σήμερα)
ALFIE TEMPLEMAN «DON'T GO WASTING TIME», το Τραγούδι της Παρασκευής (Video)
Radio Sect η μπάντα που θα ανοίξει το Live των Astronauts στο ΑΝ Club

mm
About Γιάννης Καφάτος 1612 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες αλλά πήρε πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*